Legislator Case Law & Legislation
1507/2014 AI generated

1507/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1507/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1-3 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004, 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Legislator headnote

AI generated

1507/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
redundancy cessation of gainful employment contractor remuneration unemployment benefits of directors unpaid salary abandonment of employment
AI generated
524/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
94/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29/10/2003 και 13/1/2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 694/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/6/2006 αίτησή του.
1103/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/5/2012 αίτησή της.
142/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 584/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2911/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/12/2005 αίτησή του και τους από 2/11/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 14/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης κύριων και πρόσθετων. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
855/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1507 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1507/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" (πρώην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε") και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοϊμτζόγλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2. Φ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 3. Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 4. Η. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 5. Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 6. Α. Π. του Χ., κατοίκου ..., 7. Χ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 8. Ε. Β. του Α., κατοίκου ..., 9. Φ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 10. Κ. Γ. του Π., κατοίκου ... και 11. Π. Α. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιουλίου 2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16196/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1329/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 13 Μαρτίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1-3 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004, 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4εδ.γ'και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1εδ.β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999, 12/2011, 716/2012). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 11.773, 11.790, 11.772, 11.768, 11.766, 11.770, 11.783, 11.765, 11.771, 11.767 και 11.782 Ε'/2.7.2013 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...

ότι αυτή, που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 1329/25.6.2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα σε όλους τους αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 47 τη δικάσιμο της 18.11.2013, κατά την οποία αυτοί κλήθηκαν να παραστούν (άρθρ.122§1, 123, 126§1α, 128, 130§1, 230§2, 498§§2&3, 568§4 ΚΠολΔ).

Κατά την εν λόγω δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 24.3.2014, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία όφειλαν να παραστούν χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχαν νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής τους για τη νέα δικάσιμο.

Όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1329/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε την από 5.5.2008 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 16196/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εξαφάνισε ως προς αυτούς την εν λόγω απόφαση, απέρριψε ακολούθως ως προς τους ίδιους την από 14.7.2004 ανακοπή της αναιρεσείουσας, η οποία είχε γίνει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση και είχε μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος υπ' αριθ. .../2004 πίνακας διανομής πλειστηριάσματος, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Νικόλαος Ντότσικας, από τον οποίο αποβλήθηκαν οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων και των λοιπών έξι εκ των καθ' ων η ένδικη ανακοπή, συνολικού ποσού 228.333,60 ευρώ, και στη θέση τους κατατάχθηκαν για το αυτό ποσό, προνομιακά και τυχαία, οι αναγγελθείσες απαιτήσεις της αναιρεσείουσας κατά της οφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "Χ.

Κ. ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΑ ΑΒΕΕ", σε βάρος της οποίας επισπεύσθηκε από το Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Θεσσαλονίκης αναγκαστική εκτέλεση και διενεργήθηκε πλειστηριασμός του ακινήτου της που περιγράφεται στη σχετική υπ' αριθ. 1865/5.5.2004 έκθεση του ως άνω συμβολαιογράφου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

3. Κατά το άρθρ. 972§1 ΚΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία, που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, αν ο δανειστής που αναγγέλλει την απαίτησή του δεν κατοικεί μέσα στην περιφέρεια αυτή και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται.

Συνεπώς η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ' αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη κατά την έννοια του άρθρ. 118 ΚΠολΔ και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου (ΑΠ 1349/2011).

Ειδικότερα το αναγγελτήριο αποτελεί το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της κατάταξης η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή και στο περιεχόμενό του οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους κατά το άρθρ. 974 ΚΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρ. 979 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε.

