Supreme Court dismisses State's appeal on private ownership of state forest land acquired in good faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling confirming private ownership of state forest land. The plaintiffs argued they acquired the property through good faith possession since 1926, while the State contended the land remained public domain. The court upheld the lower decision, finding the plaintiffs' long-term possession with owner's intent and good faith legally sufficient to establish title.
Legislator headnote
AI generatedArticles 51 of the Civil Code; Articles 8, 9, 2, 6, 76, 7, 20, 25, 27, 10, 13, 17, 48, 5, 3, 7, 109 of the Civil Code; Articles 18 and 21 of the 1837 Law on Public Property: Good faith possession of state forest land by private individuals for a prolonged period can result in the acquisition of ownership rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1507 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1507/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Η. Μ., το γένος Ν. Γ., 2) Α. Μ. του Η., κατοίκων ..., 3) Α. συζ. Γ. Α., το γένος Η. Μ., κατοίκου ..., και 4) Ο. Μ. του Η., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κατσερέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με 1) την από 3/1/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, 2) την από 30/3/2005 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση του Δήμου Ηλιούπολης, 3) την από 26/5/2005 πρόσθετη παρέμβαση της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου και 4) την από 9/11/2005 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2612/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 4685/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16/2/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση τα οποία είναι εθνικά ( εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β.Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω Β.Δ/τος), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή κατ' άρθρο 51 Εισ.
Ν.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ., χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50. 4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέως, ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Παν. (5-8), 27 Πανδ.(18-1), 10,18 και 48 πανδ (41.3), 3 Πανδ. (41-10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεως ως ενδιάθετης καταστάσεως συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Α.Κ.
τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ. και τις διατάξεις των ν. 18.24 παρ. 1 Πανδ. (41-3) παρ. 9 Εισ (2-9), ν.2 κωδ (7-30) Βασ. (50-10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ.1 (50. 4) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.
ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 Εισ. Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά (Ολ.ΑΠ 75/1987).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του β.δ. 12-12-1833 που έχει ισχύ νόμου, "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά την συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 ν. ΚΘ' 31.1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 ν.
ΨΗΖ'/1880, κατά το οποίο, οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών την νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, 18, 21 του ν.
της 21.6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22.4/16-5-1926, 60 ν. ΣΟΖ'/1855 και 12 παρ. 1 ν. ΔΝΖ/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη και υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και τη 11ης Σεπτεμβρίου 1915. Ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του από 17 Νοεμβρίου 1836 β.
δ/τος περί ιδιωτικών δασών, που έχει ισχύ νόμου, το Δημόσιο αναγνωρίστηκε μ' αυτό κύριο εκτάσεων οι οποίες πριν από την ισχύ του ήταν δάσος, εκτός εκείνων για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής ότι ανήκαν πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα, σε ιδιώτες, καθώς και εκείνων που ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις αυτές εάν και εφόσον οι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας υποβλήθηκαν στη Γραμματεία επί των Οικονομικών μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 3 παρ.
α' ανατρεπτική προθεσμία. Ούτε, όμως, από το ως άνω από 17 Νοεμβρίου 1836 β. δ/μα ούτε από άλλη διάταξη απαγορευόταν τότε η έκτακτη χρησικτησία επί των δημοσίων δασών και γενικότερα επί των δημόσιων κτημάτων, ακόμη και επί εκείνων που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλ' αντιθέτως αυτή ήταν επιτρεπτή τόσο κατά τους ν. 18 πανδ. (41.3), ν. 2 κωδ. (7.30), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), όσο και κατά το άρθρο 21 του μετέπειτα ισχύσαντος από 2.6/3.7.1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", και μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητος και επί πραγμάτων της άνω κατηγορίας, εφόσον όμως, είχε συμπληρωθεί μέχρι της 12-9-1915, από της οποίας και μετά, ενόψει του ν.
