Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment where first-instance evidence was properly considered.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the second-instance judgment regarding property ownership. The appellants argued the first-instance court failed to consider specific documents and photographs proving their claims, but the court found the lower court had already weighed this evidence in its reasoning. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 554, 524, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a second-instance judgment that rejected a request for a default judgment is admissible only if the first-instance court failed to properly evaluate evidence; mere omission of listing specific documents does not constitute a ground for appeal if the court's reasoning demonstrates they were considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1506 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1506/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Φ., 2) Φ. Κ. του Ν. και 3) Γ. Κ. του Ν. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Οικονόμου.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Δ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λάζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/1/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πολυγύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2006 του ιδίου Δικαστηρίου, 2204/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κατόπιν ανακοπής ερημοδικίας η 1803/2010 του ίδιου Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/11/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 18/4/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, ενώ κατά το άρθρο 554 του ίδιου ως άνω Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε (ή παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία), η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 3 ν. 2915/2001, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και, επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.
Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας δίκης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΑΠ 546/2012). Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά της 1803/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας των αναιρεσειόντων κατά της ερήμην αυτών εκδοθείσας απόφασης του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, που απέρριψε λόγω της ερημοδικίας του την ασκηθείσα απ' αυτούς έφεση κατά της 26/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής είναι παραδεκτή και ερευνητέα ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Επειδή, κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Στην έννοια της ανώτερης βίας, που συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 152 του ΚΠολΔ, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από το διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό ή όχι (Ολ.
ΑΠ 29/1992, ΑΠ 518/2010, ΑΠ 1588/2009, ΑΠ 1236/2008, ΑΠ 308/2007). Τέτοιο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί και η αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, λόγω της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή να ειδοποιήσει τον εντολέα του ή άλλο δικηγόρο για την αντικατάστασή του (ΑΠ 1347/2012).
Η δε έννοια της ανώτερης βίας του άρθρου 501 ΚΠολΔ είναι νομική έννοια εκ του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 633/2011, ΑΠ 1686/1997). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.
ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον λόγο αυτό προσβάλλεται και η απόφαση, η οποία, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας, αν προσάπτεται σ' αυτή, ότι παρά τον νόμο δεν δέχτηκε ότι ήταν άκυρη η ερημοδικία, διότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του διαδίκου, που ερημοδικάσθηκε, λόγος ανώτερης βίας (ΑΠ 1347/2012, ΑΠ 1260/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την από 17-7-2008 ανακοπή ερημοδικίας, ζήτησαν να εξαφανισθεί η 2204/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε ερήμην τους και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεσή τους κατά της υπ' αριθμ. 26/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, προβάλλοντας ακυρότητα της ερημοδικίας, διότι συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας.
Ειδικότερα οι ανακόπτοντες πρόβαλαν με την ανακοπή τους, ότι η ερημοδικία τους οφειλόταν σε ανώτερη βία, διότι η πληρεξούσια δικηγόρος τους στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και κάτοικος Χαλκιδικής Τριανταφυλλιά Μυλωνά, η οποία και επρόκειτο να τους εκπροσωπήσει στην κατ' έφεση δίκη, ασθένησε αιφνίδια το πρωί της ημερομηνίας συζήτησης της έφεσης (23-2-2007), με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η παρουσία της κατά τη δικάσιμο αυτή, αφού δεν μπορούσε να ταξιδέψει από τον Πολύγυρο στη Θεσσαλονίκη, ότι η δικηγόρος τους, η οποία είχε μαζί της το φάκελο με τις προτάσεις, δεν κατέστη δυνατόν να ενημερώσει άλλο συνεργάτη της δικηγόρο, καθόσον ειδοποίησε με ηχητικό μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο το συνεργάτη της δικηγόρο Χαλκιδικής Στυλιανό Βαλιάνη, ο οποίος και επικοινώνησε μαζί της περί ώρα 10.00 αλλά βρισκόταν στον Πολύγυρο, ότι επιχείρησε να επικοινωνήσει με τον υπογράφοντα την ανακοπή δικηγόρο Θεσσαλονίκης Στέφανο Οικονόμου, αλλά δεν κατέστη δυνατό, γιατί είχε απενεργοποιημένο το κινητό του, ενώ και η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Παρασκευή Σεραϊδου, με την οποία επικοινώνησε τηλεφωνικά, βρισκόταν στο Υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς και δεν μπορούσε να μεταβεί άμεσα στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ούτε και να επικοινωνήσει με τη Γραμματεία του Δικαστηρίου, ενώ όταν κατέστη δυνατόν να ειδοποιηθεί ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Χρήστος Καρυπίδης και μετέβη στο ακροατήριο του Εφετείου περί ώρα 10.30 είχε ήδη εκφωνηθεί η υπόθεση.
