Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to improper defendant and failure to prove procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Athens as inadmissible. The appellant failed to properly name the deceased eighth defendant and did not substantiate procedural grounds regarding the insurance company's license revocation. Consequently, the court ruled that the appeal must be rejected and ordered the appellant to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35, 127 of the Civil Code; Articles 62, 63, 286 et seq., 313 para. 1 lit. d', 556, 558 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be directed against the opposing party of the appellant; if that party has died before the filing of the appeal and this fact is known to the appellant at the time of filing, the appeal must be directed against the universal successors, otherwise it is rejected ex officio as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1506 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1506/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Π., 2) Α. Λ. του Ν., κατοίκων ..., 3) Γ. Κ. του Π. και Α. Λ. του Ν., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης αβάπτιστης θυγατέρας τους με το επώνυμο Λ., 4) Δ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 5) Μ. Κ. Γ., 6) Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 7) Ε. συζ. Π. Κ., το γένος Πέτρου Καραγκούνη, κατοίκου ..., 8) Ν. Λ. του Ευαγγέλου και 9) Θ. συζ. Ν. Λ.., το γένος Π. Κ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η έως και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Παπαδημητρίου, ενώ οι 8ος και 9η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1284/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4588/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 34, 35, 127 του ΑΚ, 62, 63, 286 επ., 313 παρ. 1 περ. δ', 556 και 558 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, αν δε αυτός πεθάνει πριν την άσκησή της και το γεγονός αυτό είναι σε γνώση του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης, αυτή πρέπει να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων του κλπ., διαφορετικά απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτη (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 512/2011).
Σύμφωνα με τα παραπάνω και κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 4588/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον μέρος της στρέφεται κατά του, φερομένου ως απόντος, όγδοου αναιρεσιβλήτου Ν.
Λ. του Ε., διότι αυτός είχε ήδη πεθάνει κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης και η αναιρεσείουσα γνώριζε το γεγονός αυτό, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά την ενώπιον του Εφετείου, κατ' αντιμωλία όλων των διαδίκων, συζήτηση της υπόθεσης, έγινε δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης λόγω του θανάτου, στις 14-1-2016, του αρχικού ως άνω διαδίκου κατά την άσκηση της από 14-9-2017 έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη και για το λόγο αυτό κηρύχτηκε απαράδεκτη, ως προς αυτόν, η ως άνω έφεση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 11272Δ/17-1-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείβλητοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση της από 15-6-2020 αίτησης για αναίρεση της 4588/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας [1-4-2022], επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ειδική εκκαθαρίστρια της αναιρεσείουσας που την εκπροσωπεί.
Επομένως, αφού η ένατη αναιρεσίβλητη Θεοδώρα συζ. Ν. Λ. δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο για το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, εφ` όσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία και δεν περιλαμβάνει τούτο και τις αιτιολογίες της απόφασης, ούτε αφορά δικαιώματα ή έννομες σχέσεις, οι οποίες δεν αποτέλεσαν αναγκαία προϋπόθεση του δικαιώματος που κρίθηκε, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάσθηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσης του για το ένδικο δικαίωμα ή ως προς εκείνα που κρίθηκαν πλεοναστικά.
Εξάλλου το αντικείμενο της δίκης καθορίζεται με την αγωγή, το δε δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει τη συνδρομή ή όχι των πραγματικών προϋποθέσεων της διάταξης, η οποία προβλέπει το δικαίωμα που υποβάλλει ο ενάγων και την κατάφαση ή άρνηση της προβλεπόμενης έννομης συνέπειας. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσον για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσον και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρου 324 του ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ελέγχεται, από τον Άρειο Πάγο [ΑΠ 944/2020, ΑΠ 877/2018, ΑΠ 449/2015].
Ειδικότερα, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 324 του ΚΠολΔ, κατά την οποία δεδικασμένο υφίσταται μεταξύ των ιδίων προσώπων, όταν ενεργούν με την ίδια ιδιότητα, για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφ' όσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το Δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης δηλ.
καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το Δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα διάταξη και γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αληθή για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.