ΔΞΗ/1912 και των εκδοθέντων σε εκτέλεση αυτού αλλεπάλληλων β. δ/των και του ν. δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ." αποκλείστηκε η χρησιδεσποτεία των ανηκόντων στο Ελληνικό Δημόσιο ακινήτων πραγμάτων. Ούτε, τέλος, απαιτείτο από τις άνω διατάξεις, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητος επί δημοσίου δάσους και γενικώς επί δημόσιων ακινήτων πραγμάτων, με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 παρ.
α' του άνω από 17 Νοεμβρίου 1836 β. δ/τος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στο υπ' αριθμόν ... οικοδομικό τετράγωνο του Δήμου Ηλιούπολης Αττικής και επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., βρίσκεται ένα οικόπεδο, εμβαδού 578,73 τ.μ., μετά της επ' αυτού παλαιάς (100 περίπου ετών) οικίας.
Περί το έτος 1926, εγκαταστάθηκε στην ανωτέρω οικία με την οικογένεια του ο Π. Μ., ο οποίος την χρησιμοποιούσε ως μόνιμη οικογενειακή κατοικία του, παράλληλα δε, άρχισε να νέμεται ολόκληρο το επίδικο, καλλιεργώντας τούτο με φρούτα και λαχανικά, αντλώντας νερό από το πηγάδι που υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει στην αυλή του οικίσκου, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, με την πεποίθηση δηλαδή ότι δεν προσβάλλει τα εμπράγματα δικαιώματα τρίτου προσώπου επ' αυτού, έκτοτε (1926) μέχρι τις 13-2-1946, από τότε δε και μετά ανεξαρτήτως καλής πίστεως, μέχρι το έτος 1950, οπότε και απεβίωσε.
Αμέσως μετά τον θάνατό του το επίδικο συνέχισε να νέμεται ο υιός του Η. Μ., ο οποίος είχε ομοίως εγκατασταθεί σ' αυτό οικογενειακώς, ήδη από το 1946, όταν τέλεσε τον γάμο του με την πρώτη των εναγουσών-εφεσιβλήτων Σ. χήρα Η. Μ., χρησιμοποιώντας τον μεν επί του επιδίκου παλαιόν οικίσκο ως οικογενειακή κατοικία του, όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν τα τρία τέκνα του, ήδη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη ενάγουσες-εφεσίβλητες, τον δε υπόλοιπο χώρο του επιδίκου για την καλλιέργεια διαφόρων φρούτων και λαχανικών.
Ολόκληρη την ανωτέρω επίδικη εδαφική έκταση ο Η. Μ. κατείχε συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου από το 1950 μέχρι τον θάνατό του το έτος 1999, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας επ' αυτής τις προαναφερθείσες διακατοχικές πράξεις (κατοίκηση, καλλιέργεια), με διάνοια κυρίου και χωρίς ποτέ να ενοχληθεί ή να εμποδισθεί από οιονδήποτε στην άσκηση των πράξεων αυτών, ενώ επίσης ο επ' αυτής οικίσκος, στον οποίον οικογενειακώς κατοικούσε, με επιμέλειά του το μεν έτος 1956 ηλεκτροδοτήθηκε από την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, το δε έτος 1967 υδροδοτήθηκε από την Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας και έτσι εκείνος απέκτησε κατά τρόπο πρωτότυπο και δη με έκτακτη χρησικτησία την επί του επιδίκου ακινήτου κυριότητα.
Περαιτέρω, οι εναγόμενες-εφεσίβλητες, ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος χωρίς να αφήσει διαθήκη Η. Μ. (η πρώτη, ως σύζυγος κατά το 1/4 και οι λοιπές τρεις, ως τέκνα του κατά τα υπόλοιπα 3/4, ήτοι κατά 1/4 κάθε μια), αποδέχθηκαν την κληρονομιά του με την .../2003 σχετική πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας-Έλλης συζ.
