Legislator Case Law & Legislation
1506/2014 AI generated

1506/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1506/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1506/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.

Keywords

AI generated
parking violation obligation to provide parking spaces disruption of public transport unfit notwithstanding health condition deadlock compensation for inconvenience
AI generated
1124/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1504/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.05.1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας Χ1 και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8439/1995 μη οριστική και 1861/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4114/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες με την από 12.09.2002 αίτησή τους.
2261/2009
Supreme Court dismisses property claim due to loss of standing after compulsory expropriation. Plaintiff lacks active standing as title passed to state.
1800/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2624/2008
Supreme Court dismisses appeal for lack of specific expert report mention in negligence injury verdict.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1506 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1506/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Τ. του Κ., κατοίκου ... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Σεργάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν.Ι.Φ. Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ν.-Ι. Φ. του Α., κατοίκου ... και 3. Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Φ. Ε.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Απέργη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6 Απριλίου 2010 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1546/2012 μη οριστική και 706/2013 του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Μαΐου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 5 Μαρτίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης της από 27-5-2013 αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 706/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αίτηση αναίρεσης παραδεκτά ασκείται κατά της προσβαλλόμενης, εν μέρει οριστικής και τελεσίδικης, απόφασης ως προς τις οριστικές διατάξεις της, με τα οποίες εν μέρει απορρίφθηκαν και εν μέρει έγιναν δεκτές οι δύο ένδικες αγωγές (με αρ. καταθ. 3663/8-4-2010 και 3665/8-4-2010, αντίστοιχα) της αναιρεσείουσας και υποχρεώθηκαν οι 1η και ο 2ος των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων να καταβάλουν τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται σ' αυτή ως αποζημίωση του άρθρου 690 ΑΚ λόγω υπαιτίων κακοτεχνιών αυτοτελούς ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας και κοινοκτήτων εγκαταστάσεων σε πολυόροφη οικοδομή που ανήγειρε ως εργολήπτρια η 1η αναιρεσίβλητη με το σύστημα της αντιπαροχής, ενώ δεν προσβάλλεται η μη οριστική διάταξη επί της 2ης αγωγής, με την οποία διατάχτηκε η διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης ως προς τη σωρευόμενη αίτηση για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω συμμετοχής σε δαπάνη αποκατάστασης κακοτεχνιών της ράμπας εισόδου στο υπόγειο της οικοδομής.

Η δε προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις αιτήσεις (συνασκούμενες αγωγές) που κρίθηκαν και έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν, εξαντλεί την εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας να ασχοληθεί πλέον με αυτές και εμφανίζει ουσιαστική και δικονομική ετερότητα και αυτοτέλεια, κατά την έννοια των άρθρων 513 και 553 ΚΠολΔ, σε σχέση με την αγωγική αίτηση που παραμένει εκκρεμής, η οποία δεν τελεί σε σχέση εξάρτησης με τις αιτήσεις που κρίθηκαν οριστικά και τελεσίδικα (ΑΠ 541/2009, ΑΠ 99/2008).

Με την αίτηση αναίρεσης συμπροσβάλλεται και η προγενέστερη μη οριστική απόφαση 1546/2012 του ίδιου δικαστηρίου, που αξιολόγησε το παραδεκτό και τη νομιμότητα των αγωγών και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για αποδεικτέα αγωγικά ζητήματα. Αντίθετα, δεν πλήττεται η οριστική διάταξη της απόφασης, με την οποία παραπέμφθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκασή της κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648-657 ΚΠολΔ, η δεύτερη αγωγή (3665/8-4-2010), ως προς το μέρος που ασκείται κατά της 3ης αναιρεσίβλητης, ως ιδιοκτήτριας αυθαίρετου και ζημιογόνου διαμερίσματος πάνω από την είσοδο του υπογείου της οικοδομής (και όχι ως εργολήπτριας), η οποία, γι' αυτόν τον λόγο, δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αναιρετική δίκη και, ως προς αυτή, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 1022/2004). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 77/2009).

Αν δε η προβαλλόμενη αντίφαση δεν αφορά διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ουσιώδεις παραδοχές του αιτιολογικού της, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των ουσιαστικών παραδοχών του αιτιολογικού και του δικανικού πορίσματος, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 812/2011, ΑΠ 1153/2010).

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).

Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/05, 32/96).

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ. 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη τις παρακάτω περικοπές αυτής: α) "... η υπ" αριθ. 1546/2012 προδικαστική απόφαση, που έκρινε ... ορισμένη την δεύτερη υπό κρισιολόγηση αγωγή ως προς τα αιτούμενα χρηματικά ποσά ...

