Legislator Case Law & Legislation
1507/2011 AI generated

1507/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1507/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 6282/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 15.1.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 1402/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 5.11.2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 47.542,19 ευρώ, ως υπόλοιπο συμφωνημένης αμοιβής της και ως πρόσθετη αμοιβή της από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου με αντικείμενο την παροχή απ' αυτή υπηρεσιών συμβούλου διαχείρισης για το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα (Π.Ε.Π.) Πελοποννήσου του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Κ.Π.Σ.) για την περίοδο 1992-1993. Η αίτηση αναίρεσης, για την οποία προσκομίζεται η υπ' αριθ. 1004/2008 γνωμοδότηση του ΣΤ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κατά το άρθρ. 12 ν.2298/1995, που ήδη καταργήθηκε με το άρθρ. 13§9 ν.3790/2009, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

1507/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όλα τα έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, που δημοσιεύθηκε το έτος 1991 ...

Keywords

AI generated
public offer of contract terms counter-proposal late objection to debt enforcement fully formulated proposal development charges withdrawal of debt enforcement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1507 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1507/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΚΚΑΤ Εταιρία Συμβούλων - Μελετών - Τεχνική και Εκπαιδευτική Ανώνυμος Εταιρία" που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1402/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6282/2007 τελεσίδικη του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 1 Ιουλίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 28 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως ως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 6282/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 15.1.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 1402/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 5.11.2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 47.542,19 ευρώ, ως υπόλοιπο συμφωνημένης αμοιβής της και ως πρόσθετη αμοιβή της από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου με αντικείμενο την παροχή απ' αυτή υπηρεσιών συμβούλου διαχείρισης για το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα (Π.Ε.Π.) Πελοποννήσου του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Κ.Π.Σ.) για την περίοδο 1992-1993. Η αίτηση αναίρεσης, για την οποία προσκομίζεται η υπ' αριθ. 1004/2008 γνωμοδότηση του ΣΤ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κατά το άρθρ. 12 ν.2298/1995, που ήδη καταργήθηκε με το άρθρ. 13§9 ν.3790/2009, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270).

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΕλλΔνη 2006.1324).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όλα τα έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, που δημοσιεύθηκε το έτος 1991 ...

κλήθηκαν τα ενδιαφερόμενα γραφεία μελετών και μελετητών να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους προκειμένου να επιλεγούν ως αξιολογητές και σύμβουλοι διαχείρισης για τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (Μ.Ο.Π.) και τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα (Π.Ε.Π) του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Κ.Π.Σ.) για την περίοδο 1991-1993.

Με την 10020/ΔΕΦΕ 1338/27.2.1992 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας αποφασίσθηκε η ανάθεση του έργου του Συμβούλου Διαχείρισης του Π.Ε.Π. Πελοποννήσου στην ενάγουσα εταιρεία (αναιρεσίβλητη)... και για το λόγο αυτό υπεγράφη μεταξύ αυτής και του ως άνω Υφυπουργού η από 26.3.1992 σύμβαση έργου. Η σύμβαση αυτή ως αντικείμενο είχε την παροχή εκ μέρους της αναδόχου του συνόλου των υπηρεσιών, που περιλαμβάνονται στα καθήκοντα του Συμβούλου Διαχείρισης, με σκοπό την υλοποίηση του μέρους του Π.Ε.Π.

Πελοποννήσου, το οποίο με το εν ισχύει Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης αντιστοιχούσε σε ποσοστό τουλάχιστον 80% της προβλεφθείσας για το έτος 1992 απορρόφησης (δεσμεύσεις του έτους συν αναπορρόφητα προηγούμενων ετών). Ως αμοιβή της ενάγουσας ορίσθηκε με την εν λόγω σύμβαση (άρθρ. 8) το ποσό των 31.000.000 δραχμών, πλέον Φ.Π.Α., το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικά σε πέντε δόσεις (άρθρ. 9), ανάλογα με την πορεία του έργου, εκ των οποίων η τελευταία ανερχόταν στο 20% της συνολικής αμοιβής και προβλεπόταν η καταβολή της μετά την αξιολόγηση του έργου από Ειδική Ομάδα του ΥΠΕΘΟ.