Χρήστου Τολιάδη, το γένος Νικολάου Κουμαριανού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηλιούπολης (τόμος ..., αριθμός 173) και έτσι αυτές απέκτησαν κατά τρόπο παράγωγο (κληρονομική διαδοχή) την επί του επίδικου ακινήτου συγκυριότητα, εκάστη κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, εξ αυτών δε η πρώτη και η τέταρτη εξακολούθησαν τουλάχιστον μέχρι τον Οκτώβριο 2005 να κατοικούν στον προαναφερθέντα παλαιό οικίσκο.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι με την Δ.60278/26-5-1967 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων αποφασίσθηκε η αχρήστευση του κειμένου στη θέση "...", επί της λεωφόρου ... (Ηλιούπολης Αττικής) και παραδοθέντος στις 22-5-1956 από το Ελληνικό Δημόσιο στο κοινοτικό δίκτυο Ηλιούπολης αντλιοστασίου και η επιστροφή του από την Εταιρεία Υδάτων στο Δημόσιο, σε όποια κατάσταση τούτο βρισκόταν, ενώ η ίδια θέση ("...") αναφέρεται σχετικά με το θέμα αυτό (αχρήστευσης και παράδοσης του ανωτέρω αντλιοστασίου) στο Δ.5620/24-10-1967 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών προς τον Οικονομικό Έφορο Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών και στο, σε εκτέλεση της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης, συνταγέν από 15-5-1969 πρωτόκολλο κήρυξης αχρήστου και επιστροφής αντλιοστασίου του Νομομηχανικού Δημοσίων Έργων Μ.
Χ. και του Μηχανικού της Εταιρείας Υδάτων Α. Μ., ως εκπροσώπων αντίστοιχα του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και της Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων. Στο τελευταίο αυτό έγγραφο, το εν λόγω αντλιοστάσιο περιγράφεται ως αποτελούμενο από δυο αρτεσιανά φρέατα, εκ των οποίων το ένα βρίσκεται εντός άλσους, το δε άλλο εντός οικοδομικού τετραγώνου.
Δοθέντος δε ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο (τρίγωνο) με αριθμό ... που περικλείεται από τις οδούς ..., ... (όπου κείται το επίδικο) και λεωφόρου ..., επί της οποίας βρισκόταν μεν το προαναφερόμενο αντλιοστάσιο, δεν έχει όμως πρόσοψη το επίδικο και επομένως, λογικώς, αποκλείεται το πρώτο (αντλιοστάσιο) να καταλαμβάνει χώρο του δευτέρου (επιδίκου), είναι πρόδηλο ότι ήδη από την περίοδο των ετών 1956-1969 ήταν κοινώς γνωστή η ύπαρξη στην περιοχή του επιδίκου ακινήτου ως ανήκοντος στην ιδιοκτησία της οικογένειας ..., εξ ού και η ονοματοθεσία της περιοχής, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η καθοιονδήποτε άλλον τρόπο σύνδεση του ονόματος "..." με την περιοχή αυτή.
Περαιτέρω, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων, με την 36/1984 γνωμοδότησή του, αποδέχθηκε τη σχετική εισήγηση του Παρέδρου Διοικήσεως Ι. Π. α) ομόφωνα μεν ως προς το ότι "τα ακίνητα που κατέχονται από τους κληρονόμους Κ. Ν. και ευρίσκονται έξω από τα όρια του κτήματος "..." και κατελήφθησαν και καταπατήθηκαν δια της επεκτάσεως των ορίων και του εμβαδού του παραπάνω κτήματος ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο", β) κατά πλειοψηφία δε ως προς το ότι "τα όρια του άνω κτήματος "...", καθώς και τα κατεχόμενα από τους κληρονόμους Κ.
