Legislator Case Law & Legislation
1506/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on ground of document distortion, ruling lower court correctly applied law.

Case Number 1506/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the association's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The association argued the lower court distorted a document, but the court found the appeal ground invalid because the contested document was legally non-existent due to procedural flaws in its adoption. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law and rejected the appeal in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure; Article 559(2) of the Code of Civil Procedure: A ground for cassation based on document distortion requires the lower court to have relied exclusively on the distorted document, and the distortion must be a diagnostic error in reading the content, not a disagreement with the factual evaluation derived from a correctly read document.

Keywords

AI generated
document distortion cassation appeal legal non-existence statutory interpretation procedural validity factual evaluation diagnostic error

Cited Legislation

AI generated
Article 559(2) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure
Article 101 of the Civil Code
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Article 174 of the Civil Code
Article 180 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court, 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1506 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1506/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: αστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "... (Σ.Υ.Ν.Π.Ε.)", που ..., εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μπορδόκα. Της αναιρεσίβλητης: Λ. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σοφούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή και παρέπεμψε αυτήν προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, 12/2015 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και 184/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι αφενός μεν απέφυγε να εφαρμόσει το άρθρο 34 παρ. 2 εδ. β' του από 30-7-1960 καταστατικού, με αποτέλεσμα να απορρίψει την προβληθείσα εκ μέρους του εμπρόθεσμα και νομότυπα ένσταση ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης προς άσκηση της ένδικης αγωγής, αφετέρου δε παρέλειψε να λάβει υπόψη τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του από 27-7-2010 καταστατικού, σύμφωνα με το οποίο διατηρείται στο ακέραιο το δικαίωμα να γίνονται μέλη του συνεταιρισμού οι κατ' ιδανικά μέρη συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι λεωφορείου ενταγμένου στο υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν.

Ροδόπης. Οι αιτιάσεις αυτές, ωστόσο, και αληθείς υποτιθέμενες, δεν θεμελιώνουν τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός δεν επικαλείται εσφαλμένη ανάγνωση εγγράφου, και ειδικότερα του καταστατικού του, είτε υπό την έννοια της θετικής αναγνώσεως, είτε υπό την έννοια της αρνητικής (παραλείψεως αναγνώσεως), αλλά εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεων του καταστατικού που συνεπάγονται έλλειψη του εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης προς άσκηση της ένδικης αγωγής.

Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Το άρθρο 93 παρ. 1 ΑΚ, που έχει ευρύτερη εφαρμογή σε όλα τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με σωματειακή μορφή, ορίζει ότι η συνέλευση των μελών αποτελεί το ανώτατο όργανο του σωματείου και αποφασίζει για κάθε υπόθεσή του που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου. Κατά δε τα άρθρα 95 και 96 ΑΚ, εξουσία συγκλήσεως της συνελεύσεως του σωματείου έχει κατ' αρχήν η διοίκηση του σωματείου και σε εξαιρετικές περιπτώσεις η μειοψηφία των μελών, μετά από προηγούμενη εξουσιοδότηση του Δικαστηρίου.

Σε περίπτωση που τα μέλη του σωματείου κληθούν σε γενική συνέλευση άνευ τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων και από αναρμόδια πρόσωπα ή όργανα, η τοιαύτη συγκέντρωση δεν δύναται να θεωρηθεί ως γενική συνέλευση, δηλαδή είναι νομικά ανύπαρκτη και οι αποφάσεις αυτές δεν δύναται να θεωρηθούν ως αποφάσεις του συλλογικού τούτου οργάνου, αλλά είναι απολύτως άκυρες, την ακυρότητα δε αυτή μπορεί να προβάλει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και δεν χρήζουν προσβολής προς ακύρωση κατά το άρθρο 101 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει απόφαση της γενικής συνελεύσεως, η οποία συγκλήθηκε νόμιμα, αντίκειται όμως στο νόμο ή το καταστατικό (Α.Π. 1601/2002).

Ειδικότερα, στις περιπτώσεις αυτές ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η γενική αναγνωριστική αγωγή, κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, η οποία είναι κατ' αρχήν απρόθεσμη και μπορεί να ασκηθεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση του σωματείου λόγω της βαρύτητας του ελαττώματος δεν είναι απλώς ακυρώσιμη αλλά ανυπόστατη ή απολύτως άκυρη (βλ.

ΑΚ 180). Τέτοιες αποφάσεις είναι και εκείνες οι οποίες δεν περιεβλήθησαν τα εξωτερικά γνωρίσματα αποφάσεως ή αποφάσεις προδήλως κατά το φαινόμενο μόνον τέτοιες ή αυτές που εκδόθηκαν πέραν από την ανήκουσα στη συνέλευση εξουσία ή εμφανίζουν αντίθεση με απαγορευτικό νόμο ή τα χρηστά ήθη από την άποψη του περιεχομένου της τυχόν εκφρασθείσης με αυτές δικαιοπρακτικής βουλήσεως, κατά τα άρθρα 174 και 178 ΑΚ, οπότε στις περιπτώσεις αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρες και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 101 ΑΚ (ΑΠ 819/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) τυγχάνει μέλος του εναγομένου (και ήδη αναιρεσείοντος) αστικού συνεταιρισμού ... που εδρεύει στην πόλη ... και εκπροσωπείται νόμιμα.

