1507/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 937/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 3225/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2002 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1507/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί, που συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις έπρεπε να αποχωρούν από την υπηρεσία μέσα σε εύλογο χρόνο από την εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης στην παρ. 4 αιτήσεως και δεν υπήρχε γι' αυτούς θέμα σταδιακής αποχωρήσεως, σύμφωνα με τον αριθμό και τις ειδικότητες που θα όριζε η Υ.Α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1507 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1507/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: ............................, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 937/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 3225/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2002 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 39/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 3225/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές και δέχτηκε την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση.
Εκδόθηκε η 1471/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-4-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής ανέγνωσε την από 5-12-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 7 εδ. α' και β' του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 "Εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε." προκύπτει ότι προκειμένου να μειωθεί το προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. (Ο.Α.) και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας Α.Ε., στο πλαίσιο του σχεδίου εξυγίανσης των εταιρειών αυτών, που εγκρίθηκε από την επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρασχέθηκε η δυνατότητα και στους χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς της Ο.Α.,που συμπλήρωσαν 4.500 ημέρες ασφαλίσεως και 3.000 ώρες πτήσεως, από τις οποίες 500 τουλάχιστο την τελευταία δεκαετία και είχαν συμπληρώσει ταυτόχρονα το 53° έτος της ηλικίας τους, να αποχωρήσουν οικειοθελώς και να λάβουν πλήρη σύνταξη από το Ι.Κ.Α.
και το ΤΕΑΠΑΕ, καθώς και αυξημένη αποζημίωση (την αποζημίωση του Ν.2112/1920, προσαυξημένη κατά 25% και ποσό που αντιστοιχεί σε τακτικές αποδοχές δύο' μηνών, χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο), που θα υπόκειται σε ελαττωμένη φορολογία. Το δικαίωμα της ως άνω οικειοθελούς αποχωρήσεως παρασχέθηκε στους χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς, που συγκέντρωναν τις ως άνω προϋποθέσεις, μέχρι τις 31-12-1997, εφόσον υπέβαλαν αίτηση μέσα σε ένα μήνα από τότε που πληρούσαν τις προϋποθέσεις αυτές ή μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του άνω νόμου (23-12-1994) για εκείνους που πληρούσαν τις εν λόγω προϋποθέσεις μέχρι τη δημοσίευση του.
Περαιτέρω, με την παρ.7 εδ. γ' του ανωτέρω άρθρου 2 ορίζεται ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων, ώστε να μειωθεί το ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβέρνησης, σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσης της και το νέο κανονισμό εργασίας, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από εισήγηση της Διοικήσεως της Ο.Α., συνταξιοδοτείται υποχρεωτικά ο αναγκαίος αριθμός των χειριστών και μηχανικών που συγκεντρώνουν τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ενώ με την παρ.8 του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται ότι ως επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων θεωρείται ο αριθμός που αναφέρεται κατά κατηγορία προσωπικού στο σχέδιο εξυγίανσης που εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με δυνατή απόκλιση πλέον ή έλαττον κατά 15%.
Εξάλλου, η παρ.5 του ως άνω άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με την παρ.3 του άρθρου 7 του Ν.2366/1995, ορίζει ότι ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί με απόφαση του να προσδιορίζει, κατά κατηγορία και ειδικότητα προσωπικού, τον αριθμό και το χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν και προβλέπει επιπλέον ότι, σε περίπτωση που οι υποβαλλόμενες αιτήσεις υπερβαίνουν τα όρια αυτά, γίνονται δεκτές οι αιτήσεις εκείνων που συμπληρώνουν τον μεγαλύτερο αριθμό ημερομισθίων μέχρι να καλυφθεί το ανώτατο όριο για κάθε περίοδο, καθώς και ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν στην Ο.Α., σύμφωνα με τα ανωτέρω οριζόμενα όρια και συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο από την πλήρωση των εν λόγω προϋποθέσεων, η οποία όμως λαμβάνει χώρα σε κάθε περίπτωση μέχρι και τις 31-12-1997, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους οικειοθελώς αποχωρούντες.