Για να καταλαμβάνει και μεταγενέστερη δίκη το δεδικασμένο που παράγεται από μια δικαστική απόφαση, προϋποτίθεται ότι αυτή αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και εδράζεται στην ίδια ιστορική και νομική βάση. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας καταφάσκεται όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης και ήταν κατά νόμο αναγκαία για την άρνηση ή την κατάφαση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας, ταυτίζονται με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας διατάξεως στο πλαίσιο της νέας δίκης.
Επομένως, προκειμένου να εξεταστεί αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης, όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης [Ολ.ΑΠ 15/1998, ΑΠ 57/2020, ΑΠ 416/2019].
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων [ΑΠ 14/2021].
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), υπό την επίκληση του αρ. 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι, το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 2078/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Αιγαίον ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία" και με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 17-4-2013 [προγενέστερη] αγωγή των αναιρεσιβλήτων καθόσον κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να θεμελιωθεί στο ν.
ΓπΝ/1911. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, παραδεκτώς κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προς διακρίβωση της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου προκύπτουν τα ακόλουθα, που αποτελούν και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως: " ........ με την από 17-4-2013 αγωγή τους [προγενέστερη της ένδικης αγωγής], οι νυν ενάγοντες ιστορούσαν ότι η πρώτη εξ αυτών, με τον ανήλικο πενταετή γιό της, επέβαιναν στο με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο στην νυν εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, ότι στην οδό ... στο ..., ο οδηγός [αδερφός της πρώτης ενάγουσας] στάθμευσε προσωρινά, προκειμένου να μεταβεί σε παραπλήσιο κατάστημα, αφήνοντας ανοικτή την πόρτα του οδηγού και τη μηχανή του οχήματος αναμμένη, ότι ξαφνικά, λόγω της κατωφέρειας της οδού το όχημα άρχισε να κινείται με οπισθοπορεία, ότι η ίδια, με το ανήλικο αγκαλιά, προσπάθησε να εξέλθει από το εν κινήσει όχημα και το κατάφερε, πλην όμως κατά τη στιγμή που εξήρχετο, το αυτοκίνητο προσέκρουσε με το οπίσθιο τμήμα του σε άλλο σταθμευμένο όχημα, με αποτέλεσμα, ένεκα της σύγκρουσης, η ανοιχτή πόρτα του αυτοκινήτου να δεχθεί ώθηση και να χτυπήσει το ανήλικο, το οποίο τραυμάτισε θανάσιμα.
Ζήτησαν δε οι ενάγοντες, συγγενείς του ανηλίκου, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επικαλούμενοι τις διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/1911 και εκείνες του ν. 489/1976. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1460/2014 απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη και στη συνέχεια έκρινε αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 9-7-2014 και με αριθμό 4554/2014 έφεσή της η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2078/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε την αγωγή μη νόμιμη, αφού αυτή δεν μπορούσε να θεμελιωθεί στο Ν. ΓΠΝ/1911, ο οποίος τύγχανε ανεφάρμοστος, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Επίσης, έκρινε ότι ανεξάρτητα από την επικαλούμενη από τους ενάγοντες νομική βάση, που δεν δεσμεύει το δικαστήριο, η αγωγή δεν μπορούσε να βρει έρεισμα ούτε στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, εφόσον δεν γινόταν επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών υπαιτιότητας [αμέλειας] και δεν εκτίθετο ότι ο θάνατος του ανηλίκου οφείλετο σε αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου, χαρακτηριστικό δε ήταν ότι όχι μόνο συγκεκριμένα περιστατικά δεν εκτίθεντο, αλλά ούτε οι νομικοί όροι "υπαιτιότητα" ή " αμέλεια "δεν περιλαμβάνονταν στην αγωγή.
Κατόπιν τούτων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω 2078/2015 απόφασή του, εξαφάνισε την 1460/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την από 17- 4-2013 αγωγή ως μη νόμιμη υπό τα προεκτεθέντα. Οι ίδιοι ενάγοντες, στη συνέχεια, με την ένδικη από 26-9-2015 και με αριθμό κατάθεσης 93527/5236/2015 αγωγή τους, ιστορούν ότι συνεπεία αποκλειστικής υπαιτιότητας [όπως τα στοιχεία αυτής αναλυτικά εξειδικεύονται] του οδηγού Χ.
