Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment for abuse of process and unjust enrichment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding a dispute over the exclusive use of a shared building's first floor. The appellant argued that the lower court erred in applying Article 281 of the Civil Code to reject her claim for 7,300 euros in damages based on unjust enrichment. The court held that the first-instance decision was legally sound, properly applying the principle of good faith and rejecting the claim as an abuse of process. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 559, 281 of the Code of Civil Procedure and the Civil Code; An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law to reject a claim based on abuse of process and unjust enrichment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1506 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1506/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεκέα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γκολφινόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/2/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 24-2-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 37/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 5-7-2018 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 182/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, η οποία είχε απορρίψε την από 2-5-2017 αγωγή της ενάγουσας κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Ο λόγος έφεσης αποτελεί πράγμα και όταν με αυτόν υποβάλλεται παράπονο για την αποδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 248/2019, 7811/2017, 25/2003).
Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλομένης απόφασης και του δικογράφου της από 5-7-2018 έφεσης της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι αυτή πρότεινε ως τρίτο λόγο έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 182/2018 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι εσφαλμένως αυτό έκρινε ως ορισμένη την υποβληθείσα από την τότε εναγόμενη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επειδή δεν υπήρχε σαφές διατυπωμένο αίτημα απόρριψης της εναντίον της αγωγής της αναιρεσείουσας (άρθρο 262 ΚΠολΔ).
Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του απέρριψε συλλήβδην τους τρεις πρώτους λόγους έφεσης ως ουσία αβάσιμους, μεταξύ των οποίων και τον ως άνω λόγο, κρίνον ως ορισμένη, νόμιμη και κατ' ουσίαν την υποβληθείσα ως άνω ένσταση, με συνέπεια ο σχετικός λόγος της ως άνω ένδικης αναίρεσης να κρίνεται ως αβάσιμος.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Ο παραπάνω λόγο αναίρεσης, για να είναι ορισμένος πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να καθορίζονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017), άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1602/2014). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).
Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάτααξης του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).
Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ.
το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θ' ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων (συνθηκών και περιστάσεων) και της αδράνειας του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος που επακολούθησε και που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται από τα όρια που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ολ.
ΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1246/2008). Εξάλλου η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δε συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του δικαιώματος που ήδη ασκήθηκε και συνδέεται με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος.
Αν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θ' ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης μόνο δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ των διαδικαστικών εγγράφων επισκόπηση προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα συγκύρια του εκεί περιγραφόμενου ακινήτου άσκησε κατά της αρχικώς εναγομένης την από 2-5-2017 αγωγή της με την οποίαν ζητούσε αποζημίωση χρήσης ποσού 7300 ευρώ λόγω αποκλειστικής χρήσης αυτού από την τελευταία, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη, δεχόμενη την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε έφεση απευθυνθείσα κατά των κληρονόμων της θανούσας αρχικής εναγόμενης, μεταξύ των οποίων και ο νυν αναιρεσίβλητος, και η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε τα ακόλουθα: Η γεννηθείσα κατά το έτος 1960 εκκαλούσα-ενάγουσα και η γεννηθείσα κατά το έτος 1960 μοναδική αρχικώς εναγόμενη και αποβιώσασα εν συνεχεία κατά την 26-3-2018 αδελφή της, Χ.
Μ. του Ν. και Κ.-Π., ήταν, από το θάνατο του αποβιώσαντος άνευ διαθήκης πατέρα αυτών, Ν. Μ. του Β. και Κ., κατά την 25-4-2014 στην …, δυνάμει παράγωγων τρόπων κτήσεως της συγκυριότητας και πιο συγκεκριμένα ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των θανόντων χωρίς διαθήκη γονέων τους, τις κληρονομιές των οποίων αποδέχθηκαν με νομίμως μεταγεγραμμένες ξεχωριστές συμβολαιογραφικές πράξεις, πλήρεις και αποκλειστικές συγκύριες κατά το ποσοστό του 50% εξ αδιαιρέτου της καθεμιάς απ' αυτές επί του περιλαμβανόμενου στις προδιαληφθείσες εξ αδιαθέτου κληρονομιές και ευρισκόμενου στα ..., επί της διασταυρώσεως των οδών ..., οικοπέδου, με εμβαδόν 105 τ.μ.