Οι διατάξεις αυτές της παρ. 5 αναφέρονται στο προσωπικό εδάφους και στις ιπτάμενες συνοδούς και τους φροντιστές ( αρθρ. 2 παρ. 1 α και β') και δεν έχουν εφαρμογή στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως, αφού η οικειοθελής αποχώρηση του προσωπικού αυτού ρυθμίζεται ειδικά από την παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 και το εδάφιο β' της παραγράφου αυτής παραπέμπει μόνο στην παρ. 4 που προβλέπει την προθεσμία υποβολής της αιτήσεως για οικειοθελή αποχώρηση και την καταβαλλόμενη στους οικειοθελώς αποχωρούντες αυξημένη αποζημίωση και όχι στην παρ. 5 του άνω άρθρου.
Επομένως οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί, που συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις έπρεπε να αποχωρούν από την υπηρεσία μέσα σε εύλογο χρόνο από την εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης στην παρ. 4 αιτήσεως και δεν υπήρχε γι' αυτούς θέμα σταδιακής αποχωρήσεως, σύμφωνα με τον αριθμό και τις ειδικότητες που θα όριζε η Υ.Α.
του άρθρου 2 παρ. 5α ή μη αποδοχής της αιτήσεως τους και παραμονής αυτών στην υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου στην Υ.Α. αριθμού αποχωρήσεων. Παρά ταύτα στην 6096/617/1995 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 136 β'/1-3-1995) που εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5α και προσδιόρισε κατά κατηγορία προσωπικού τον αριθμό και το χρόνο σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν κατά το έτος 1995, προβλέπεται και η αποχώρηση κατά τη διάρκεια του έτους αυτού 10 χειριστών και 2 ιπτάμενων μηχανικών, ενώ στην 21570/2631/1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που εκδόθηκε με βάση την ίδια διάταξη για το έτος 1996, δεν υπάρχει πρόβλεψη για το προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως.
Οι διατάξεις της πρώτης των ανωτέρω Υ.Α., κατά το μέρος που καθορίζουν τον αριθμό και το χρόνο αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν οικειοθελώς χειριστών και ιπταμένων μηχανικών, είναι ανίσχυρες, διότι δεν καλύπτονται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε στον άνω Υπουργό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 α' του Ν. 2271/1994, αφού η παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζεται, στο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως και δεν ήταν έτσι δυνατό οι Υ.Α., που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη της παραγράφου αυτής να περιέχουν ρυθμίσεις για το ανωτέρω προσωπικό.
Ετσι, για το προσωπικό αυτό δεν προβλέπονται στο νόμο, ούτε μπορούσαν να τεθούν με τις Υ.Α. του άρθρου 2 παρ. 5 α' περιορισμοί ως προς το χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως και τον αριθμό των δικαιουμένων να αποχωρήσουν. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τις διατάξεις της παρ. 7 γ' του άρθρου 2 του ως άνω νόμου που κάνουν λόγο για "επαρκή αριθμό" αποχωρούντων και τη διάταξη της παρ. 8 του ίδιου άρθρου που ορίζει την έννοια του "επαρκούς αριθμού", αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται μόνο στην περίπτωση που δεν θα υποβληθούν οι απαιτούμενες αιτήσεις για την προγραμματισμένη μείωση του ιπταμένου προσωπικού του θαλάμου διακυβερνήσεως και υπάρξει ανάγκη υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως μέρους του προσωπικού αυτού για να συμπληρωθεί "επαρκής αριθμός" αποχωρούντων.