Κ. του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. διθέσιου αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του Ι. Κ., που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην προαναφερόμενη [ίδια ως άνω] εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του ανήλικου αβάπτιστου τέκνου των δυο πρώτων εναγόντων, αδερφού της τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εναγόντων και εγγονού των έκτου, έβδομης, όγδοου και ένατης των εναγόντων, κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή.
Ζητούν δε οι ενάγοντες, συγγενείς του ανηλίκου, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με όσα στην αρχή της παρούσας εκτέθηκαν, επικαλούμενοι σαφώς και ορισμένως τις διατάξεις του κοινού δικαίου περί αδικοπραξιών [άρθρα 914, 932 ΑΚ -υποκειμενική ευθύνη] και εκθέτοντας επιπρόσθετα συγκεκριμένα περιστατικά υπαιτιότητας που βαρύνουν τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ειδικότερα επικαλούνται παραβίαση συγκεκριμένων διατάξεων του ΚΟΚ.
Επίσης, επικαλούνται τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του υπαίτιου οδηγού και της ζημίας καθώς και τα στοιχεία που προσδιορίζουν τη ζημία. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου που απορρέει από την 2078/2015 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αφού η εκεί κριθείσα από 17-4-2013 αγωγή είχε άλλη νομική βάση και δη δίωκε να βρει έρεισμα στις διατάξεις του Ν.
ΓΠΝ/1911, ενώ η ένδικη από 26-9-2015 αγωγή ερείδεται στις διατάξεις του κοινού δικαίου για την υπαιτιότητα [περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ], ήτοι ελλείπει η ταυτότητα νομικής αιτίας μεταξύ των δυο αγωγών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια ορθά το νόμο εφάρμοσε. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει την ένσταση δεδικασμένου είναι αβάσιμος και απορριπτέος .....".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι δηλ. δεν απορρέει δεδικασμένου από την 2078/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αφού η προγενεστέρως κριθείσα, από 17-4-2013, αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, είχε άλλη νομική βάση και δη αυτή των διατάξεων του ν.
ΓπΝ/1911, ενώ η υπό κρίση, από 26-9-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 93527/5236/2015, αγωγή, στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ και ως εκ τούτου λείπει η ταυτότητα νομικής αιτίας μεταξύ των δυο αγωγών, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Επομένως, το Εφετείο το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου, όχι παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 10/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 945/2020, ΑΠ 607/2020).
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ` αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρο 300 ΑΚ).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή κάθε αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 437/2019).Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 33 αρ. 2 περ.
β'του ν. 2696/1999 [Κ.Ο.Κ.] 1. Απαγορεύεται η μεταφορά επιβατών με οδικά οχήματα κατά τρόπο τέτοιο ώστε να δημιουργείται κίνδυνος. 2. Ειδικότερα απαγορεύεται: α) ......, β) Η κατάληψη θέσης παραπλεύρως του οδηγού, από παιδιά ηλικίας μικρότερης των δώδεκα (12) ετών, εφόσον δεν συγκροτούνται με εγκεκριμένο σύστημα συγκρότησης κατάλληλο για την ηλικία, το ύψος και το βάρος τους, ως και από περισσότερα πρόσωπα από όσα επιτρέπεται στη θέση αυτή, ενώ κατά το άρθρο 34 παρ. 6 του ως άνω νόμου '' τα οχήματα που βρίσκονται σε στάση ή στάθμευση, επιβάλλεται να τοποθετούνται παράλληλα με την οριογραμμή του οδοστρώματος και επί της αντιστοιχούσας για αυτούς προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας πλευράς, εκτός αν ορίζεται με σήμανση διαφορετικά''.......
και κατά την παρ. 7 '' οι οδηγοί οχημάτων ή ζώων που σταθμεύουν δεν επιτρέπεται να απομακρύνονται από αυτά, εάν δεν λάβουν προηγουμένως τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή δυστυχήματος και, προκειμένου για μηχανοκίνητα οχήματα, για να εμποδιστεί η χρησιμοποίηση αυτών χωρίς την άδεια των οδηγών τους''. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλομένη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), που αφορούν τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ`αυτό οδηγών, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:'' .....
στις 12 Οκτωβρίου 2010 και περί ώρα 13.45' ο Χ. Κ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Ι. Κ. το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενος επί της διπλής κατευθύνσεως οδού ... στο ... ... με κατεύθυνση από τη ... προς τη Λ. Δημοκρατίας.
