Legislator Case Law & Legislation
1507/2008 AI generated

1507/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1507/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 482/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/5/2006 αίτησή του και τους από 10/12/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/12/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραπομπή στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου του τετάρτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αναιρετηρίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1507/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 5 παρ.1 του νόμου αυτού (Α.Ν.539/1945), ορίζεται ότι "Πάσα συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, περιλαμβάνουσα την εγκατάλειψιν του εις άδειαν δικαιώματος του μισθωτού ή την παραίτησιν τούτου από του εν λόγω δικαιώματος, και αν προβλέπει την καταβολή εις αυτόν επαυξημένης αποζημιώσεως, θεωρείται ανύπαρκτος".

Keywords

AI generated
overtime exceeding statutory hours weekly commuter allowance suspension of unemployment benefits Sunday work authorization wages and movements of workers deficit working hours
AI generated
1777/2012
Υπερωριακή απασχόληση.
192/2011
Εργατικές διαφορές.
1876/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
314/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
2094/2014
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1507 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1507/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου υπό μορφή ανώνυμης εταιρείας, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μανωλάκο.

Των αναιρεσίβλητων: Ψ1 έως και Ψ137, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Δημητρούκα, ο οποίος σύμφωνα με την από 15/1/2008 δήλωσή του που κατέθεσε στο δικαστήριο, είπε ότι: α) ο 19ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 4-9-07 σύμφωνα με το από 21-11-2007 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου και συνεχίζουν την δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού η σύζυγός του ... δι'αυτήν ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της ... και ... σύμφωνα με το 12740/22-10-2007 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, β) ο 104ος αναιρεσίβλητος ... απεβίωσε την 18-4-2005 σύμφωνα με την από 257/2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου και συνεχίζουν την δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού ... και ... σύμφωνα με το υπ' αρίθμ. 15870/2007 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, γ) ο 129ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 4-10-2004 σύμφωνα με την υπ'αρίθμ. 39/2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου και συνεχίζει τη δίκη ο ..., δυνάμει του με αριθμό 1011/14-1-2008 πληρεξουσίου της συμ/φου Ελένης Θωμοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 482/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/5/2006 αίτησή του και τους από 10/12/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/12/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραπομπή στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου του τετάρτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αναιρετηρίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η προκειμένη δίκη η οποία διακόπηκε εξαιτίας της γνωστοποιήσεώς των μετά την κάταρξή της επελθόντων θανάτων των 19ου, 104ου και 129ου των αναιρεσιβλήτων, νόμιμα επαναλαμβάνεται εκούσια με ρητές δηλώσεις των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας εγγυτέρων συγγενών και εντεύθεν εξ αδιαθέτου κληρονόμων τους η ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό (άρθρα 286 εδαφ. α', 287 παρ. 1, 290 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945 "Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται υπέρ των αντί μισθού απασχολουμένων εις επιχειρήσεις ή εργασίας, ασκούμενας επί κέρδει, βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής φύσεως, διενεργείας μεταφορών ή φορτοεκφορτώσεων, ασχέτως της μορφής ή του χαρακτήρος (δημοσίου ή ιδιωτικού) της οργανώσεως των, ως και εις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εις νοσηλευτικά ή άλλα ιδρύματα ή οργανισμούς, ή οιαδήποτε άλλα έργα διεξαγόμενα δια λογαριασμόν ιδιωτών, νομικών προσώπων, οργανισμών δημοσίου δικαίου ή του Δημοσίου, εις σωματεία, συνεταιρισμούς, θεάματα και λέσχας".

Στην παρ. όμως 3 εδ.β' του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "δεν υπόκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος τα πρόσωπα τα αντί μισθού απασχολούμενα εις δημοσίας ή δημοσίου χαρακτήρος υπηρεσίας ή εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εφ' όσον οι σχετικοί κανονισμοί δίδουν εις αυτά δικαίωμα εις ετησίαν άδειαν μετ' αποδοχών, διαρκείας τουλάχιστον ίσης προς εκείνην της αδείας, της προβλεπομένης υπό του παρόντος νόμου".

Με το άρθρο 5 παρ.1 του νόμου αυτού (Α.Ν.539/1945), ορίζεται ότι "Πάσα συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, περιλαμβάνουσα την εγκατάλειψιν του εις άδειαν δικαιώματος του μισθωτού ή την παραίτησιν τούτου από του εν λόγω δικαιώματος, και αν προβλέπει την καταβολή εις αυτόν επαυξημένης αποζημιώσεως, θεωρείται ανύπαρκτος".