Επί της ως άνω ανακοπής και ισχυρισμών των ανακοπτόντων το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του νόμιμου αυτού λόγου ανακοπής οι ανακόπτοντες προσκομίζουν και επικαλούνται την από 23-2-2007 ιατρική βεβαίωση του ιατρού στο Γ.Ν.Ν. Χαλκιδικής Δ.
Κ. , από την οποία προκύπτει, ότι η προαναφερόμενη δικηγόρος εξετάστηκε από τον τελευταίο στην οικία της την 9.00 ώρα της 23-2-2007 (ημερομηνία συζήτησης της έφεσης) και διαπιστώθηκε ότι έπασχε από νεφρικό κωλικό με έντονο άλγος και εμπύρετο, ότι της χορηγήθηκε ενδοφλέβια φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση των εντονότατων πόνων και της αδυναμίας μετακίνησής της και ότι της συστήθηκε να μη μετακινηθεί για τρεις ημέρες και στη συνέχεια να επανεξεταστεί.
Επίσης, περί της ασθένειας της πληρεξούσιας δικηγόρου των ανακοπτόντων, για το ότι ειδοποιήθηκε η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Παρασκευή Σεραϊδου από τον Στυλιανό Βαλιάνο, και όχι από την δικηγόρο των ανακοπτόντων, και για το ότι αυτή βρισκόταν στο Υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς κατέθεσε η παραπάνω δικηγόρος εξεταζόμενη ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.
Τα επικαλούμενα όμως από τους ανακόπτοντες για τη θεμελίωση του λόγου της ανακοπής ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν πιθανολογήθηκαν βάσιμα στην ουσία, καθόσον αυτοί θα μπορούσαν, αν έδειχναν τη συνήθη επιμέλεια, πολύ περισσότερο δε την επιβαλλόμενη άκρα επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, να είχαν αποτρέψει την ερημοδικία τους, αφού η πιο πάνω δικηγόρος είχε την ευχέρεια, ενόψει του είδους της ασθένειας και της ώρας που παρουσίασε αυτή, να επικοινωνήσει τόσο με κάποιο από τους δικηγόρους Χαλκιδικής, που επρόκειτο να μεταβούν εκείνη την ημέρα στην Θεσσαλονίκη, όσο και με κάποιον από τους δικηγόρους της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να εμφανιστούν στο ακροατήριο του Εφετείου και να ζητήσουν την αναβολή της συζήτησης για το λόγο αυτό, αλλά ακόμη και με τον δικηγόρο της καθής η ανακοπή, ώστε να γνωστοποιηθεί η ασθένειά της και να επιδιώξουν αναβολή της συζήτησης, μόνες δε οι επικαλούμενες ενέργειές της προς εξεύρεση δικηγόρου δεν μπορεί να θεωρηθούν επαρκείς, ενόψει μάλιστα του μεγάλου αριθμού δικηγόρων και της δυνατότητας που αυτή είχε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με οποιονδήποτε, έστω και με συνεργάτη της, αναθέτοντας σ' εκείνον να εμφανιστεί στο ακροατήριο και είτε να υποβάλλει αίτημα αναβολής, είτε να ζητήσει να καθυστερήσει η εκφώνηση της υπόθεσης μέχρι να κατατεθούν οι προτάσεις και ο σχετικός φάκελος, τα οποία ευχερώς μπορούσε να τα αποστείλει από τον Πολύγυρο στη Θεσσαλονίκη σε εύλογο χρόνο.
Συνεπώς, το γεγονός ότι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο δεν οφειλόταν στο γεγονός ανωτέρας βίας, που αυτοί επικαλούνται, δηλαδή στην ασθένεια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, αλλά στην παράλειψη αυτής να αναζητήσει άλλους δικηγόρους, πλην των αναφερομένων στο δικόγραφο της ανακοπής, όπως μπορούσε να κάνει, ώστε να εκπροσωπηθούν οι ανακόπτοντες στη συζήτηση της εφέσεώς τους και στην παράλειψή της να ειδοποιήσει εγκαίρως τους ανακόπτοντες περί του κωλύματός της, όπως επίσης μπορούσε να κάνει, ώστε και αυτοί να αναζητήσουν άλλο δικηγόρο για την ως άνω εκπροσώπησή τους.