Επίσης συμφωνήθηκε η καταβολή πρόσθετης αμοιβής 10.000.000 δραχμών αναλογικά, σε περίπτωση που η απορρόφηση του προγράμματος σε ετήσια βάση ήταν μεγαλύτερη του 80% και έως 100% (δέσμευση του έτους και αναπορρόφητα προηγούμενων ετών), μετά από σχετική πιστοποίηση του ετήσιου ποσοστού υλοποίησης (άρθρ. 8.3). Η συνολική προθεσμία περάτωσης του έργου ορίσθηκε για το χρονικό διάστημα από την υπογραφή της εν λόγω σύμβασης μέχρι την 31.3.1993 (άρθρ.6).

Περαιτέρω ορίσθηκε (άρθρ. 8) ότι σε περίπτωση που διακοπεί η σύμβαση με υπαιτιότητα του αναδόχου λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της, η ανάδοχος δεν δικαιούται πρόσθετης αμοιβής, έστω και αν η ετήσια απορρόφηση του προγράμματος υπερβεί το 80%. Ακολούθως, με το άρθρ. 14 της σύμβασης, ορίστηκε ότι όλες οι διατάξεις της είναι ουσιώδεις, οποιαδήποτε δε παράβασή τους συνιστά λόγο καταγγελίας αυτής ...

ύστερα από έγγραφη ειδοποίηση της αναδόχου, ώστε να απαντήσει εγγράφως και σε εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 20 ημέρες από την παραλαβή της έγγραφης ειδοποίησης ... . Η καταγγελία εκ μέρους του Δημοσίου γίνεται μετά από εισήγηση της Επιτροπής Παρακολούθησης ή της Ειδικής Ομάδας του ΥΠΕΘΟ και έγκριση από τον Υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας.

Σε περίπτωση καταγγελίας εκπίπτει υπέρ του Δημοσίου η εγγυητική επιστολή του άρθρ. 10, εφόσον δε η ανάδοχος κηρυχθεί έκπτωτη, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει μέρος της βασικής αμοιβής, που αντιστοιχεί στο χρόνο της προσφερθείσας εργασίας, συμψηφίζοντας ταυτόχρονα το ποσό που της έχει ήδη καταβάλει.

Στα καθήκοντα του Συμβούλου Διαχείρισης ήταν μεταξύ άλλων α) η υποχρέωση της ενάγουσας να προγραμματίσει μέχρι την 30.5.1992 πλήρη αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης των υλοποιούμενων έργων, με τη σειρά που περιέχονται στο Π.Ε.Π., και την οποία θα συμπεριλάβει στην αναγνωριστική έκθεση (άρθρ. 13.1.3) και β) η υποχρέωση αυτής σε συνεργασία με τη Γραμματεία της Επιτροπής Παρακολούθησης να καταρτίζει την ετήσια έκθεση, η οποία υποβάλλεται μέσω του ΥΠΕΘΟ προς τις αρμόδιες υπηρεσίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Στις 30.5.1992 η ενάγουσα κατέθεσε στη Γενική Γραμματεία της Περιφέρειας Πελοποννήσου την πρώτη αναγνωριστική έκθεση και με το από 12.8.1992 πρωτόκολλο ... η Επιτροπή Αξιολόγησης και Παραλαβής αναγνώρισε ότι η προθεσμία σύνταξης της πρώτης έκθεσης ήταν μικρή και ότι η ενάγουσα κατέβαλε προσπάθεια για πλήρη ενημέρωση στα σημαντικότερα έργα του Π.Ε.Π., για τα οποία υπήρξαν και προτάσεις για διορθωτικές αλλαγές προς την Επιτροπή Παρακολούθησης, επισήμανε δε τις παραλείψεις της έκθεσης, οι οποίες έπρεπε να καλυφθούν με την επόμενη έκθεση.