Ν., έξω από τα όρια του κτήματος αυτού ακίνητα, που κατελήφθησαν και καταπατήθηκαν κατά την εισήγηση, πρέπει να προσδιορισθούν ειδικώς από την αρμόδια Υπηρεσία", του μειοψηφήσαντος Προέδρου έχοντος την άποψη, ότι έπρεπε αυτά να προσδιορισθούν ειδικώς από το ίδιο το Συμβούλιο. Κατόπιν των υπ' αριθ. Δ.2866/18-7-1984 και Δ.3950/19-9-1984 αποφάσεων του Υφυπουργού Οικονομικών, με την πρώτη εκ των οποίων έγινε αρχικώς δεκτή στο σύνολό της η ανωτέρω γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και με τη δεύτερη ανακλήθηκε αυτή ως προς το υπό στοιχείο β' σκέλος της, ως προς το οποίο είχε μειοψηφήσει ο Πρόεδρός του, καταγράφηκε στις 13-1-1985 στα βιβλία δημοσίων κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών με ΑΒΚ 1102, ως ανέκαθεν δημόσια έκταση, μέρος του υπ' αριθ. ...
οικοδομικού τετραγώνου του Δήμου Ηλιούπολης Αττικής, όπως αυτή απεικονίζεται στον από 13-1-1985 κτηματολογικό πίνακα της Τεχνικής Υπηρεσίας του ως άνω Δήμου, που ελέγχθηκε από τον μηχανικό της Τεχνικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Δημοσίων Έργων Κ. Φ., στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, το δε σχετικό πρωτόκολλο κατάληψης μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Δήμου (τόμος ..., αριθμός 319), στις 4-2-1985.
Πλην, όμως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι η επίδικη έκταση ανήκει στα φερόμενα ως "καταληφθέντα και καταπατηθέντα από τους κληρονόμους Κ. Ν." ακίνητα, ενώ στην 2797/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία προσκομίζει με επίκληση ο εκκαλών Δήμος Ηλιούπολης και με την οποία διατάσσεται η διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διευκρινισθεί η θέση εκατοντάδων επιδίκων εκτάσεων, οι οποίες αφορούν σε αντιδικία αφενός των κληρονόμων Κ.
Ν. και αφετέρου του Ελληνικού Δημοσίου και των Δήμων Ηλιούπολης και Αργυρούπολης Αττικής σχετικώς με το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, δεν περιλαμβάνεται κανένα ακίνητο από το προαναφερθέν υπ' αριθ. ... οικοδομικό τετράγωνο του Δήμου Ηλιούπολης. Επίσης, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον εκκαλούντα Δήμο Ηλιούπολης 57114/13-3-2008 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ασκήθηκε μεν ποινική δίωξη κατά των Κ.
Ν., Α. Ν., Α. Ν., Ε. Ν., Κ. Ν., Μ. Ν., Σ. Ν. και άλλων προσώπων για "απάτη κατά συναυτουργία και εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, ενώπιον δικαστηρίου και μη, ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας εις βάρος του Δημοσίου, με όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 150.000 ευρώ, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας", η δε σχετική δικογραφία διαβιβάσθηκε σε τακτικό ανακριτή για διενέργεια κυρίας ανάκρισης, πλην όμως από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η εν λόγω ανακριτική δικογραφία έχει οποιαδήποτε σχέση με το επίδικο ακίνητο και τις ενάγουσες-εφεσιβλήτους.
Αλλ' ούτε προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι οι προσκομιζόμενες με επίκληση 4910/1977 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 20-2-1974 έφεση των Α. Ν., Α. Ν., Μ. Ν. και Ε. Ν. κατά του Ελληνικού Δημοσίου και η 23/1997 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 3-1-1997 ανακοπή των Α.