Η αναγγελία είναι ανυπόστατη αν παραλειφθεί η επίδοσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ή αν αυτή δεν είναι νόμιμη ή εμπρόθεσμη. Αντίθετα αν δεν γίνει νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση της αναγγελίας στον καθ' ου ή στον υπέρ ου η εκτέλεση, δημιουργείται σχετική μόνον ακυρότητα της αναγγελίας υπέρ των προσώπων αυτών με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης τους από τη σχετική έλλειψη (ΑΠ 650/2011), αφού η έγκαιρη επίδοση της αναγγελίας στα πρόσωπα αυτά δεν εξυπηρετεί το δημόσιο, αλλά το δικό τους ιδιωτικό συμφέρον.

Εξ άλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρ. 27§3 εδ.θ'(δ) του ν. 1846/1951, που προστέθηκε με το άρθρ. 18 του ν. 1469/1984, οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την είσπραξη των εσόδων του Δημοσίου εφαρμόζονται αναλόγως και για την είσπραξη των εσόδων του ΙΚΑ, κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 85§1 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), στις δίκες κατά τον ΚΕΔΕ το Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου, κατά του οποίου στρέφεται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου αυτού, όμως με την αυτή ποινή απαιτείται σε κάθε περίπτωση κοινοποίηση και στον Υπουργό των Οικονομικών, ενώ παρόμοια είναι και η διάταξη του άρθρ. 5 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (διάταγμα 26.6/10.7.1944).

Έτσι στις δίκες που αφορούν την είσπραξη εσόδων του ΙΚΑ, πρέπει τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα να επιδίδονται όχι μόνον στον Διευθυντή του αρμόδιου Ταμείου του, αλλά και στον Διοικητή του ΙΚΑ, όμως τέτοιο δικόγραφο δεν συνιστά το επιδιδόμενο στον υπάλληλο του πλειστηριασμού δικόγραφο της αναγγελίας δανειστή προκειμένου αυτός να καταταγεί στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, αφού το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρ. 111 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/ 1999, 387/2001, 1783/2001, 630/2002, 119/2003), αν ληφθεί υπόψη ότι αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξη του αναγγελλόμενου δανειστή βούλησής του.

Αντίστοιχα και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών, στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα (άρθρ. 974 ΚΠολΔ), χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι' αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρ. 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα (ΟλΑΠ 1 και 2/2010, ΑΠ 1349/2011, 1087/ 2013).

Συνεπώς, εφόσον η εκτέλεση γίνεται κατά της διατάξεις του ΚΕΔΕ και τον πλειστηριασμό επισπεύδει ο Διευθυντής του αρμόδιου Ταμείου Είσπραξης Εσόδων του ΙΚΑ, αρκεί η αναγγελία των δανειστών να επιδίδεται, εκτός των άλλων προσώπων που αναφέρονται στο άρθρ. 972§1 ΚΠολΔ, μόνο στον Διευθυντή του εν λόγω Ταμείου, υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, όχι δε και στο Διοικητή του ΙΚΑ (ΑΠ 650/2011).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι κακώς κατατάχθηκαν οι απαιτήσεις των καθ' ων η ανακοπή στον προσβαλλόμενο υπ' αριθ. .../2004 πίνακα που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Νικόλαος Ντότσικας προκειμένου να διανείμει μεταξύ των δανειστών της οφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "Χ.

Κ. ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΑ ΑΒΕΕ", σε βάρος της οποίας επισπεύσθηκε από το Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Θεσσαλονίκης αναγκαστική εκτέλεση, το πλειστηρίασμα των 231.000 ευρώ, που απέφερε ο πλειστηριασμός του περιγραφόμενου στη σχετική υπ' αριθ. 1865/5.5.2004 έκθεση του ως άνω συμβολαιογράφου ακινήτου της (ισόγειου καταστήματος), αφού, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, η επίδοση των αναγγελιών των καθ' ων η ανακοπή μόνο στη Διευθύντρια του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Θεσσαλονίκης και όχι και στο Διοικητή του ΙΚΑ, καθιστά ανυπόστατες τις αναγγελίες τους και θα έπρεπε συνεπώς οι απαιτήσεις τους να μην καταταγούν στον ως άνω πίνακα, αλλά στη θέση τους να καταταγούν οι δικές της απαιτήσεις κατά της οφειλέτριας εταιρείας.

Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι αρκούσε η παραπάνω επίδοση για να είναι έγκυρη η αναγγελία των αντίστοιχων απαιτήσεων των καθ' ων η ανακοπή κατά της οφειλέτριας εταιρείας, ενώ εξ άλλου μόνο το ΙΚΑ και όχι η αναιρεσείουσα δικαιούται να επικαλεσθεί την οποιαδήποτε σχετική ακυρότητα. Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο, κρίνοντας με τον τρόπο αυτό, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει άκυρες τις αναγγελίες των καθ' ων η ανακοπή και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.

Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ο λόγος αυτός, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια στηριζόμενη στον αριθμό αποκλειστικά 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και όχι επικουρικά και στον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως αρχικά ίσχυε, στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων κατατάσσονταν οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων, εφόσον προέκυψαν τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, δηλαδή εφόσον γεννήθηκαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, όχι όμως και όταν στο διάστημα αυτό βεβαιώθηκαν μεν δικαστικά, έχοντας όμως γεννηθεί σε προηγούμενο χρόνο (πρβλ.

ΟλΑΠ 28/2003). Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε έμμεσα με το άρθρ. 31 του ν. 1545/1985, που όρισε ότι στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων κατατάσσονται οι παραπάνω απαιτήσεις, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης. Με το ίδιο άρθρο ορίσθηκε ακόμη ότι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, η δε διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρ. 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής.

Ακολούθως στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων υπήχθησαν με το άρθρ. 6§16 του ν. 2497/1997 και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις έμμισθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής.

Ήδη με το άρθρ. 56 του ν. 3994/2011 οι παραπάνω ρυθμίσεις ενσωματώθηκαν με μικρές διαφορές στις διατάξεις του άρθρ. 975 αριθ. 3, σύμφωνα με τις οποίες οι απαιτήσεις ειδικότερα που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, με εξαίρεση τις απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, οι οποίες κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από τον χρόνο στον οποίο προέκυψαν, ενώ η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρ. 977 ΚΠολΔ, γίνεται και πάλι μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής.

Ως πρώτος πλειστηριασμός νοείται εκείνος που αρχικά ορίσθηκε μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν στη συνέχεια η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε, αναβλήθηκε ή επισπεύσθηκε από άλλο δανειστή κατά τις διατάξεις του άρθρ. 973§§2,3&4 ΚΠολΔ (ΑΠ 1108/2003, 1501/2003, 1625/2008), με την προϋπόθεση όμως ότι ο πλειστηριασμός που τελικά διενεργήθηκε, βασίζεται σε κάθε περίπτωση στην ίδια κατασχετήρια έκθεση στην οποία βασίσθηκε και ο αρχικά ορισμένος πλειστηριασμός (ΑΠ 1101/2006, 1965/2009, αντιθ. 1501/2003).

Διευρύνθηκε έτσι με τη συγκεκριμένη πρόβλεψη διπλά το προνόμιο των ως άνω εργατικών απαιτήσεων, αφού ο μεν χρόνος στον οποίο πρέπει να γεννήθηκαν οι απαιτήσεις αυτές αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο χρόνια, η δε αφετηρία του χρόνου γέννησης των απαιτήσεων αυτών μετατέθηκε από την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού στην ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή και της κήρυξης της πτώχευσης κατά το προ του ν. 3994/2011 καθεστώς.

Στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τους από τόκους, οι οποίες αν μεν είναι παρεπόμενες της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης τους, δεν έχουν χρονικό περιορισμό, αν όμως είναι παρεπόμενες άλλων αξιώσεων από την εργασιακή σχέση, κατατάσσονται προνομιακά μόνον αν προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή εφόσον πρόκειται για πτώχευση την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 1023/2009, 650/2011).