Στη συνέχεια, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 2847/22.12.1992 έγγραφο της Γραμματείας Επιτροπής Παρακολούθησης Π.Ε.Π. προς το ΥΠΕΘΟ, η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της από την εν λόγω σύμβαση και για το λόγο αυτό πρότεινε την άμεση διακοπή της σύμβασης αυτής. Ακολούθως με το από 21.4.1993 πρωτόκολλο ... η Επιτροπή Αξιολόγησης αποφάσισε να μην παραλάβει την ετήσια έκθεση της ενάγουσας, διότι δεν ικανοποιήθηκαν οι σημαντικότερες από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο πρωτόκολλο αυτό και περαιτέρω διαπίστωσε α) πεντάμηνη καθυστέρηση υποβολής της εργασίας που της είχε υποδειχθεί, β) μη ενσωμάτωση της κατανομής στο έργο ποσού 8.125 ECU και γ) ότι η ενάγουσα κατέβαλε σημαντική προσπάθεια για την αποσαφήνιση των βασικών χαρακτηριστικών των έργων και έκανε προτάσεις για διορθωτικές αλλαγές σε προβληματικά έργα, όμως οι παρατηρήσεις της στην ετήσια έκθεση γίνονται ανά μέτρο και όχι ανά έργο, όπως η σύμβαση με το ΥΠΕΘΟ υπαγορεύει, και ούτε τα οικονομικά στοιχεία των έργων ανταποκρίνονται στο συγκεκριμένο χρόνο αναφοράς, έτσι ώστε τα υπεύθυνα όργανα και οι αρχές του Π.Ε.Π.

να μη μπορούν να χρησιμοποιήσουν θετικά τις παρατηρήσεις για έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων. Κατόπιν αυτών η Επιτροπή πρότεινε τη διακοπή της σύμβασης, όμως με το υπ' αριθ. 2362/24.8.1993 πρωτόκολλο αποφάσισε να παραλάβει την ετήσια έκθεση της ενάγουσας, διαπιστώνοντας ότι κατέβαλε προσπάθεια προκειμένου να προσεγγίσει την ουσία των προβλημάτων του Προγράμματος και την πορεία εξέλιξης του φυσικού αντικειμένου ορισμένων μεγάλων έργων, προτείνοντας παράλληλα ενέργειες προς τους φορείς υλοποίησης για αποδοτικότερη υλοποίηση αυτών και μεγιστοποίηση της απορρόφησης των κοινοτικών πόρων, ενώ επίσης η (Επιτροπή) διαπίστωσε ότι εξακολουθούν να μην έχουν ικανοποιηθεί σημαντικές παρατηρήσεις της, όπως προαναφέρθηκαν και παράλληλα πρότεινε στο ΥΠΕΘΟ να μην προβεί σε ανανέωση της σύμβασης με την ενάγουσα.

Στη συνέχεια με το από 9.9.1993 πρακτικό της η Ειδική Ομάδα του ΥΠΕΘΟ εισηγήθηκε (αφενός μεν) την παραλαβή της ετήσιας έκθεσης μόνο μετά τη διαπίστωση από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Π.Ε.Π. Πελοποννήσου ότι ικανοποιήθηκαν οι πιο πάνω παρατηρήσεις της Επιτροπής αυτής και (αφετέρου) την επανεξέταση του θέματος από την Ειδική αυτή Ομάδα.

Ακολούθως με το από 17.1.2004 πρακτικό της η πιο πάνω Ομάδα του ΥΠΕΘΟ, δεν προέβη, σχετικά με το θέμα της παραλαβής του έργου που εκτέλεσε η ενάγουσα σε εισήγηση, καθόσον ανέμενε την εισήγηση της Επιτροπής Παρακολούθησης του Π.Ε.Π. Πελοποννήσου. Περαιτέρω η Δ/νση Εφαρμογής και Εκταμίευσης του ΥΠΕΘΟ δεν κατέβαλε στην ενάγουσα την πέμπτη δόση της συμφωνηθείσας αμοιβής, ποσού 6.200.000 δραχμών, την πρόσθετη αμοιβή ποσού 10.000.000 δραχμών και δεν προέβη και στην επιστροφή της εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης, ποσού 1.550.000 δραχμών, της Εμπορικής Τράπεζας, χωρίς ωστόσο να έχει καταγγελθεί προηγουμένως η σύμβαση εκ μέρους του Δημοσίου με έγγραφη ειδοποίηση της ενάγουσας και χωρίς να έχει προηγηθεί εισήγηση της Επιτροπής Παρακολούθησης ή της Ειδικής Ομάδας του ΥΠΕΘΟ.

Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε κατ' επανάληψη εγγράφως με τις από 9.9.1993... επιστολές της προς το ΥΠΕΘΟ για τη μη καταβολή της αμοιβής της και την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής, πλην δεν έλαβε καμία απάντηση και στη συνέχεια απευθύνθηκε στο Συνήγορο του Πολίτη. Το ΥΠΕΘΟ μόλις στις 26.10.1999 με το υπ' αριθ. 37180/ΔΕΦΕ 1625/1999 έγγραφό του προς την ενάγουσα πρότεινε σ' αυτή τη μη καταβολή της πέμπτης δόσης και της πρόσθετης αμοιβής και την επιστροφή από μέρους του της εγγυητικής επιστολής, με την παραλαβή της οποίας η σύμβαση θα έληγε οριστικά.

Η παραλαβή της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής από την ενάγουσα το Δεκέμβριο του 1999 δεν συνιστά αποδοχή της ως άνω πρότασης συμβιβασμού (ΑΚ 871), διότι σύμφωνα με το άρθρ. 10.3 της σύμβασης, η εγγυητική επιστολή έπρεπε να επιστραφεί μετά τη λήξη της σύμβασης στην ανάδοχο, εφόσον ο εργοδότης δεν είχε οποιαδήποτε αξίωση από τη σύμβαση αυτή και τέτοια αξίωση ουδέποτε πρόβαλε το εκκαλούν (αναιρεσείον) σε βάρος της εφεσίβλητης.

Επιπλέον για την εγκυρότητα του καταρτιζόμενου από το Δημόσιο συμβιβασμού απαιτείται, ως ουσιώδης τύπος, πρακτικό γνωμοδότησης καταρτιζόμενο από το ΝΣΚ, εγκρινόμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών και εκτελούμενο, εν συνεχεία, με επιμέλεια της αρμόδιας Νομικής Διεύθυνσης ή Δικαστικού Γραφείου, ενέργειες που δεν συνέτρεξαν στην προκειμένη περίπτωση και έτσι τα όσα ισχυρίζεται το εναγόμενο-εκκαλούν περί αποδοχής της πιο πάνω πρότασης συμβιβασμού με την παραλαβή της εγγυητικής επιστολής, είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα ...

Επίσης ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν οφείλει τα επίδικα κονδύλια, διότι δεν προηγήθηκε η αξιολόγηση της Ειδικής Ομάδας του ΥΠΕΘΟ, δεν ασκεί έννομη επιρροή και είναι απορριπτέος, διότι για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του ευθύνεται το ίδιο το Δημόσιο και όχι οι πολίτες που συναλλάσσονται και συμβάλλονται μαζί του.

Συνεπώς, δεδομένου ότι δεν επακολούθησε αξιολόγηση του έργου της ενάγουσας από την Ειδική Ομάδα του ΥΠΕΘΟ ... και δεν είχε παραληφθεί η ετήσια έκθεση και ούτε αυτή είχε κηρυχθεί έκπτωτη ούτε καταγγέλθηκε ποτέ από το Δημόσιο η σύμβαση, το τελευταίο της οφείλει την πέμπτη δόση, ποσού 6.200.000 δραχμών. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η αρμόδια για την πιστοποίηση του ετήσιου ποσοστού υλοποίησης του Προγράμματος Επιτροπή Παρακολούθησης του Π.Ε.Π.