Επακολούθησε το Ν.Δ. 3755/1957, με το άρθρο 3 του οποίου προστέθηκε στην παρ.1 του άρθρου 5 του Α.Ν.539/1945, ως δεύτερο εδάφιο η ακόλουθη διάταξη: "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους, καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%".

Η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή κύρωση ισχύει χωρίς εξαίρεση για όλους τους εργοδότες και κατοχυρώνει όλους τους μισθωτούς και κατά συνέπεια και τους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (Ολ.ΑΠ 32/2005). Εξάλλου, η εκμετάλλευση του δικτύου των ελληνικών σιδηροδρόμων αποτελεί μονοπώλιο του Δημοσίου που το είχε εκχωρήσει στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους" (ΣΕΚ).

Οι βασικοί όροι της εκμετάλλευσης αυτής διατυπώθηκαν αρχικά μεν στο από 4/4.9.1935 νομοθετικό διάταγμα "περί διοικήσεως των ΣΕΚ και συμπληρώσεως της περί σιδηροδρόμων νομοθεσίας", διευρύνθηκαν δε αργότερα με το Ν.Δ. 4246/1962. Οι δύο αυτοί νόμοι καταργήθηκαν εν μέρει με το άρθρο 9 του Α.Ν. 392/1968. Μεταξύ των ρυθμίσεων που αφορούσαν τους ΣΕΚ είναι και η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ανωτέρω Ν.Δ, της 4.9.1935, που ορίζει ότι "οι ΣΕΚ απολαμβάνουν όλων των προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως και το Δημόσιον, ως προς τας αστικάς αυτού σχέσεις, εφόσον δια του παρόντος ή άλλων νόμων δεν ορίζεται άλλως".

Η διάταξη αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 10 παρ. 10 του Ν.Δ. 4246/62 "Περί ενοποιήσεως των σιδηροδρομικών δικτύων του κράτους και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των ΣΕΚ νομοθεσίας" καθώς και με το άρθρο 4 του Ν.Δ. 674/70 "Περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1116/72 (Ολομ.

ΑΠ 25/2000). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ο ΟΣΕ λειτουργεί ήδη με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας (άρθρα 1 και 2 του Ν.Δ. 674/1970). Περαιτέρω, στο άρθρο 59 του Ν. 2671/1998 "Ρύθμιση θεμάτων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 28-12-1998 και κατά συνέπεια ρυθμίζει και τις άδειες που δικαιούνται οι εργαζόμενοι για τα έτη 1998-1999, ορίζονται τα εξής: "α.

Το προσωπικό που συμπληρώνει συνεχή απασχόληση στον ΟΣΕ τουλάχιστον δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολείται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, β.

η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα κάθε έτος απασχόλησης πέρα από το βασικό χρόνο μέχρι τις είκοσι πέντε (25) εργάσιμες ημέρες...δ. Η άδεια είναι δικαίωμα του προσωπικού για το οποίο δεν χωρεί παραίτηση, στ. Η εκτέλεση των κανονικών αδειών του προσωπικού προγραμματίζεται κάθε χρόνο από τη Διοίκηση με βάση τις αιτήσεις του προσωπικού και τις υπηρεσιακές ανάγκες, στ.

Η κανονική άδεια πρέπει να εκτελείται κατά κανόνα μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Κατ' εξαίρεση και όταν συντρέχουν εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες, η άδεια εκτελείται το αργότερο μέχρι 31 Μαρτίου του επόμενου έτους. ζ. Για τα λοιπά θέματα που δεν ρυθμίζονται με τα παρόντα εδάφια έχουν εφαρμογή η εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και οι κοινές διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, που παραπέμπουν στις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας ως προς τα μη ρυθμιζόμενα από αυτές θέματα - μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει αποζημίωση στον εργαζόμενο σε περίπτωση που αρνηθεί να του χορηγήσει την άδεια που δικαιούται, συνάγεται ότι και για τον ΟΣΕ, ισχύει ο γενικός κανόνας που θεσπίζεται με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Α.Ν. 539/1945, και κατά συνέπεια, σε περίπτωση που αρνηθεί να καταβάλει στο μισθωτό τη νόμιμη άδεια μέχρι την ημέρα που ορίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 59 παρ.1 του Ν. 2671/1998, υποχρεούται να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά 100%, και δεν έχει εφαρμογή η ισχύουσα για το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α.