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 260 του ΑΚ, που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, αρκεί για το αποτέλεσμα αυτό οποιαδήποτε ενέργεια και γενικότερα συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή, δηλαδή απευθυνόμενη και περιερχόμενη σ' αυτόν πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής, με την οποία ο οφειλέτης, έχοντας πλήρη γνώση της αξίωσης του δανειστή, εκφράζει σαφώς την πεποίθησή του ότι υφίσταται η αξίωση αυτή (ΑΠ 1358/1999, 68/2001, 1206/2001, 382/2002, 1785/2013).

Κατά το άρθρ. 279 του ΑΚ, η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται αναλόγως και όταν πρόκειται για αποσβεστική προθεσμία, όπως είναι η εξάμηνη προθεσμία του άρθρ. 6§2 του ν. 3198/1955, που ορίζει ότι κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της οφειλόμενης κατά το ν. 2112/1920 ή κατά το β.δ/γμα της 16/18.7.1920 αποζημίωσης απόλυσης είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν επιδόθηκε εντός εξαμήνου από τότε που έγινε απαιτητή.

Από τη διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία.

Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρ. 873-875 του ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται ατύπως όταν είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, δηλαδή όταν τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν μ' αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθρ. 352§2 ΚΠολΔ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθρ. 260 ΑΚ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272§2 ΑΚ είτε γενικότερα στην αποσαφήνιση ή στη διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση (ΑΠ 523/2001, 1666/2003, 1432/2005, 304/2010).

Κατά κανόνα όμως με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα προς την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρ. 421, 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (ΑΠ 843/2000, 779/2004, 232/2009, 237/2009, 962/2012, 1663/2013).

Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη μ' αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ' αρχήν να είναι έγκυρη (άρθρ. 437 ΑΚ).

Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά.

Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή ο λόγος αυτός προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 416/1999, 387/2007, 1152/2008, 278/2010).

Αυξημένη αποδεικτική δύναμη έχει και η δικαστική απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί κατά το άρθρ. 312 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη για ό,τι αφορά την εμφάνιση και την εκπροσώπηση των διαδίκων, για την προβολή προφορικά στο ακροατήριο ισχυρισμών και την υποβολή αιτήσεων, καθώς και για τη γνώμη που έχει εκφέρει το δικαστήριο, εκτός αν η αποδεικτική της δύναμη ανατραπεί με το πρακτικό της συζήτησης ή με την προσβολή της απόφασης ως πλαστής.

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι αυτή, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "... η εταιρεία με την επωνυμία "Χ. Κ. ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΙΑ ΑΒΕΕ" (οφειλέτρια) προσέλαβε τους εκκαλούντες (αναιρεσιβλήτους) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργαστούν στο εργοστάσιό της ...

Η εργασία των εκκαλούντων παρεχόταν με το νόμιμο ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο, έναντι αποδοχών που καθορίζονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις. Παρότι όμως οι εκκαλούντες παρείχαν κανονικά την εργασία τους στην ως άνω εργοδότρια εταιρεία σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων εργασίας, η τελευταία δεν τους κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές τους από 27.4.2003 έως 6.6.2003 για τους εννέα πρώτους και έως την 30.6.2003 για τους δέκατο και ενδέκατο, οπότε και κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους λόγω οικονομικών δυσκολιών, χωρίς όμως να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, τα δώρα εορτών 2003, την άδεια 2003 και το επίδομα άδειας 2003.

Ειδικότερα η εργοδότρια εταιρεία δεν κατέβαλε για τις ως άνω αιτίες: 1) Στον πρώτο εκκαλούντα Γ. Κ., που προσλήφθηκε στις 16.9.1992 ως εργάτης - χειριστής, 5.152,54 ευρώ, 2) στο δεύτερο εκκαλούντα Φ. Α., που προσλήφθηκε στις 9.8.1982 ως φορτωτής - χειριστής, 8.433,50 ευρώ, 3) στον τρίτο εκκαλούντα Δ. Κ., που προσλήφθηκε την 1.3.1991 ως τορναδόρος - συντηρητής 6.206,66 ευρώ, 4) στον τέταρτο εκκαλούντα Η.