και Κ.Α.Ε.Κ. ..., μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, που αποτελείται από τον ανεγερθέντα κατά το έτος 1958 ενιαίο ισόγειο όροφο, με επιφάνεια 71,63 τ.μ., και τον ανεγερθέντα κατά το έτος 1975 ενιαίο πρώτο όροφο, με εμβαδόν 76 τ.μ., ενώ δεν έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οροφοκτησίας. Έως τον προειρημένο θάνατο του πατέρα τους ενέκειτο το ιδανικό μερίδιο εκάστης εξ αυτών επί του προπεριγραφέντος ακινήτου στο ποσοστό του 37,5%,αφού το υπόλοιπο ποσοστό του 25% εξ αδιαιρέτου ανήκε στον πατέρα τους ως επίσης εξ αδιαθέτου κληρονόμο της αρχικής πλήρους και αποκλειστικής κυρίας του ανωτέρω προικώου ακινήτου και θανούσας την 13-3-1965 στην … μητέρας των έτερων εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτής αρχικών διαδίκων, Κ.-Π., συζύγου Ν.
Μ., το γένος Θ. και Μ. Ρ.. Τα προεκτεθέντα δεν αμφισβητούνται μάλιστα ειδικώς από τους διαδίκους. Το ανερχόμενο στο ποσοστό του 50% ως άνω ιδανικό μερίδιο της αποβιώσασας την 26-3-2018, κατοίκου εν ζωή … και μητέρας των εφεσιβλήτων αρχικώς εναγομένης επί του προδιαληφθέντος ακινήτου, στο οποίο ιδανικό μερίδιο εξαντλείτο η περιουσία της, έχει περιέλθει αναδρομικώς από την 26-3-2018 στο δεύτερο των εφεσιβλήτων υιό αυτής, δυνάμει της συνταχθείσας από τη συμβολαιογράφο … Κ.
Φ. υπ' αριθμόν 705/18-6-2018 πράξεως περί της εκ μέρους του ως μοναδικού κληρονόμου της αρχικώς εναγομένης αποδοχής της, εκ της συνταχθείσας από την ίδια συμβολαιογράφο υπ' αριθμόν 296/16-9-2016 και νομίμως δημοσιευθείσας με τα υπ' αριθμόν 322/30-4-2018 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Πατρών δημόσιας διαθήκης της αρχικώς εναγομένης, κληρονομιάς της, η οποία πράξη καταχωρίσθηκε νομίμως στο Κτηματολογικό Γραφείο … με αριθμό .../5-9-2018.
Η υπό κρίση έφεση απορρίπτεται επομένως ως απαράδεκτη για τους λοιπούς, πέραν του δευτέρου, εφεσίβλητους, δοθέντος ότι αυτοί δεν είναι κληρονόμοι και άρα καθολικοί διάδοχοι της μοναδικής αρχικώς εναγομένης, όπερ έχει ως απότοκο να μη νομιμοποιούνται παθητικώς εν προκειμένω, γενομένου ως εκ τούτου δεκτού κατ' ουσίαν του σχετικού ισχυρισμού του πρώτου, του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου των εφεσιβλήτων (ά. 1710 επ.
ΑΚ, 517εδ.α και 532 ΚΠολΔ). Οι αρχικές διάδικοι και ο προαναφερθείς πατέρας αυτών είχαν από το έτος 1980 καταρτίσει προφορικώς μεταξύ τους και εφαρμόσει συμφωνία εξώδικης άτυπης διανομής της ανωτέρω διώροφης οικοδομής, σε εκτέλεση της οποίας συμφωνίας απέκτησαν έκτοτε την αποκλειστική χρήση του ισογείου ορόφου αυτής η ενάγουσα και εκείνη του πρώτου ορόφου της εν θέματι οικοδομής η αρχικώς εναγόμενη αδελφή της ενάγουσας.