Σε χρόνο που δεν διαπιστώθηκε επακριβώς ... ο πρόεδρος του εν λόγω συνεταιρισμού, Α. Ν., συγκέντρωσε σε μία κατάσταση τις υπογραφές των μελών του συνεταιρισμού "διά περιφοράς", διαβεβαιώνοντας όσους την υπέγραφαν ότι επρόκειτο για έγγραφο διευθέτησης γραφειοκρατικών ζητημάτων, πλην όμως η εν λόγω κατάσταση εμφανίσθηκε κατόπιν ως πρακτικό γενικής συνέλευσης, που φέρεται να έλαβε χώρα την 27-10-2010, χωρίς να έχει προηγηθεί πραγματική συγκέντρωση των μελών του με διαβούλευση και ψηφοφορία, ως προβλέπεται από το νόμο.

Τα παραπάνω προκύπτουν ανενδοίαστα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ... Η ως άνω κρίση δεν αναιρείται ... από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Άλλωστε και η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ... ενισχύει το παραπάνω συμπέρασμα. ... Περαιτέρω, προέκυψε ότι στο εν λόγω πρακτικό γενικής συνέλευσης -που φέρεται ότι συντάχθηκε κατόπιν της από 27-10-2010 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης του εναγομένου, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 207/13-12-2010 πράξη της Ειρηνοδίκου Κομοτηνής- δεν αναγράφεται πουθενά ότι τροποποιούνται (άλλα) άρθρα του καταστατικού, παρά μόνο ότι η ΓΣ συνήλθε προκειμένου να αποφασίσει για την:

α) παράταση της διάρκειας ισχύος του συνεταιρισμού, β) αναβίωση του συνεταιρισμού με διάρκεια μέχρι την 31-12-2050, γ) τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού λειτουργίας του συνεταιρισμού. Όμως, με το κωδικοποιημένο καταστατικό, που προσκομίζουν νόμιμα μετ' επικλήσεως αμφότεροι οι διάδικοι, το οποίο φέρει ημερομηνία κατάρτισης 23-3-2010, με συνημμένη υπογεγραμμένη κατάσταση των μελών του, καταχωρήθηκε δε στο Μητρώο Αστικών Συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής την 27-7-2010, χωρίς, ωστόσο, να προσκομίζεται (ούτε να γίνεται επίκληση αυτής) πρακτικό σύγκλησης Γενικής Συνέλευσης του εναγομένου, ούτε γενικές προσκλήσεις των μελών του για τη σύγκληση αυτής, απαλείφεται η παράγραφος 3 του άρθρου 34 του από 14-12-1960 καταστατικού, βάσει της οποίας κάθε ιδιοκτήτης λεωφορείου έχει μια συνεταιριστική μερίδα για κάθε λεωφορείο που κατέχει "κατ' ιδανικά μέρη", ενώ παραμένει σε ισχύ η προηγούμενη παράγραφος, η οποία (κατά το τελευταίο εδάφιο αυτής) όριζε ότι κανείς συνεταίρος δεν δύναται να αποκτήσει περισσότερες από δύο συνεταιρικές μερίδες (και η οποία πλέον αναριθμείται ως διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 εδ.

β του κωδικοποιημένου καταστατικού), με αποτέλεσμα, εξαιτίας της τροποποίησης αυτής, να πλήττονται τα συμφέροντα της ενάγουσας, η οποία κατέχει δέκα λεωφορεία, εκ των οποίων τέσσερα από κοινού με άλλους συνεταίρους. Μάλιστα, στην υπ' αριθμ. 207/13-10-2010 πράξη της Ειρηνοδίκου Κομοτηνής αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, το από 14-12-1960 καταστατικό και οι "τροποποιήσεις του", χωρίς να αναφέρεται πότε έγιναν αυτές, και χωρίς να προσκομίζεται σχετικά περί τούτων έγγραφο, ώστε να δύναται να ελεγχθούν αυτές, τουλάχιστον ως προς τον χρόνο κατάρτισής τους.

Και μπορεί βέβαια, στο από 27-10-2010 πρακτικό Γενικής Συνέλευσης του εναγομένου με τη συνημμένη κατάσταση μελών του, την οποία και η ενάγουσα έχει υπογράψει, να φέρεται ότι έχει εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση η παράταση διάρκειας του χρόνου του συνεταιρισμού μέχρι την 31-12-2050, με τροποποίηση του αντίστοιχου άρθρου 5 του καταστατικού, ωστόσο, δεν υπάρχει πρόσκληση για σύγκληση Γενικής Συνέλευσης με αναφορά των σχετικών προς συζήτηση θεμάτων, παρά μόνο το πρακτικό συνεδρίασης της 27-10-2010, οι υπογραφές των μελών του συνεταιρισμού στο παραπάνω συνημμένο έγγραφο, οι οποίες μάλιστα προέκυψε ότι τέθηκαν σε διάφορους τόπους και χρόνους από το κάθε μέλος, με πρόσχημα τη διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεων και διαδικαστικών θεμάτων, δεδομένου ότι η θητεία του συνεταιρισμού είχε λήξει προ πολλού, ήδη από το έτος 1990.