Κ., που προσλήφθηκε στις 21.6.2001 ως χειριστής σχιστικού, 3.192,25 ευρώ, 5) στον πέμπτο εκκαλούντα Κ. Μ., που προσλήφθηκε στις 4.10.1993 ως συγκολλητής, 3.776,41 ευρώ, 6) στον έκτο εκκαλούντα Α. Π., που προσλήφθηκε την 1.4.1992 ως χειριστής σωληνομηχανής, 5.914,56 ευρώ, 7) στον έβδομο εκκαλούντα Χ. Χ., που προσλήφθηκε στις 15.3.1983 ως χειριστής σωληνομηχανής, 8.002,59 ευρώ, 8) στον όγδοο εκκαλούντα Ε.

Β., που προσλήφθηκε στις 15.5.1992 ως χειριστής κοπτικού, 4.904,06 ευρώ, 9) στον ένατο εκκαλούντα Φ. Σ., που προσλήφθηκε στις 7.3.2001 ως χειριστής κοπτικού, 2.976,68 ευρώ, 10) στο δέκατο εκκαλούντα Κ. Γ., που προσλήφθηκε στις 25.10.1984 ως εργοδηγός (υπάλληλος), 31.461,72 ευρώ και 11) στον ενδέκατο εκκαλούντα Π. Α., που προσλήφθηκε στις 5.10.1992 ως ηλεκτρολόγος (υπάλληλος), 13.429,78 ευρώ.

Όλα τα ανωτέρω ποσά έχουν επιδικαστεί με την υπ' αριθ. 9141/2005 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η δε εργοδότρια εταιρεία, στις 22.11.2003, αναγνώρισε εγγράφως την οφειλή της προς τους εκκαλούντες και ζήτησε προθεσμία μέχρι την 3.5.2004 προκειμένου να τους καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως.

Η αγωγή των εκκαλούντων κατά της εργοδότριας εταιρείας, επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε στις 14.5.2004 ... Επομένως η αξίωση επιδίκασης αποζημιώσεως απολύσεως για όλους τους εκκαλούντες έχει ασκηθεί παραδεκτά εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρ. 6§2 του ν. 3198/1995, αφού η αποσβεστική αυτή προθεσμία διακόπηκε στις 22.11.2003 με την από 22.11.2003 έγγραφη αναγνώριση της οφειλής της εργοδότριας εταιρείας και συνεπώς δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Συνακόλουθα οι εκκαλούντες απέδειξαν τις αμφισβητηθείσες από την ανακόπτουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) απαιτήσεις τους και το προνόμιό τους, για τις οποίες κατατάχθηκαν προνομιακά και τυχαία στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, σε μερική μόνον ικανοποίησή τους και με τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής τους, για τα εξής ποσά ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι "έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αντί να δεχθεί το βάσιμο των απαιτήσεων των εκκαλούντων, για μέρος των οποίων κατετάγησαν στον προσβαλλόμενο πίνακα..., απέρριψε ως αόριστους τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής, τον οποίο, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο, έπρεπε να τον απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο ...".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε απορριπτέο και τον τρίτο λόγο της ένδικης ανακοπής "διότι η αξίωση των εκκαλούντων για καταβολή σ' αυτούς της αποζημίωσης απολύσεως δεν είχε αποσβεσθεί", δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφανίζοντας ως προς αυτούς την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ακολούθως ως προς τους ίδιους την ένδικη ανακοπή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε νόμιμης βάσης την απόφασή του, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, το οποίο ως προς την ύπαρξη και το προνόμιο ειδικότερα των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων, που κατατάχθηκαν στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικόλαου Ντότσικα, δεν στήριξε αποκλειστικά στην υπ' αριθ. 9141/2005 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ούτε προσέδωσε στην απόφαση αυτή πλήρη ως προς τις παραπάνω απαιτήσεις αποδεικτική δύναμη, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, αλλά δέχθηκε την ύπαρξη και το προνόμιο των ως άνω απαιτήσεων, αφού προς το σκοπό αυτό συνεκτίμησε την παραπάνω απόφαση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και κυρίως με την υπ' αριθ. 5081/2004 ένορκη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης βεβαίωση του νόμιμου εκπροσώπου της οφειλέτριας εταιρείας Ι.