Το γεγονός μάλιστα ότι μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση γίνεται λόγος για "επαρκή αριθμό οικειοθελώς αποχωρούντων", συνδυαζόμενο με το γεγονός ότι δεν τίθεται ανώτατο όριο στον αριθμό των δικαιουμένων να αποχωρήσουν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, καθιστά σαφές ότι σκοπός του νομοθέτη - στον οποίο ήταν ασφαλώς γνωστός ο αριθμός των εργαζομένων που θα συγκέντρωναν μέχρι τις 31-12-1997 τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως - δεν ήταν να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων, αλλά να συμπληρώσει, έστω και με μικρές αποκλίσεις, τον αριθμό αποχωρήσεων, που θα εξασφάλιζε την προβλεπόμενη στο σχέδιο εξυγίανσης ελάχιστη μείωση του προσωπικού.
Εξάλλου, πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων χειριστών και ιπταμένων μηχανικών δεν προκύπτει και από τις λοιπές διατάξεις της ως άνω παρ. 7γ, που προβλέπουν τη μείωση του ιπταμένου προσωπικού θαλάμου διακυβερνήσεως "σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσης της και το νέο κανονισμό εργασίας", αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στα κριτήρια καθορισμού του αριθμού των χειριστών και ιπταμένων μηχανικών, που θα συνταξιοδοτηθούν αναγκαστικά, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελών αποχωρήσεων και δεν θεσπίζουν κριτήρια για τον καθορισμό του αριθμού εκείνων που μπορούν να αποχωρήσουν οικειοθελώς ή που πρέπει να παραμείνουν στην υπηρεσία αν υπάρχει επαρκής αριθμός αποχωρούντων.
Τέλος, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι δεν αποκλείσθηκε η οικειοθελής αποχώρηση και των χειριστών ή ιπταμένων μηχανικών, που θα συνταξιοδοτούντο υποχρεωτικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-1997, αρκεί κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως να πληρούσαν τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως και να μην είχαν συμπληρώσει κατά τον χρόνο αυτό, αλλά και κατά το χρόνο της πραγματικής αποχωρήσεως τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως.
Διότι αν είχαν συμπληρώσει κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως και τις άνω προϋποθέσεις, θα έπρεπε να αποχωρήσουν αναγκαστικά και δεν θα είχαν δικαίωμα οικειοθελούς (όχι υποχρεωτικής) αποχωρήσεως, ενώ αν συμπλήρωναν τις εν λόγω προϋποθέσεις μετά την υποβολή της αιτήσεως, αλλά πριν πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών, θα έπρεπε και πάλι να αποχωρήσουν αναγκαστικά, χωρίς τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, αφού δεν εφαρμόζεται στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως η προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 5 β' του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 - που προβλέπει ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν στην υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του οριζόμενου στις Υ.Α.
ανώτατου ορίου αποχωρήσεων, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου για την οικειοθελή αποχώρηση όταν συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο - κατά τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί, που υπέβαλαν εμπρόθεσμα αιτήσεις για οικειοθελή αποχώρηση, αλλά παρέμειναν για οποιοδήποτε λόγο στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως, δεν δικαιούνται, κατά την αποχώρηση τους, να λάβουν την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 αυξημένη αποζημίωση, διότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μόνο στους οικειοθελώς αποχωρούντες και όχι σε εκείνους που αποχωρούν αναγκαστικά, λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως.
Περαιτέρω, το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των παραγράφων 4, 5, 7 και 8 του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 προκύπτει καταρχήν ότι η παρ. 5 του ως άνω άρθρου δεν έχει εφαρμογή στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως και συνάγεται ακολούθως αφενός ότι όλοι οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί, που είχαν δικαίωμα οικειοθελούς αποχωρήσεως και υπέβαλαν εμπρόθεσμα σχετική αίτηση, έπρεπε να αποχωρούν αμέσως από την υπηρεσία, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα περιορισμού του αριθμού των αποχωρούντων ή παρατάσεως του χρόνου της αποχωρήσεως αυτών και αφετέρου ότι για να εφαρμοσθούν στους ανωτέρω χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς οι ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 2271/1994 για την οικειοθελή αποχώρηση δεν αρκεί να είχαν υποβάλει τη σχετική αίτηση πριν από την αναγκαστική αποχώρηση αυτών, λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως, αλλά πρέπει και να μη παρέμειναν στην υπηρεσία μέχρι τον χρόνο της ως άνω αναγκαστικής αποχωρήσεως τους.