Στο αυτοκίνητο στη θέση του συνοδηγού επέβαιναν η αδερφή του Γ. Κ. και ο πεντάχρονος αβάπτιστος γιός της τον οποίο κρατούσε στην αγκαλιά της. Όταν το προαναφερόμενο όχημα έφθασε στο ύψος του ... της ανωτέρω οδού ..., ο ανωτέρω οδηγός εξήλθε του ρεύματος πορείας του, διέσχισε λοξά το αντίθετο ρεύμα και στάθμευσε το αυτοκίνητο προσωρινά, στο αριστερό μέρος της ... ..., σε σχέση με την πορεία του, σε θέση διαγώνια, ανεβάζοντας τους δυο τροχούς στο πεζοδρόμιο.
Στη συνέχεια βγήκε από το αυτοκίνητο για να μεταβεί σε παρακείμενο κατάστημα δισκοπωλείου, αφήνοντας τη μηχανή αναμμένη και την πόρτα του οδηγού ανοιχτή και χωρίς να "δέσει" το χειρόφρενο. Επισημαίνεται ότι η ... ... στο σημείο εκείνο, έχει κατωφέρεια, στην κατεύθυνση προς την ..., δηλαδή προς την πλευρά που ''έβλεπε'' το οπίσθιο μέρος του αυτοκινήτου.
Η Γ. Κ., με το ως άνω ανήλικο τέκνο της παρέμειναν εντός του οχήματος περιμένοντας τον οδηγό, πλην όμως, ο ανήλικος από έλλειψη της προσήκουσας εποπτείας εκ μέρους της μητέρας του, ξέφυγε από την αγκαλιά της, μετακινήθηκε στη θέση του οδηγού και "έλυσε" το χειρόφρενο με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να αρχίσει να κινείται ανεξέλεγκτα προς τα πίσω, ήτοι με κατεύθυνση προς τη ....
Τότε η Γ. Κ., πανικόβλητη, πήρε στην αγκαλιά της τον ανήλικο γιό της και επιχείρησε να εξέλθει από το αυτοκίνητο από την πόρτα του οδηγού που ήταν ανοιχτή, δηλαδή από την πλευρά προς το πεζοδρόμιο. Ωστόσο, τη στιγμή που προσπαθούσε να εξέλθει από το αυτοκίνητο με το ανήλικο τέκνο της, το εν λόγω όχημα προσέκρουσε με το οπίσθιο αριστερό άκρο του στο οπίσθιο αριστερό άκρο του όπισθεν αυτού κανονικά σταθμευμένου αυτοκινήτου αγνώστων στοιχείων, αλλά με αντίθετη φορά προς το δικό τους, με αποτέλεσμα η ανοιχτή πόρτα να δεχθεί ώθηση και να χτυπήσει δυνατά το ανήλικο στο θώρακα στην δεξιά του πλευρά και να προκληθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του [βλ.
με αριθμό ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Αθηνών Σ. Μ., σύμφωνα με την οποία ως αιτία θανάτου αναγράφεται βαρεία κάκωση θώρακος και θλάση νωτιαίου μυελού αυχενικής μοίρας]. Το αυτοκίνητο παρά τη σύγκρουση με το όπισθεν αυτού σταθμευμένο αυτοκίνητο, μείωσε προς στιγμήν το ρυθμό της οπισθοπορείας του γι' αυτό και η Γ.
Κ. με το ανήλικο τέκνο της κατάφερε να βγει από αυτό, στη συνέχεια δε το ζημιογόνο όχημα παίρνοντας κλίση προς τα δεξιά συνέχισε ανεξέλεγκτα την οπισθοπορεία του, διαγώνια επί του οδοστρώματος της ... ..., με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ.
Α., ο οποίος κινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του επί της οδού ... με κατεύθυνση προς τη Λ. Δημοκρατίας. Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Χ. Κ. και της μητέρας του ανηλίκου Γ. Κ.. Συγκεκριμένα, ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος κατ' αρχήν στάθμευσε το όχημά του σε δρόμο με κατωφέρεια, διαγώνια και όχι παράλληλα με την οριογραμμή του οδοστρώματος, κατά παράβαση του άρθρου 34 παρ. 6 του ΚΟΚ, με αποτέλεσμα κατά την οπισθοπορεία του να μην ακινητοποιηθεί επάνω στο σταθμευμένο όχημα που υπήρχε όπισθέν του.