που αφορούν τη συμμετοχή της ενάγουσας σε δαπάνες αντικατάστασης κοινοχρήστων εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας (κονδύλιο υπό στοιχείο 6.1 της αγωγής) ... πρέπει να ανακληθεί ως προς αντίστοιχα κεφάλαιά της (άρθρο 309 Κ.Πολ. Δικ.) ...". β) "η δεύτερη υπό κρισιολόγηση αγωγή ... ως προς τα χρηματικά ποσά ... που αφορούν τη συμμετοχή της ενάγουσας σε δαπάνες αντικατάστασης κοινοχρήστων εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας (κονδύλιο υπό στοιχείο 61 της αγωγής), είναι απορριπτέα ως αόριστη, και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής αναλυτικά και είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας τα υλικά που θα αγοράσει η ενάγουσα, καθώς και οι εργασίες που θαπραγματοποιήσει".

γ) " ... Με την δεύτερη υπό κρίση αγωγή ... Από την επανειλημμένη πλημμύρα του υπογείου ορόφου της πολυκατοικίας καταστράφηκε το μηχανοστάσιο του ανελκυστήρα, το λεβητοστάσιο της πολυκατοικίας, όλες οι βαφές της τοιχοποιίας του υπογείου ορόφου και ο ηλεκτρολογικός πίνακας. Ότι εξαιτίας των ζημιών που υπέστησαν οι κοινόχρηστες εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας, αναγκάστηκε να συμμετάσχει στη δαπάνη για την αντικατάστασή τους με βάση το ποσοστό συμμετοχής της στις δαπάνες ...

και συνολικά καταβάλλοντας ... το ποσό των ... πλέον Φ.Π.Α. 19% ήτοι συνολικά ... δ)" ... Λόγω του ανωτέρω κατασκευαστικού ελαττώματος ... προς το υπόγειο της πολυκατοικίας ... της εξαιτίας αυτού εισόδου ομβρίων υδάτων στον υπόγειο χώρο και της εμφάνισης πλημμυρικών φαινομένων ... και λόγω της ανύψωσης του πεζοδρομίου που έλαβε χώρα με δαπάνες των συνιοδιοκτητών της πολυκατοικίας, προκειμένου να περιοριστεί η είσοδος από τον δρόμο ομβρίων υδάτων στο εσωτερικό του υπογείου, κατέστη ανέφικτη η χρήση των θέσεων στάθμευσης ...

Η ενάγουσα υποχρεώθηκε από τις 15.9.2009 ... να μισθώσει θέση στάθμευσης ...".

Οι επικαλούμενες αιτιάσεις δεν στοιχειοθετούν παραδεκτό λόγο αναίρεσης από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αφορούν περικοπές του αιτιολογικού, και όχι του διατακτικού της απόφασης. Οι ίδιες αιτιάσεις δεν στοιχειοθετούν βάσιμο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19, καθόσον η περικοπή υπό στοιχείο γ' δεν συνιστά δικαστική παραδοχή, αλλά απλή αναφορά στο ιστορικό της αγωγής, οι δε λοιπές περικοπές (α', β' και δ') δεν συνιστούν αντίφαση ως προς την παραδοχή και κρίση του δικαστηρίου της ουσίας να απορρίψει ως αόριστο αντίστοιχο κεφάλαιο της 2ης (3665/8-4-2010) αγωγής για αποζημίωση της ενάγουσας λόγω συμμετοχής της σε δαπάνες αντικατάστασης κοινοχρήστων εγκαταστάσεων της ένδικης οικοδομής.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι απέρριψε το αίτημα της 1ης (3663/8-4-2010) αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω κακοτεχνιών σε τέσσερις εσωτερικές πόρτες του διαμερίσματός της, χωρίς να λάβει υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό, ότι οι πόρτες αυτές ήταν δικής της επιλογής, αλλά είχε συμφωνηθεί ειδικά να αγοραστούν και να τοποθετηθούν με επιμέλεια της εργολήπτριας 1ης αναιρεσίβλητης, καθώς και ότι οι κακοτεχνίες υπήρχαν ήδη κατά την εγκατάστασή της στο διαμέρισμα.

Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από σχετική περικοπή της προσβαλλόμενης απόφασης που παρατίθεται και στο αναιρετήριο, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και έκρινε ότι οι συγκεκριμένες φθορές δεν προέρχονται από κακοτεχνία της εργολήπτριας, αναφέρεται δε ρητά σε σχετική διαπίστωση της έκθεσης της πραγματογνώμονα, που είχε διοριστεί με την 1546/2012 παρεμπίπτουσα απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Επίσης με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, ως προς την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος, υπέπεσε σε πλημμέλειες από τους αρ. 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, η πρώτη επειδή δεν πρόκειται για αντίφαση διατάξεων του διατακτικού της απόφασης και η δεύτερη, επειδή η προβαλλόμενη ανεπάρκεια ανάγεται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, και όχι στην ουσιώδη παραδοχή του δικαστηρίου, ότι οι επίμαχες βλάβες δεν προέρχονται από κακοτεχνίες της εργολήπτριας, η οποία στηρίζει επαρκώς την αντίστοιχη απορριπτική κρίση του για επιδίκαση σχετικής αποζημίωσης.

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, ι με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ.

έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).

Ο λόγος "αναίρεσης από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Αντίθετα, δεν θεωρούνται ως "πράγματα" οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλώς αιτιολογημένες αρνήσεις αγωγής, ένστασης κλπ. ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που είναι μη νόμιμοι ή απαράδεκτοι (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ειδικότερα, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, για τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη, πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2001).

Όμως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Η δε σχετική απόρριψη μπορεί να γίνεται κατά τρόπο είτε άμεσο ρητό και ευθύ είτε έμμεσο και σαφή, δηλαδή να προκύπτει με βεβαιότητα από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης.

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται σ' αυτή ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, εκτός αν, παρά τη σχετική βεβαίωση, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της προκύπτουν αμφιβολίες αν πράγματι συνεκτιμήθηκαν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε αίτημα της 2ης αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης 4.554,23 ευρώ για συμμετοχή αυτής σε δαπάνη αποκατάστασης ανελκυστήρα κλπ., μη λαμβάνοντας παρά τον νόμο υπόψη σειρά εγγράφων αποδείξεων, που είχε νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει για την απόδειξη της σχετικής δαπάνης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο πραγματικός ισχυρισμός και το σχετικό αίτημα, με τα οποία συνάπτεται, απορρίφθηκαν λόγω αοριστίας και δεν ερευνήθηκε η ουσιαστική βασιμότητά τους, ώστε να χρειαστεί να ληφθούν υπόψη και να εκτιμηθούν αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι, κατά την αξιολόγηση του αιτήματος της 1ης αγωγής για αποζημίωση λόγω κακοτεχνιών στον εξώστη του 5ου ορόφου, δέχτηκε εσφαλμένα ότι η επιφάνεια του εξώστη είναι 62 μ2 και υπολόγισε βάσει αυτού την οφειλόμενη αποζημίωση, λαμβάνοντας υπόψη μόνο την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα Α.

Α. και αγνοώντας τόσο την έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του αρχιτέκτονα μηχανικού του Τ.Ε.Ε. Γ. Μ., που συντάχτηκε με εντολή της αναιρεσείουσας, όσο και την από 10-10-2011 προσφορά εκτέλεσης εργασιών επισκευής τοίχων δαπέδων ... της εταιρίας "ΔΕΜΕΚΑΤ ΑΕ" του 2ου αναιρεσίβλητου, έγγραφα τα οποία είχαν προσκομιστεί νόμιμα με επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας και από τα οποία προκύπτει, κατά την αναιρεσείουσα, ότι η επιφάνεια του εν λόγω εξώστη είναι 80 μ2.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 8, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η εριζόμενη έκταση του εξώστη του δώματος συνιστά απλώς αποδεικτέο περιστατικό, και όχι "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8, για την οποία έγινε λόγος στη μείζονα σκέψη. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 11, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πρωτοδικείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιόν του και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι και στα οποία περιλαμβάνονται και τα δύο προαναφερόμενα.

Επιπλέον, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτουν αμφιβολίες ότι συνεκτιμήθηκαν και αυτά τα έγγραφα, η δε μνεία μόνο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης (πέραν του ότι ο νόμος επιβάλλει η έκθεση πραγματογνωμοσύνης να μνημονεύεται ρητά και ειδικά ως αποδεικτικό μέσο ιδιαίτερο και διακριτό από τα έγγραφα) κατά την αξιολόγηση του σχετικού αιτήματος έχει προδήλως την έννοια ότι αποδόθηκε στις διαπιστώσεις της μεγαλύτερη αποδεικτική αξία και βαρύτητα από ό,τι στα προαναφερόμενα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, πράγμα που ανάγεται σε εκτίμηση αποδείξεων και δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλειες από τους αρ. 1, 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε το αίτημά της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης με την αιτιολογία ότι οι αναφερόμενες στις ένδικες αγωγές ενέργειες των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, διαπραττόμενες χωρίς τη σύμβαση έργου, δεν στηρίζουν πρωτογενή αδικοπρακτική ευθύνη, αποδίδει δε η αναιρεσείουσα το προβαλλόμενο σφάλμα της απόφασης στην προφανή παράλειψη αυτής να λάβει υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα (δηλ.