Ενόψει αυτών παρέπεται ότι οι εν λόγω διατάξεις και οι αρχές της καλής πίστεως επιβάλλουν στα αρμόδια όργανα της Ο.Α. την υποχρέωση να αποδέχονται όλες ανεξαιρέτως τις αιτήσεις των χειριστών και ιπταμένων μηχανικών, που πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις και να προβαίνουν στις απαιτούμενες ενέργειες για να πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών αμέσως μετά την υποβολή των αιτήσεων τους, δηλαδή μέσα σε εύλογο χρόνο απ' αυτή και πάντως πριν από τον χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεώς τους.
Διαφορετικά, η αδικαιολόγητη παράλειψη των οργάνων αυτών να αποδεχθούν μέσα σε εύλογο χρόνο τις αιτήσεις και να διακανονίσουν έγκαιρα την οικειοθελή αποχώρηση των ως άνω χειριστών και ιπταμένων μηχανικών, εφόσον έχει ως αποτέλεσμα την παραμονή αυτών στην υπηρεσία μέχρι το χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως τους και περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της αυξημένης αποζημιώσεως που, προβλέπει ο Ν. 2271/1994 για την οικειοθελή αποχώρηση, αντιβαίνει στις προπαρατεθείσες διατάξεις του νόμου και δημιουργεί ευθύνη της Ο.Α.
προς αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστησαν οι εν λόγω χειριστές ή ιπτάμενοι μηχανικοί από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια παράλειψη των οργάνων της, κατά τις διατάξεις για την αδικοπραξία (αρθρ. 71 και 914 ΑΚ). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτός ελεγχόμενο δικόγραφο της ένδικης αγωγής (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε για τη θεμελίωση της τελευταίας επικουρικής βάσεως αυτής, ότι στις 21-8-1965 προσελήφθη από την αναιρεσείουσα ως ιπτάμενος μηχανικός αεροσκαφών, ότι αν και είχε υποβάλει εμπρόθεσμα στις 11-1-1995 αίτηση για οικειοθελή αποχώρηση και πληρούσε τις απαιτούμενες γι' αυτό από το Ν. 2271/1994 προϋποθέσεις, η αναιρεσείουσα παρέλειψε να προβεί αμέσως, όπως όφειλε, στη διαγραφή του από τη δύναμη του προσωπικού και να του καταβάλει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άνω νόμου αυξημένη αποζημίωση, αλλά τον διατήρησε στην υπηρεσία μέχρι τις 31-12-1997, που συνταξιοδοτήθηκε υποχρεωτικά και έλαβε τη συνηθισμένη για τη συνταξιοδότηση αυτή μειωμένη αποζημίωση.
Επιπλέον εξέθεσε ο αναιρεσίβλητος ότι για την παραμονή του στην υπηρεσία μέχρι την ως άνω ημερομηνία της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως του δεν συνέτρεχε κανένας λόγος, αφού και ο προβλεπόμενος στο σχέδιο εξυγίανσης της Ο.Α. αριθμός των 23 χειριστών και ιπταμένων μηχανικών που μπορούσαν να αποχωρήσουν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 2271/1994 δεν είχε συμπληρωθεί και αυτός είχε πραγματοποιήσει, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως του ή της οικειοθελούς αποχωρήσεως άλλων συναδέλφων του, περισσότερα ημερομίσθια από εκείνους.