Η προμνημονευθείσα συμφωνία τηρήθηκε απαρέγκλιτος απ' όλα τα μέρη της, με συνέπεια ο ανώγειος όροφος της ως άνω οικοδομής να χρησιμοποιείται, από το 1980 και εντεύθεν, ως οικία της αρχικώς εναγομένης και της οικογένειας αυτής, που αποτελείτο επιπροσθέτως από το σύζυγό της και τους πέντε εφεσίβλητους ως τέκνα αυτών.
Η αρχικώς εναγομένη είχε λοιπόν εγκατασταθεί από το έτος 1980 και διέμενε μέχρι τον προειρημένο θάνατό της κατά το έτος 2018 στην προδιαληφθείσα οικία του πρώτου ορόφου, προβαίνοντας συνεχώς και αδιαλείπτως σε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του προμνημονευθέντος ορόφου υλικές διακατοχικές πράξεις και διενεργώντας όλες τις αναγκαίες δαπάνες, προκειμένου η εν θέματι οικία να καταστεί λειτουργική, να συντηρηθεί και να διατηρηθεί κατάλληλη προς χρήση και εκμετάλλευση.
Πιο συγκεκριμένα, η αρχικώς εναγομένη περιποιείτο τότε και συντηρούσε την προειρημένη οικία, όπου διέμενε, συνήψε, επ' ονόματί της, τη σύμβαση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην προπεριγραφείσα οικία, πέτυχε, κατά το έτος 1997, την αλλαγή του συστήματος υδροδοτήσεως αυτής και δη πλέον με χωριστό σε σχέση προς τον ισόγειο όροφο υδρόμετρο, εξοφλώντας τους αντίστοιχους λογαριασμούς, και κατέβαλλε τους φόρους που αναλογούσαν στην περί ης ο λόγος οικία.
Οι ανωτέρω διακατοχικές πράξεις, που διενεργήθηκαν από την αρχικώς εναγομένη, στη θέση της οποίας έχειυπεισέλθει ο δεύτερος εφεσίβλητος ως καθολικός της διάδοχος, λάμβαναν χώρα υπό τα όμματα της ενάγουσας και του προμνημονευθέντος πατέρα των αρχικών διαδίκων καθώς και εν γνώσει τους, δίχως να αμφισβητηθεί ποτέ, από την κατάρτιση της προδιαληφθείσας συμφωνίας άτυπης διανομής κατά το έτος 1980 έως την από το έτος 2017 έγερση της ένδικης αγωγής, δηλαδή για 37 συναπτά έτη, από οποιονδήποτε η προαναφερθείσα αποκλειστική νομή της αρχικώς εναγομένης και δικαιοπαρόχου του δευτέρου των εφεσιβλήτων επί του ανωγείου ορόφου της προμνημονευθείσας διώροφης οικοδομής ως μέρους ακίνητου πράγματος ούτε να ενοχληθεί ποτέ αυτή κατά την άσκηση της εν λόγω νομής της.
Τούτο, διότι, μετά το έτος 1980, ο πατέρας των αρχικών διαδίκων διέμεινε, άνευ διαμαρτυρίας ή αντιρρήσεως, εκεί κατά τα έτη 2012-2014 και ειδικότερα στον ισόγειο όροφο της προειρημένης οικοδομής, ενώ η ενάγουσα χρησιμοποιεί αποκλειστικά, από το έτος 1980 και εντεύθεν χωρίς διαμαρτυρία ή αντίρρηση μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, τον ισόγειο όροφο της ίδιας οικοδομής.
Πιο συγκεκριμένα, η ενάγουσα διέμενε, από τη σύναψη της ως άνω συμφωνίας άτυπης διανομής, στην οικία του προδιαληφθέντος ισογείου ορόφου, μέχρις ότου άρχισε να διαμένει στην ευρισκόμενη στην …, επί της οδού ... και σε κοντινή απόσταση οικία της ενόρκως βεβαιούσας θυγατέρας της, Μ. Κ., αφενός παραχωρώντας την οικία του ισογείου ορόφου της επάμαχης διώροφης οικοδομής στην έτερη θυγατέρα της, Π.