Περαιτέρω, απομακρύνθηκε από το όχημά του, χωρίς να λάβει προηγουμένως τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή ατυχήματος, κατά παράβαση του άρθρου 34 παρ. 7 του ΚΟΚ, δεδομένου ότι άφησε τη μηχανή του οχήματος αναμμένη, με τη θύρα του οδηγού ανοιχτή, ενώ έπρεπε ως μέσος συνετός οδηγός να ασφαλίσει σωστά το όχημά του, με τον συνδυασμό πλήρως τραβηγμένου χειρόφρενου και θέσεως της αντίστοιχης αντίθετης ταχύτητας στο κιβώτιο ταχυτήτων.
Τέλος, εν γνώσει του ότι στη θέση του συνοδηγού επέβαινε μαζί με τη μητέρα του ανήλικο ηλικίας μόλις 5 ετών, δεν μερίμνησε ότι το παιδί έπρεπε να συγκρατείται με εγκεκριμένο σύστημα συγκράτησης κατάλληλο για την ηλικία, το ύψος και το βάρος του, κατά παράβαση του άρθρου 33 αρ. 2 περ. β' του ΚΟΚ. Από την άλλη πλευρά, η αμέλεια της Γ.
Κ. συνίσταται στο ότι αυτή δεν επέδειξε την επιμέλεια του μέσου συνετού γονέα και δεν άσκησε την προσήκουσα εποπτεία στο ανήλικο τέκνο της, καθόσον άφησε το παιδί να κινείται ανεξέλεγκτα εντός του αυτοκινήτου που ήταν σταθμευμένο σε δρόμο με κατωφέρεια, με αποτέλεσμα αυτό να μπορέσει εύκολα να πλησιάσει το χειρόφρενο και να το απασφαλίσει, με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη οπισθοπορεία του αυτοκινήτου προς το μέσον της οδού.
Το ποσοστό υπαιτιότητας εκάστου των ανωτέρω προσδιορίζεται σε 60% για τον Χ. Κ. και σε 40% για τη Γ. Κ.. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, έστω και με λιγότερες αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας [άρθρο 534 ΚΠολΔ] και έκανε εν μέρει δεκτή την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της πρώτης ενάγουσας στην πρόκληση του ατυχήματος, την οποία προέβαλε προσηκόντως η εναγομένη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι καμίας μορφής υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον Χ. Κ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος..... ''. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε ως προς την συντρέχουσα αμέλεια των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος, Χ.
Κ. και της συνεπιβαίνουσας, στη θέση του συνοδηγού, αδελφής του πρώτης αναιρεσίβλητης Γ. Κ., η οποία κρατούσε στην αγκαλιά της τον πεντάχρονο, αβάπτιστο, γιό της, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των ως άνω άρθρων 297, 300, 330, 914 του ΑΚ, 10 του ν.
Γπν/1911 και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η συντρέχουσα αμέλεια των ως άνω προσώπων στο ένδικο ατύχημα. Ειδικότερα, παρέθεσε όλα εκείνα τα στοιχεία, που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά τόσο του οδηγού του οχήματος Χ.
Κ., όσο και της συνεπιβαίνουσας, στη θέση του συνοδηγού, αδελφής του πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία κρατούσε στην αγκαλιά της τον πεντάχρονο, αβάπτιστο, γιό της, κατά ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Ειδικότερα αναφέρονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η στάθμευση του οχήματος που οδηγούσε ο Χ. Κ., καθώς και η αμελής συμπεριφορά του καθενός των παραπάνω, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τον θάνατο του ανηλίκου, αβάπτιστου τέκνου της πρώτης αναιρεσίβλητης. Συγκεκριμένα, στην ως άνω απόφαση περιλαμβάνονται παραδοχές, ειδικά, για την υπαιτιότητα (αμέλεια) του ως άνω οδηγού του οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος που συνίσταται στο ότι στάθμευσε το με αριθμ.
κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο, στο αριστερό μέρος, σε σχέση με την πορεία του, της ... ..., σε σημείο αυτής με κατωφέρεια και σε θέση διαγώνια, ανεβάζοντας τους δυο τροχούς στο πεζοδρόμιο, ενώ στη συνέχεια βγήκε από αυτό προκειμένου να μεταβεί σε παρακείμενο δισκοπωλείο, αφήνοντας τη μηχανή αναμμένη και την πόρτα του οδηγού ανοικτή και χωρίς να έχει δέσει πλήρως το χειρόφρενο και να θέσει την αντίστοιχη αντίθετη ταχύτητα στο κιβώτιο ταχυτήτων, ενώ η αμέλεια της πρώτης αναιρεσίβλητης συνίσταται στο ότι αυτή δεν άσκησε την προσήκουσα εποπτεία στο ανήλικο τέκνο της, καθόσον άφησε αυτό να κινείται ανεξέλεγκτα εντός του οχήματος που ήταν σταθμευμένο σε δρόμο με κατωφέρεια και αναμμένη τη μηχανή, έτσι ώστε αυτό να πλησιάσει το χειρόφρενο και να το απασφαλίσει, με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη οπισθοπορεία του [οχήματος] προς το μέσον της οδού και στη συνέχεια στην προσπάθειά της να εξέλθει από το όχημα από την πόρτα του οδηγού που ήταν ανοιχτή, το εν λόγω όχημα προσέκρουσε με το οπίσθιο αριστερό άκρο του στο οπίσθιο αριστερό άκρο του όπισθεν αυτού κανονικά σταθμευμένου αυτοκινήτου, με συνέπεια η ανοιχτή πόρτα να δεχθεί ώθηση και να χτυπήσει δυνατά το ανήλικο στο θώρακα στην δεξιά του πλευρά και να προκληθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του.
Εξάλλου, στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως καμία αντίφαση δεν υπάρχει, όπως η αναιρεσείουσα διατείνεται σχετικά με το δέσιμο ή μη του χειρόφρενου του οχήματος από τον οδηγό αυτού καθόσον ρητά αναφέρεται ότι ο εν λόγω οδηγός κατά την απομάκρυνσή του από το όχημα, σε κατωφέρεια, με αναμμένη την μηχανή και ανοικτή την πόρτα του οδηγού, δεν είχε πλήρως τραβηγμένο το χειρόφρενο, οι δε λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, για ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι:
α] από κανένα σημείο της ποινικής δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω οδηγός, όταν απομακρύνθηκε από το όχημα, άφησε ανοικτή την πόρτα και την μηχανή αναμμένη χωρίς να θέσει την αντίστοιχη αντίθετη ταχύτητα στο κιβώτιο ταχυτήτων και β] ότι αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος ήταν η πρώτη αναιρεσείβλητη, ενώ δεν αποδείχθηκε αμελής συμπεριφορά του οδηγού του ασφαλισμένου σε αυτήν οχήματος, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν τέτοιες, ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί των συνθηκών του ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Σε κάθε περίπτωση οι προαναφερόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες, διότι, με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθ` όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Κατ` ακολουθίαν, ο τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 201/2017, ΑΠ 64/2017).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, ειδικότερα, ότι το δικαστήριο αυτό, με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την από 14-9-2017 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας καθόσον κατά τη συζήτησή της [10-5-2018] είχε ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της εταιρίας και είχε τεθεί υπό εκκαθάριση, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 235, 239 παρ. 3 του ν. 4364/2016 και άρθρο 25 του ν. 3788/2007.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός, θεμελιωτικός τούτου, ισχυρισμός προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου [έστω με πρόσθετο λόγο έφεσης ΑΠ 1597/2018], ούτε, σε κάθε περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης της δίκης εκείνης, καθώς και από τις προτάσεις της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι προβλήθηκε από αυτήν τέτοιος ισχυρισμός περί ανάκλησης άδειας λειτουργίας της, αν και μπορούσε να προβληθεί, με επίκληση και προσκόμιση των σχετικών εγγράφων [ουδόλως γίνεται στα πρακτικά και τις προτάσεις της επίκληση εγγράφων ανάκλησης άδειας λειτουργίας], παρά μόνο επίκληση του λόγου αυτού γίνεται με το αναιρετήριο με παραπομπή στην 261/23-2-2018 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος με την οποία ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ίδιου Κώδικα.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς την ένατη των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτή ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα, ούτε, φυσικά, υπέβαλε σχετικό αίτημα.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2020 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3403/405/2020 αίτηση για αναίρεση της 4588/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