το συμβόλαιο με το οποίο αυτή αγόρασε τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες, τη σχετική γενική συγγραφή υποχρεώσεων και το αντίστοιχο προσύμφωνο πώλησης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και μίσθωσης έργου για την ανέγερση της οικοδομής, που προβλέπουν την ευθύνη της εργολήπτριας να επιβλέπει με μηχανικό της την εκτέλεση των σχετικών εργασιών), καθώς και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων Π.

Π. κατά τη συζήτηση των αγωγών, ο οποίος, κατά την αναιρεσείουσα, παραδέχτηκε ότι δεν υπήρξε καμία επίβλεψη κατά την εκτέλεση των εργασιών στο διαμέρισμά της. Ο αναιρετικός λόγος αυτός, ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 11, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού και αιτήματος χρηματικής ικανοποίησης έγινε, επειδή κρίθηκαν ως μη νόμιμα και δεν ερευνήθηκε η ουσιαστική βασιμότητά τους, ώστε να γίνει χρήση αποδεικτικών στοιχείων, ενώ, ως προς την πλημμέλεια από τον αρ. 8, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος.

Ο ίδιος λόγος, ως προς την προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 1, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενδίκων αγωγών, τα ιστορούμενα για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων πραγματικά περιστατικά, αξιολογούμενα αυτοτελώς και όχι σε συνάρτηση με την ένδικη συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων, δεν στοιχειοθετούν παράνομη πράξη και δεν θεμελιώνουν ενοχή αδικοπρακτικής αποζημίωσης κατά την έννοια των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ, ούτε συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, ώστε να στηρίξουν το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμο.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 (και όχι και 17) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως πρόωρο το αίτημα της 2ης αγωγής, με το οποίο η αναιρεσείουσα ζητούσε ως αποζημίωση και το ποσό μισθωμάτων ύψους 4.970 ευρώ που θα κατέβαλλε για την εξασφάλιση άλλης θέσης στάθμευσης του αυτοκινήτου της κατά τη χρονική περίοδο από 1-10-2011 έως 30-8-2014, κατά την οποία δεν θα ήταν εφικτή η αποκατάσταση των βλαβών στο υπόγειο της ένδικης οικοδομής και η χρήση των θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτου αυτής και των λοιπών συνιδιοκτητών.

Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει, το Πρωτοδικείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Επιπλέον, λόγω του ανωτέρω κατασκευαστικού ελαττώματος της ράμπας εισόδου των αυτοκινήτων προς το υπόγειο της πολυκατοικίας (κλήση μεγαλύτερη του 25%), της εξαιτίας αυτού εισόδου ομβρίων υδάτων στον υπόγειο χώρο και της εμφάνισης πλημμυρικών φαινομένων σε περιπτώσεις έντονης βροχόπτωσης σε αυτόν, καθώς και λόγω της ανύψωσης του πεζοδρομίου που έλαβε χώρα με δαπάνες των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, προκειμένου να περιοριστεί η είσοδος από τον δρόμο ομβρίων υδάτων στο εσωτερικό του υπογείου, κατέστη ανέφικτη η χρήση των θέσεων στάθμευσης στο υπόγειο από την ενάγουσα και τους λοιπούς συνιδιοκτήτες της.

Συνεπεία των ανωτέρω η ενάγουσα υποχρεώθηκε από τις 15.9.2009 έως και τις 30.9.2011 να μισθώσει άλλη θέση στάθμευσης για το αυτοκίνητο της στο σταθμό αυτοκινήτων του Μ. Τ., που βρίσκεται στο ..., επί της οδού ... αρ. 292-294, για την οποία κατέβαλε ως μίσθωμα για το μήνα Σεπτέμβριο 2009 το ποσό των 70 ευρώ και για κάθε ένα μήνα από τον Οκτώβριο του 2009 έως και τον Σεπτέμβριο του 2011 το ποσό των 140 ευρώ και συνολικά το ποσό των (70 € + [24 μήνες Χ 140 €] =) 3.430 ευρώ (βλ.

τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του Μ. Τ.). Το πιο πάνω ποσό αποτελεί θετική ζημία της ενάγουσας, η οποία προκλήθηκε εξαιτίας των παραπάνω αναφερομένων κατασκευαστικών ελαττωμάτων - κακοτεχνιών της ράμπας εισόδου προς το υπόγειο της πολυκατοικίας, τα οποία οφείλονται σε υπαιτιότητα της πρώτης των εναγομένων εργολήπτριας εταιρείας, λόγω της μη προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης έργου από εκείνη και επομένως η ενάγουσα δικαιούται να απαιτήσει το παραπάνω ποσό, το οποίο δαπάνησε για την πιο πάνω αιτία, από την πρώτη εναγόμενη κατασκευαστική εταιρεία και τον δεύτερο εναγόμενο, ομόρρυθμο εταίρο αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 690 ΑΚ και 22 του ΕμπΝ.

Αντίθετα για το επιπλέον χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.10.2011 έως 30.8.2014, επειδή η ενάγουσα δεν απέδειξε συγκεκριμένους λόγους, που να δικαιολογούν την πρόωρη επιδίκαση του ποσού των 4.970 ευρώ για τη μίσθωση θέσεις στάθμευσης σε σταθμό αυτοκινήτων και να θεμελιώνουν το έννομο προς τούτο συμφέρον της ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκούμενο και μη υπαγόμενο στις διατάξεις του άρθρου 69 ΚΠολΔ.".

Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο, το οποίο συζήτησε την υπόθεση στις 20-11-2012, απέρριψε το σχετικό αίτημα, αφού προηγουμένως δέχτηκε ότι, λόγω κατασκευαστικού ελαττώματος της ράμπας εισόδου των αυτοκινήτων προς το υπόγειο της πολυκατοικίας με κλίση μεγαλύτερη του 25% και της εμφάνισης πλημμυρικών φαινομένων, κατέστη ανέφικτη η χρήση των θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτου στο υπόγειο από την ενάγουσα και τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, καθώς και ότι πριν από την πραγματοποίηση των αναγκαίων κατασκευαστικών εργασιών έπρεπε να προηγηθεί αναλυτικός έλεγχος και μελέτη για τη στατική επάρκεια της οικοδομής, για το ζήτημα δε αυτό διέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία λήφθηκε στις 15-1-2013 και δημοσιεύτηκε στις 18-2-2013.

Συγχρόνως το Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε συγκεκριμένους λόγους που να θεμελιώνουν έννομο συμφέρον αυτής και να δικαιολογούν την πρόωρη επιδίκαση κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔ του ποσού των 4.970 ευρώ για μισθώματα θέσης στάθμευσης του αυτοκινήτου της κατά τη χρονική περίοδο από 1-10-2011 έως 30-8-2014, δηλαδή για εν μέρει πραγματωμένη και εν μέρει προβλεπτή και αναμενόμενη με βεβαιότητα να πραγματωθεί, μέχρι την αποκατάσταση των βλαβών του υπογείου και την τελεσιδικία της απόφασης, ζημία από την αδυναμία χρήσης της υπόγειας θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και παρότι κατά τη λήψη και δημοσίευση της απόφασής του είχε ήδη παρέλθει το μεγαλύτερο μέρος της επίμαχης χρονικής περιόδου και είχε ήδη συντελεστεί αντίστοιχο μέρος της ζητούμενης ζημίας.

Οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές αυτές είναι πράγματι αντιφατικές και στερούν την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση ως προς την απορριπτική κρίση της επί του συγκεκριμένου αιτήματος και την ορθή ή μη εφαρμογή των (ουσιαστικού δικαίου) διατάξεων των άρθρων 68 και 69 ΚΠολΔ. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς την 3η αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "Ν. Φ. Ε.Ε.", να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους λοιπούς διαδίκους και ως προς το μέρος που αφορά το προαναφερόμενο κεφάλαιο αποζημίωσης των 4.970 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της από το ίδιο δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση δικαστών. Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι (1η και 2ος), λόγω της μερικής ήττας τους, σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176, 178 και 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 706/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το μέρος που αυτή ασκείται κατά της 3ης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Φ. Ε.Ε.".

Δέχεται εν μέρει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Αναιρεί την 706/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την 1η αναιρεσίβλητη και τον 2ο αναιρεσίβλητο σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των 1.500 ευρώ.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