Χ., ο οποίος, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βεβαίωσε ότι με το από 22.11.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτού και του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων αναγνώρισε για λογαριασμό της οφειλέτριας εταιρείας συνολικά τις απαιτήσεις τους, για τις οποίες αυτοί κατατάχθηκαν στον προσβαλλόμενο πίνακα.

Κατά τις παραδοχές της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης πρόκειται για αιτιώδη από μέρους της οφειλέτριας εταιρείας αναγνώριση χρέους έναντι των αναιρεσιβλήτων, που επέφερε κατά τα άρθρ. 260 και 279 του ΑΚ διακοπή της εξάμηνης κατά το άρθρ. 6§2 του ν. 3198/1955 αποσβεστικής προθεσμίας των εναντίον της απαιτήσεών τους για αποζημίωση λόγω απόλυσης.

Ο προνομιακός εξ άλλου χαρακτήρας των απαιτήσεων αυτών από άποψη κατάταξης στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρ. 975 ΚΠολΔ είναι δεδομένος είτε πρόκειται για την αποζημίωση απόλυσης των αναιρεσιβλήτων είτε για τις λοιπές απαιτήσεις τους από την παροχή της εργασίας τους στην οφειλέτρια εταιρεία, αφού και οι απαιτήσεις αυτές, που επαρκώς με την προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύονται ως προς το είδος της παρασχεθείσας εργασίας τους, τη διάρκεια της απασχόλησής τους και το χρόνο της καταγγελίας της εργασιακής τους σχέσης από την οφειλέτρια εταιρεία, προέκυψαν κατά το διάστημα από 27.4.2003 έως 30.6.2003, δηλαδή μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα διεξαγωγής του κρίσιμου πλειστηριασμού, που έγινε στις 5.5.2004.

Ο χρόνος αυτός δεν αναφέρεται μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση, πρόκειται όμως τελικά για παράλειψη χωρίς σημασία, αφού η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί ότι όλες οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων γεννήθηκαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από τον πλειστηριασμό και αντίθετα ρητά στο αναιρετήριό της αναφέρει την 5.5.2004 ως ημέρα διεξαγωγής του πλειστηριασμού.

Σε κάθε περίπτωση έμμεσα, αλλά με σαφήνεια, συνάγεται από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ότι οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων εμπίπτουν στην παραπάνω διετία, αν ληφθεί υπόψη ότι κατά τα εκτιθέμενα στην απόφαση αυτή ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης δανειστών συντάχθηκε με αριθμό ... το έτος 2004, οπότε με βάση τις προθεσμίες των άρθρ. 972§1 και 974 ΚΠολΔ ο κρίσιμος πλειστηριασμός, που ήταν ο πρώτος και μοναδικός, δεν μπορεί να απέχει χρονικά περισσότερο των 30 συνολικά ημερών πριν από τη σύνταξη του προσβαλλόμενου πίνακα.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο και το δεύτερο των λόγων της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς, αντίστοιχα, 12 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 13046449/2012 διπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 298/2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Τέλος η αναιρεσείουσα, μολονότι νικήθηκε, δεν θα καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων της, αφού αυτοί ερημοδικάστηκαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.11.2012 αίτηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1329/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 13046449/2012 διπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 55/2013 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