Ακολούθως ισχυρίσθηκε ο αναιρεσίβλητος με την άνω επικουρική βάση της αγωγής του ότι η αναιρεσείουσα Ο.Α. παράνομα και καταχρηστικά δεν προέβη στην άμεση αποδοχή της αιτήσεως οικειοθελούς αποχωρήσεως αυτού και στη λύση της συμβάσεώς του με ταυτόχρονη καταβολή της εν λόγω αυξημένης αποζημιώσεως και ζήτησε μετά ταύτα να του καταβάλει η αναιρεσείουσα τη διαφορά μεταξύ της αποζημιώσεως που έλαβε και της αποζημιώσεως που προβλέπει ο Ν. 2271/1994.
Η επικουρική αυτή βάση της ένδικης αγωγής περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση αυτής στο άρθρο 914 ΑΚ και μάλιστα την υπαιτιότητα (των οργάνων) της αναιρεσείουσας εταιρείας στην επέλευση της ζημίας του αναιρεσιβλήτου. Η επίκληση της υπαιτιότητας αυτής, αν και δεν γίνεται πανηγυρικά στην αγωγή, συνάγεται σαφώς από το περιεχόμενο της και ειδικότερα από την αναφερόμενη παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2271/1994 και την προβαλλόμενη έντονα σ' αυτή παράλειψη της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί αμέσως, όπως όφειλε, την αίτηση οικειοθελούς αποχωρήσεως του αναιρεσιβλήτου, με την επισήμανση ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος που να δικαιολογεί την παράλειψη αυτή, αλλά αντιθέτως οι συντρέχουσες περιστάσεις και συγκεκριμένα ,ο χρόνος υποβολής της αιτήσεως του και ο μεγαλύτερος αριθμός ημερομισθίων (ημερών ασφαλίσεως), που είχε συμπληρώσει σε σχέση με όλους τους συναδέλφους του, που αποχώρησαν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, επέβαλαν στην αναιρεσείουσα να αποδεχθεί πρώτα τη δική του αίτηση.
Επομένως το Εφετείο, που δέχθηκε ότι η κρινόμενη αγωγή ήταν ορισμένη ως προς τη νομική της βάση από την αδικοπραξία και δεν την απέρριψε ως προς τη βάση αυτή ως αόριστη, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, το Εφετείο ως προς την ανωτέρω νομική βάση της αγωγής δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την αναιρεσείουσα, στις 21-8-1965, ως ιπτάμενος μηχανικός αεροσκαφών και υπηρέτησε σ' αυτή μέχρι τις 31-12-1997, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 11-1-1995 είχε υποβάλει αίτηση για οικειοθελή αποχώρηση, αφού συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 2271/1994, καθόσον ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ για τον κλάδο σύνταξης, είχε συμπληρώσει 10.872 ημέρες ασφαλίσεως σε αεροπορικές εταιρίες από τις οποίες τουλάχιστον 500 την τελευταία δεκαετία και το 53ο έτος της ηλικίας του και υπέβαλε εμπρόθεσμα την αίτηση.
Η τελευταία δεν έγινε δεκτή και η αναιρεσείουσα συνέχισε να απασχολεί τον αναιρεσίβλητο μέχρι τις 31-12-1997, οπότε συνταξιοδοτήθηκε και του καταβλήθηκε αποζημίωση ύψους 18.957.687 δραχμών και όχι η αυξημένη του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994. Από τις αρχές της καλής πίστης επιβάλλοταν στα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας να αποδέχονται όλες ανεξαιρέτως τις αιτήσεις των ιπταμένων μηχανικών, που πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις και να προβαίνουν στις απαιτούμενες ενέργειες για να πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών αμέσως μετά την υποβολή των αιτήσεων τους, δηλαδή μέσα σε εύλογο χρόνο από την υποβολή τους και πριν από το χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης τους.
Διαφορετικά, η αδικαιολόγητη παράλειψη των εν λόγω οργάνων να αποδεχθούν τις αιτήσεις και να διακανονίσουν την οικειοθελή αποχώρηση των ως άνω ιπταμένων, μηχανικών, εφόσον είχε ως αποτέλεσμα την παραμονή αυτών στην υπηρεσία μέχρι το χρόνο της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης τους και περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της αυξημένης αποζημίωσης του Ν. 2271/1994, για την οικειοθελή αποχώρηση, αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου και δημιουργεί ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστησαν αυτοί από την ως άνω παράνομη και υπαίτια παράλειψη των οργάνων της.