Ακόμη, αποδείχθηκε ότι, όταν στη συνέχεια η ενάγουσα πληροφορήθηκε (κατά τη Γενική Συνέλευση του συνεταιρισμού, που συγκάλεσε το Δ.Σ. με θέμα την εκλογή και ανάδειξη νέου Δ.Σ.) ότι οι ως άνω υπογραφές των μελών δεν χρησιμοποιήθηκαν για τη διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεων, αλλά για την τροποποίηση του καταστατικού, απέστειλε την από 14-11-2011 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση προς τον Πρόεδρο του Συνεταιρισμού Α.

Ν. ... με την οποία τον ενημέρωνε ότι μόλις την 5-1-2011, κατά τη Γενική Συνέλευση του συνεταιρισμού, που συγκάλεσε το Δ.Σ., με θέμα την εκλογή και ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου, έλαβε γνώση περί του ότι οι υπογραφές των μελών που ελήφθησαν "διά περιφοράς" με το πρόσχημα ότι θα γίνει χρήση τους για την διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεων και διαδικαστικών θεμάτων, στην πράξη χρησιμοποιήθηκαν για την τροποποίηση του καταστατικού, σε βάρος της, αφού "ουδείς γνώριζε ότι η παραπάνω κατάσταση ονοματεπωνύμων παρουσιάσθηκε στο Ειρηνοδικείο ως αποτέλεσμα Γενικής Συνέλευσης για την τροποποίηση του καταστατικού".

Επιπλέον αιτήθηκε την χορήγηση αντιγράφων σχετικών με τις οικονομικές του υποχρεώσεις, αντιγράφων σχετικών με την κίνηση των χρημάτων του συνεταιρισμού, την χορήγηση παραστατικών κλπ, χωρίς να λάβει κάποια σχετική απάντηση επ' αυτών. Ώστε, είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον της ενάγουσας για την άσκηση της κρισιολογούμενης αγωγής ...

Συνεπώς, εφόσον η γενική συνέλευση των μελών του εναγομένου συνεταιρισμού ουδόλως συγκλήθηκε, η φερόμενη από 27-10-2010 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου είναι νομικώς ανύπαρκτη, ως και οι αποφάσεις που φέρεται ότι λήφθηκαν κατ' αυτήν, οι οποίες είναι απολύτως άκυρες. Η απόλυτη αυτή ακυρότητα επήλθε αυτοδικαίως, λαμβάνεται δε υπόψη αυτεπαγγέλτως, μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον και δεν χρήζει προσβολής, κατ' άρθρο 101 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει απόφαση της γενικής συνέλευσης, η οποία συγκλήθηκε μεν νόμιμα, αντίκειται όμως στο νόμο ή το καταστατικό ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 70 ΚΠολΔ, 101, 174 και 180 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης προς άσκηση της ένδικης αγωγής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τις οποίες και εφάρμοσε και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η από 27-10-2010 απόφαση του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού είναι ανύποστατη, δεδομένου ότι οι υπογραφές των μελών του συνεταιρισμού στο με ίδια ημερομηνία συνημμένο πρακτικό τέθηκαν από το κάθε μέλος σε διάφορους τόπους και χρόνους "διά περιφοράς", με πρόσχημα τη διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεων και διαδικαστικών θεμάτων, και ότι η αναιρεσίβλητη, ως μέλος του συνεταιρισμού, έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει να αναγνωρισθεί το ανυπόστατο της εν λόγω αποφάσεως.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού, ότι ακόμη και με τις ρυθμίσεις του παλαιού καταστατικού η αναιρεσίβλητη δεν θα μπορούσε να αποκτήσει περισσότερες από δύο συνεταιριστικές μερίδες, έστω και αν είναι αποκλειστική κυρία ή συγκυρία έξι λεωφορείων και συγκυρία άλλων τεσσάρων, και ότι συνεπώς στερείται εννόμου συμφέροντος να ζητήσει να αναγνωρισθεί το ανυπόστατο της σχετικής αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως για την τροποποίηση άρθρων του καταστατικού, προβάλλονται χωρίς έννομη επιρροή, αφού μόνη η ιδιότητα της αναιρεσίβλητης ως μέλους του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού της παρέχει το έννομο συμφέρον να ασκήσει την ένδικη αγωγή με το ως άνω αίτημα.

Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 1 (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων συνεταιρισμός ως ηττώμενος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Οκτωβρίου 2017 αίτηση του αστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 184/2017 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