Κ., για να διαμένει εκεί η τελευταία με το σύζυγό της, όπερ συνέβη έως το έτος 2012, και αφετέρου εξακολουθούσα να επισκέπτεται την προαναφερθείσα ισόγεια οικία. Ύστερα από τον ανωτέρω θάνατο του διαμείναντος στο ίδιο ισόγειο διαμέρισμα κατά τα έτη 2012-2014 πατέρα των αρχικών διαδίκων, η ενάγουσα προέβη σε εκμισθώσεις αυτού προς τρίτους, ενώ διαμένει πια εκεί περιστασιακά με τον ενόρκως βεβαιούντα σύζυγό της, Γ.
Π., ο οποίος διαθέτει επίσης κλειδί του εν θέματι ισογείου διαμερίσματος, δυνάμενος να διαμένει εκεί, όποτε το επιθυμεί Ενόψει των προπαρατεθέντων, είχε δημιουργηθεί, ένεκα κυρίως της προαναφερθείσας καταρτισθείσας, κατά το έτος 1980 μεταξύ των ως άνω πλήρων και αποκλειστικών συγκυριών της επίμαχης διώροφης οικοδομής, προφορικής συμφωνίας άτυπης διανομής της και της αναγόμενης στην προμνημονευθείσα άτυπη διανομή προπεριγραφείσας μετέπειτα συναρτώμενης συμπεριφοράς των αρχικών διάδικων αδελφών και του πατέρα αυτών που προηγήθηκε της από το έτος 2017 εγέρσεως της ένδικης αγωγής, στην αρχικώς εναγομένη η εύλογη πεποίθηση ότι η ενάγουσα αδελφή της δε θα ασκούσε, ως συγκοινωνός αυτής, εναντίον της οποιαδήποτε, εμπράγματη ή ενοχική, αξίωση ως προς τον προειρημένο πρώτο όροφο της ανωτέρω διώροφης οικοδομής, ο οποίος έχει την ίδια εμπορική και μισθωτική αξία με τον ισόγειο όροφό της, ενώ η μισθωτική αξία του καθενός εξ αυτών συνίσταται, κατά το υπό κρίση χρονικό διάστημα των ετών 2012-2017, στο μηνιαίο ποσό των 250 ευρώ.
Η προδιαληφθείσα άτυπη διανομή και η προαναφερθείσα εντεύθεν μακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας, διάρκειας 37 συναπτών ετών, να ασκήσει την ένδικη αξίωση αποζημιώσεως χρήσεως εναντίον της αρχικώς εναγόμενης συγκοινωνού της προκάλεσαν εν άλλοις λόγοις στην αρχικώς εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι η ενάγουσα δε θα ασκούσε εναντίον αυτής την υπό κρίση απαίτηση, με αποτέλεσμα η ανατροπή της προπεριγραφείσας καταστάσεως διά της ασκήσεως της ένδικης αξιώσεως να διαψεύδει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της αρχικώς εναγομένης περί της μη μεταβολής της προεκτεθείσας καταστάσεως και να επιφέρει επαχθείς συνέπειες αρχικώς εις βάρος αυτής και κατ' επέκταση του δεύτερου εφεσιβλήτου ως καθολικού της διαδόχου, συνιστάμενες στην καταβολή του αιτούμενου μέσω της υπό κρίση αγωγής ποσού των 7.300 ευρώ ως αποζημιώσεως χρήσεως της ενάγουσας και ειδικότερα αποδόσεως της αναλογίας αυτής στα ωφελήματα του πρώτου ορόφου του κοινού ακινήτου και δη στην ωφέλεια που η αρχικώς εναγομένη αποκόμισε εκ της προμνημονευθείσας αποκλειστικής και καθολικής χρήσεως του ως άνω πρώτου ορόφου της επίκοινης οικοδομής.
Η άσκηση της ένδικης απαιτήσεως υπερβαίνει επομένως προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η αντικειμενική καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του προειρημένου δικαιώματος, γενομένης έτσι δεκτής κατ' ουσίαν της παραδεκτώς προβληθείσας πρωτοδίκως από την αρχικώς εναγομένη και επαναφερόμενης από το δεύτερο των εφεσιβλήτων ως παθητικώς νομιμοποιούμενο καθολικό της διάδοχο ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγικής αξιώσεως".
Στη συνέχεια το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή ορθώς υπήγαγε τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνος ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκε, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο και τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 37/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