δέχθηκε απορρόφηση του Προγράμματος της τάξεως του 103% για την επίδικη χρονική περίοδο (βλ. το από 7.4.1999 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη) και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται το εναγόμενο περί απορρόφησης μικρότερης του 80% είναι αβάσιμα και απορριπτέα, αφού δεν προσδιορίζεται ούτε από τον εξετασθέντα στο πρωτόδικο δικαστήριο μάρτυρα του εναγομένου ούτε από σχετικά έγγραφα το ακριβές ποσοστό απορρόφησης του Προγράμματος για το ένδικο χρονικό διάστημα.

Επομένως η ενάγουσα δικαιούται να λάβει την πρόσθετη αμοιβή των 10.000.000 δραχμών ...". Σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, το οποίο επικύρωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την όμοια απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απορρίπτοντας από ουσιαστικής πλευράς την κατ' αυτής έφεση, αναγκαία προϋπόθεση για την καταβολή στην αναιρεσίβλητη της ως άνω πρόσθετης αμοιβής είναι κατά τη σχετική από 26.3.1992 σύμβασή της με το Ελληνικό Δημόσιο η υλοποίηση απ' αυτή του Π.Ε.Π.

Πελοποννήσου σε ποσοστό απορρόφησης μεγαλύτερο του 80% ετησίως, πιστοποιούμενο από την αρμόδια Επιτροπή Παρακολούθησης του Π.Ε.Π. Την ύπαρξη σχετικής πιστοποίησης σε ποσοστό 103% για το έτος 1992, κατά το οποίο η αναιρεσίβλητη διαχειρίσθηκε ως Σύμβουλος το Π.Ε.Π. Πελοποννήσου, το Εφετείο συνάγει αποκλειστικά από το από 7.4.1999 έγγραφο του του Συνηγόρου του Πολίτη, στο οποίο όλως παρενθετικά παραπέμπει και το οποίο από την απόφασή του δεν προκύπτει ότι είναι κατά την έννοια του άρθρ. 436 ΚΠολΔ αναφέρον έγγραφο σε σχέση με τυχόν έγγραφη πιστοποίηση της Επιτροπής Παρακολούθησης του Π.Ε.Π.

Πελοποννήσου. Το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού υπόκειται βέβαια στην ελεύθερη και αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο (άρθρ. 270§2, 561§1 ΚΠολΔ), όμως από την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν προκύπτει, ούτε στοιχειωδώς, τι ειδικότερα συνάγεται από το παραπάνω έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη, ενώ περαιτέρω το Εφετείο για να ενισχύσει το πόρισμά του ότι η αρμόδια Επιτροπή δέχθηκε υλοποίηση από την αναιρεσίβλητη του Π.Ε.Π.

Πελοποννήσου σε ποσοστό απορρόφησης 103% για το έτος 1992, διέλαβε στην απόφασή του και ότι "όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται το εναγόμενο περί απορρόφησης μικρότερης του 80% είναι αβάσιμα και απορριπτέα, αφού δεν προσδιορίζεται ούτε από τον εξετασθέντα στο πρωτόδικο δικαστήριο μάρτυρα του εναγομένου ούτε από σχετικά έγγραφα το ακριβές ποσοστό απορρόφησης του Προγράμματος για το ένδικο χρονικό διάστημα".

Έτσι όμως η σχετική κρίση του Εφετείου καθίσταται ενδοιαστική και οι αιτιολογίες της απόφασής του ανεπαρκείς για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μολονότι με την απόφασή του αρχικά αναφέρεται σε ποσοστό απορρόφησης 103%, που δέχθηκε ειδικότερα η αρμόδια Επιτροπή Παρακολούθησης του Π.Ε.Π.

Πελοποννήσου, ωστόσο στη συνέχεια αποδυναμώνει τη σαφήνεια της παραδοχής του αυτής, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να την ενισχύσει με το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα ότι δεν προσδιορίζεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα το ακριβές ποσοστό απορρόφησης του Π.Ε.Π., δηλαδή ποσοστό άλλο από αυτό των 103%.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο Α(δ) λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού να γίνει αντίστοιχα δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με το ποσό της πρόσθετης αμοιβής, ύψους 29.347,03 ευρώ ή 10.000.000 δραχμών, που επιδίκασε στην αναιρεσείουσα.