Ν., Μ. Ν., Α. Ν., Σ. Ν., Κ. Ν. και Ε. Ν. κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ηλιούπολης, αφορούν καθοιονδήποτε τρόπο την επίδικη εδαφική έκταση. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν οι περί ιδίας κυριότητος προβληθέντες ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου και δη ότι η επίδικη έκταση: 1) αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης τοιαύτης, που ανήκε σε Οθωμανούς, την κατέλαβε τούτο κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας και την εδήμευσε ή ότι είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους της Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους ει μη μόνον από το Ελληνικό Δημόσιο, ή ότι ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και δημεύθηκε από αυτό (Ελληνικό Δημόσιο), 2) υπήρξε δάσος, ήτοι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούσαν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές), 3) υπήρξε λιβάδι ή βοσκότοπος, 4) απετέλεσε αντικείμενο συνεχούς νομής της από το Ελληνικό Δημόσιο, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους και μέχρι σήμερα, με την άσκηση σειράς διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών της νομής του, ήτοι αναδασώσεις, φύλαξη, εκμίσθωση βοσκής και δικαιώματος ρητινοσυλλογής, έκδοση αδειών υλοτομίας, έκδοση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής και υποβολή μηνύσεων κατά καταπατητών και 5) υπήρξε ποτέ αδέσποτη, όχι απλώς με την έννοια εγκατάλειψης της επ' αυτής νομής, αλλά και με την, υπό συνθήκες που την καθιστούν αναμφίβολη, βούληση του έχοντος προηγουμένως την κυριότητα της προσώπου να την εγκαταλείψει, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασής της σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Περί όλων των ανωτέρω θεμάτων, δεν προσκομίζεται κάποιο άλλο στοιχείο (τίτλοι, λοιπά έγγραφα, αεροφωτογραφίες κλπ.) θεμελιωτικό των ισχυρισμών του, οι δε εξετασθέντες μάρτυρες από πλευράς Δήμου και Ελληνικού Δημοσίου, Σ. Π. και Π. Μ. αντίστοιχα, δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και δεν διαθέτουν συγκεκριμένα στοιχεία, για να βεβαιώσουν τους προβαλλόμενους τρόπους κτήσης του επιδίκου από το Δημόσιο, παρά εκφράζουν την άποψή τους περί του ότι το επίδικο ήταν δάσος, ότι γενικά ο Δήμος Ηλιούπολης είχε αναλάβει τη φύλαξη των δημοσίων κτημάτων της περιοχής του και ότι από ιστορικές πηγές προκύπτει η κυριότητα του Δημοσίου ως διαδόχου του τουρκικού δημοσίου, χωρίς καμία τεκμηρίωση των όσων κατέθεσαν".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στις αναιρεσίβλητες, οι οποίες κατέστησαν συγκύριες αυτού με παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομικής διαδοχής, και ότι ουδόλως αποδείχθηκαν οι περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμοί του κυρίως παρεμβάντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και κατόπιν τούτου απέρριψε την κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος και δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια.
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν.10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν.7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16), των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τις αναιρεσίβλητες και ότι ουδόλως αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και δη ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης τοιαύτης, που ανήκε σε Οθωμανούς, και δεν καταλήφθηκε από άλλους ει μη μόνον από το Ελληνικό Δημόσιο, ότι δεν υπήρξε δάσος, ότι δεν υπήρξε λιβάδι ή βοσκότοπος, ότι αποτέλεσε αντικείμενο συνεχούς νομής της από το αναιρεσείον με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από την Απελευθέρωση και ότι υπήρξε αδέσποτη.
Ειδικότερα, στην απόφαση σαφώς αναφέρεται, ότι περί το έτος 1926 ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Π. Μ. εγκαταστάθηκε στην υπάρχουσα στο επίδικο ακίνητο παλαιά οικία, που την χρησιμοποιούσε ως μόνιμη κατοικία, καλλιεργώντας το όλο επίδικο με φρούτα και λαχανικά, αντλώντας νερό από το πηγάδι, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, με την πεποίθηση, δηλαδή, ότι δεν προσβάλλει τα εμπράγματα δικαιώματα τρίτου προσώπου επ' αυτού και μετά τις 22-2-1946 ανεξαρτήτως καλής πίστεως μέχρι το θάνατό του το 1950, οπότε συνέχισε να νέμεται τούτο με τα ίδια προσόντα ο υιός του και άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Η.
Μ., μέχρι το θάνατό του το έτος 1999, οπότε κατέστησαν συγκύριες αυτού οι αναιρεσίβλητες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Επομένως, οι συναφείς πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως κατ' άρθρα 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν. ΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-2-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4685/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