Η ενέργεια της αναιρεσείουσας να μην κάνει δεκτή, εντός ευλόγου χρόνου την αίτηση του αναιρεσιβλήτου για οικειοθελή αποχώρηση του, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη 1995 ή αρχές του 1996, όπως έπραξε με άλλους συναδέλφους του, καίτοι ο αναιρεσίβλητος πληρούσε τις προϋποθέσεις για οικειοθελή αποχώρηση, ήταν αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994.
Ενήργησαν δε τα όργανα της αναιρεσείουσας με πρόθεση, προκειμένου να παραμείνει ο αναιρεσίβλητος στην υπηρεσία μέχρι τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας του, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος και επί πλέον αυτός είχε συμπληρώσει μεγαλύτερο αριθμό ημερών ασφαλίσεως από άλλους συναδέλφους του, των οποίων έγιναν δεκτές οι αιτήσεις οικειοθελούς αποχωρήσεως.
Αποτέλεσμα της άδικης αυτής συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας ήταν να ζημιωθεί ο αναιρεσίβλητος τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσης λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδότησης του αποζημίωσης και αυτής " του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 2271/1994, ύψους 17.581.143 δραχμών. Με όσα ως άνω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Το Εφετείο δέχθηκε ότι τα όργανα, που παρέλειψαν να κάνουν δεκτή την αίτηση του αναιρεσιβλήτου, ήταν αυτά που αντιπροσωπεύουν την αναιρεσείουσα (άρθρο 71 ΑΚ) και δεν ήταν αναγκαίο να κατονομάζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην απόφαση, αν από την τυχόν αύξηση των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου μετά την υποβολή της αιτήσεως του και μέχρι τη συνταξιοδότηση του επηρεάσθηκε η ζημία του, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού η τελευταία δεν υπέβαλε σχετικό ισχυρισμό, που αποτελεί ένσταση (συμψηφισμού ζημίας και κέρδους).
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για τους ως άνω λόγους, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 11/1996, 469/1984). Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων ισχυρισμών της, κατά τους οποίους α) για την παραμονή του αναιρεσιβλήτου στην υπηρεσία της μέχρι το χρόνο της αναγκαστικής αποχωρήσεώς του συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της λειτουργίας της σε επίπεδο πτητικού έργου, που απέκλειε την προαναφερόμενη υπαιτιότητα των οργάνων της και β) αν ο αναιρεσίβλητος αποχωρούσε από την υπηρεσία της το μήνα Ιανουάριο του έτους 1995, η αποζημίωσή του θα ανερχόταν στο ποσό των 18.340.224 δρχ., ενώ η αποζημίωση, που του καταβλήθηκε κατά την αποχώρησή του το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1997, ανήλθε στο ποσό των 29.734.426 δρχ., με αποτέλεσμα να απολαύσει τη διαφορά, ποσού 11.340.202 δρχ., η οποία υπερκαλύπτει, συνεπεία της αυξήσεως των αποδοχών του από το έτος 1995 έως το έτος 1997, τα όσα επιπλέον θα λάμβανε σε εφαρμογή του Ν. 2271/1994, ήτοι τη διαφορά μεταξύ 80% και 100% της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920, ως και επιπλέον δύο μισθούς.
Από τους ανωτέρω ισχυρισμούς ο υπό στοιχείο α' δεν αποτελεί πράγμα με την προαναφερόμενη έννοια του όρου, αλλ' άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί υπαιτιότητας και συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά την αντίστοιχη αιτίασή του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίστανται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω υπό στοιχείο β' ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Για τους λόγους αυτούς
- ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-4-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1471/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. - ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαϊου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