Κατά το μέρος αυτό υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει πλέον ως προς το ίδιο μέρος η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης υπό στοιχεία Α(α), Α(β), Α(γ) και Β(β). 3. Κατά την έννοια του άρθρ. 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι τελικά δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, μ' αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες και της αδράνειας του δικαιούχου η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001? 7/2002? 33/2005? ΑΠ 613/2008? 701/2009). Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία.

Με τον υπό στοιχεία Β(α) λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται και με τον υπό στοιχεία Β(β) λόγο της ίδιας αίτησης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ, και με ελλιπείς σε κάθε περίπτωση αιτιολογίες έκρινε απορριπτέα τη σχετική από το άρθρο αυτό ένσταση κατά των επίδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, που παραδεκτά πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με την έφεσή του και στο Εφετείο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σε σχέση ειδικότερα με την αξίωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή σ' αυτή του ποσού των 6.200.000 δραχμών ή 18.195,16 ευρώ, που της επιδικάσθηκε ως υπόλοιπο (πέμπτη δόση) της συμφωνημένης με το Ελληνικό Δημόσιο αμοιβής της, ότι η απόφαση αυτή έκρινε ως προς την άνω ένσταση ότι "η άσκηση της ένδικης αγωγής από την ενάγουσα...

δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού οι τυχόν ελλείψεις του εκτελεσθέντος έργου δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της αξίωσης για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εναγόμενο είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Δηλαδή το Εφετείο έκρινε ότι οι καταλογιζόμενες από το Ελληνικό Δημόσιο ελλείψεις στο έργο που εκτέλεσε η αναιρεσίβλητη, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση των επίδικων αξιώσεών της, εφόσον δεν κηρύχθηκε έκπτωτη εξ αιτίας των ελλείψεων αυτών και ούτε καταγγέλθηκε η σύμβασή της μ' αυτό και αντίθετα παρά τις όποιες καθυστερήσεις στην εκτέλεση του έργου και τις παρεκκλίσεις από τις υποδείξεις προς αυτή της Επιτροπής Αξιολόγησης του έργου, η εν λόγω Επιτροπή αναγνώρισε ωστόσο ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε σημαντική προσπάθεια για την αποσαφήνιση των βασικών χαρακτηριστικών των επί μέρους έργων του Π.Ε.Π.

Πελοποννήσου και έκανε προτάσεις για διορθωτικές αλλαγές σε προβληματικά έργα, με τις οποίες προσέγγισε την ουσία των προβλημάτων και την πορεία εξέλιξης του φυσικού αντικειμένου ορισμένων μεγάλων έργων του Προγράμματος, προτείνοντας παράλληλα ενέργειες προς τους φορείς υλοποίησης για μεγιστοποίηση της απορρόφησης των κοινοτικών πόρων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο έκρινε τελικά απορριπτέα κατ' ουσίαν, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τη σχετική από το άρθρο αυτό ένσταση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται τόσο με το υπό στοιχεία (α) μέρος του Β λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ όσο και με το υπό στοιχεία (β) μέρος του ίδιου λόγου από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα κατά το μέρος που πλήττει την απόφαση του Εφετείου κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε σε σχέση με την παραπάνω αξίωση της αναιρεσίβλητης η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώθηκε αντίστοιχα η πρωτόδικη απόφαση. Εξ άλλου η δικαστική δαπάνη πρέπει κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§2 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝΚΠολΔ, να συμψηφισθεί εν όλω μεταξύ των διαδίκων, που εν μέρει νίκησαν και εν μέρει ηττήθηκαν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6282/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με το ποσό της πρόσθετης αμοιβής, ύψους 29.347,03 ευρώ ή 10.000.000 δραχμών, που επιδίκασε στην αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει ως προς το μέρος αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Συμψηφίζει εν όλω μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