και τα Ν. Π. Δ. Δ. διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 20 του Π. Δ. 410/1988, σύμφωνα με την οποία η προσαύξηση αυτή ανέρχεται σε ποσοστό 25%. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο αναιρεσείων Οργανισμός με την επωνυμία ΟΣΕ Α.Ε. προσέλαβε τους αναιρεσιβλήτους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τις αναφερομένης ημερομηνίες, με την ειδικότητα που αναφέρονται, με το νόμιμο μισθό.

Ο αναιρεσείων δεν χορήγησε, όπως είχε υποχρέωση από το νόμο και τον κανονισμό του, που έχει ισχύ νόμου, το σύνολο των ημερών της κανονικής άδειας αναψυχής για τα έτη 1996, 1997, 1998 και 2000, όπως αυτές οι ημέρες συνομολογούνται από τους διαδίκους. Οι ως άνω άδειες έπρεπε να χορηγηθούν μέχρι το τέλος του αντίστοιχου έτους και κατ' εξαίρεση μέχρι 31 Μαρτίου του επομένου έτους, όπως προβλέπει ο άνω κανονισμός εφόσον βέβαια συνέτρεχαν εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες, παρά του ότι όμως αυτές οι άδειες ζητήθηκαν από τους ενάγοντες, με προφορικές αιτήσεις τους ο αναιρεσείων Οργανισμός δεν προχώρησε στην παραχώρηση της νόμιμης άδειας, έστω και μέσα στα πλαίσια που ορίζει ο άνω κανονισμός και κατέβαλε την αποζημίωση άδειας μεταγενέστερα, χωρίς την προσαύξηση του 100%.

Ακολούθως το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ανωτέρω κατά 100% προσαύξηση, επεδίκασε σε καθένα απ' αυτούς τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος (υπό στοιχεία Α και Β, αντιστοίχως) λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και ο μοναδικός λόγος του προσθέτου αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμοι.

Ο τρίτος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ενέχει παντελή αοριστία και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων επικαλείται μόνον εναρίθμως τη σχετική πλημμέλεια χωρίς να αναφέρει τα αναγκαία για τη συγκρότηση αυτής (πλημμέλειας) πραγματικά γεγονότα.

Με τον τέταρτο (υπό τον αριθμό 2) λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των άρθρων 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού κλπ", που ισχύει από 1-1-1996, 2 παρ. 3 του ΝΔ 4/4-9-1935 "περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους κλπ", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον ΑΝ 392/1968, και 4 παρ. 1 του ΝΔ 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις για προσαύξηση της αποζημιώσεως άδειας των ετών 1996, 1997 και 1998 δεν υπόκεινται στην οριζόμενη από την πρώτη των ως άνω διατάξεων διετή παραγραφή και στη συνέχεια απέρριψε τη σχετική περί διετούς παραγραφής προβληθείσα ένστασή του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον οι επίμαχες ως άνω αξιώσεις υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 17 ΑΚ και όχι στην οριζόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή παραγραφή, διότι η επέκταση της τελευταίας αυτής βραχυπρόθεσμης παραγραφής και επί αξιώσεων και του αναιρεσείοντος ΟΣΕ απαγορεύεται, ως αντικείμενη στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 22παρ. 1β και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που έχει εν σωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997 (Ολομ.

Α.11/2008).

Με τον πέμπτο (υπό τον αριθμό 3) λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 21 του από 26.6/10.7.1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", επεδίκασε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά για προσαύξηση άδειας νομιμότοκα από τη δήλη ημέρα καταβολής τους, δηλαδή την 31η Μαρτίου του αντίστοιχου έτους, και όχι από την επίδοση της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η ανωτέρω ρύθμιση του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής επί των αξιώσεων κατά του ΟΣΕ (Ολομ. ΑΠ 23/2004, Ολομ. ΑΠι 24/2004).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-2006 αίτηση και το από 10-12-2007 πρόσθετο αναιρετήριο του Οργανισμού υπό την επωνυμία "ΟΣΕ ΑΕ" περί αναιρέσεως της 167/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