Δηλαδή, αν η ίδια η δικηγόρος τους έδειχνε τη συνήθη επιμέλεια, θα μπορούσαν να έχουν αποτρέψει την ερημοδικία τους, ενόψει μάλιστα του ότι ανώτερη βία δεν συνιστά το πταίσμα του πληρεξουσίου δικηγόρου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος της ανακοπής και κατόπιν τούτου απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 501 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, χωρίς αντιφάσεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων σχετικά με την έννοια της ανώτερης βίας, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλης ειδικότερης αιτιολογίας.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ επίσης εν προκειμένω το δικαστήριο της ουσίας αναλυτικά ερεύνησε τα επιχειρήματα των ανακοπτόντων και το αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ανακόπτοντες θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει την ερημοδικία τους, αν η ίδια η δικηγόρος τους έδειχνε τη συνήθη επιμέλεια, εκτίθεται σαφώς.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε, το δικαστήριο της ουσίας και απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κήρυξης ακυρότητας, όπως με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλουν οι αναιρεσείοντες από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Επειδή, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, χωρίς να είναι αναγκαίος ο επακριβής προσδιορισμός ούτε του σχήματος αυτού, ούτε των πλευρικών του διαστάσεων, εφόσον και χωρίς αυτά δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Αν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, πρέπει ο ενάγων να προσδιορίσει και τη θέση του στο μεγαλύτερο ακίνητο. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις.
Στην περίπτωση που η αγωγή αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγη μεν κτήση, πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφό της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου στον ενάγοντα, και, μόνο αν αμφισβητείται, ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση, αν δε στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτό περιστατικά.
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 7-1-2004 διεκδικητική αγωγή της, την οποία εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, ισχυρίστηκε, ότι είναι κυρία, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου-οικοπέδου, εμβαδού 590 τ.μ., αποτελούντος διαιρετό τμήμα του με αριθμό … κληροτεμαχίου, δευτέρας κατηγορίας, κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ...
Νομού …, όπως λεπτομερώς περιγράφεται κατά θέση και όρια, ότι το κληροτεμάχιο αυτό περιήλθε στη κυριότητά της δυνάμει του ... /17-12-1992 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φωτεινής συζ. Παναγιώτη Κόκκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην παρέχουσα τη γονική παροχή μητέρα της Δ.
χήρα Δ. Μ. δυνάμει του ... /11-8-1976 συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Αρναίας Αστερίου Μπύρου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι περιήλθε στη κυριότητα του δωρητή πατέρα της Δ. Μ. δυνάμει του ... /20-4-1967 συμβολαίου διανομής του τότε συμβολαιογράφου Πολυγύρου Ζαμπούνη, το δε διανεμόμενο κληροτεμάχιο περιήλθε στη κυριότητα του πατέρα της και του ετέρου εξ αδιαιρέτου συγκυρίων Α.
Ζ. , αφ' ενός μεν εξ αγοράς από τον Φ. Κ. δυνάμει του ... /14-12-1964 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πολυγύρου Νικολάου Ζαμπούνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αφ' ετέρου δε εξ ανταλλαγής τμήματος αυτού με άλλο τμήμα κληροτεμαχίου του ιδίου πωλητή Φ. Κ. δυνάμει του ... /21-11-1966 συμβολαίου του ιδίου τότε συμβολαιογράφου Πολυγύρου Νικολάου Ζαμπούνη, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι όλοι οι αναφερόμενοι προκτήτορες του ως άνω ακινήτου, αλλά και η ίδια προσωπικά από το χρόνο που το απέκτησαν ο καθένας άσκησαν στο επίδικο ακίνητο όλες τις περιγραφόμενες πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση του και στον προορισμό του με νόμιμο τίτλο, με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου και ότι έτσι η ίδια έγινε κυρία του επιδίκου τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία), νεμόμενη αυτό με την προσμέτρηση του χρόνου της δικαιοπαρόχου της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών και ότι η παρέχουσα τη γονική παροχή μητέρα της με την προσμέτρηση του χρόνου του απώτερου δικαιοπαρόχου της από το 1967 μέχρι το έτος 1992 που το μεταβίβασε στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη είχε καταστεί κυρία και με έκτακτη χρησικτησία.
Επίσης η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη παραδεκτά με τις πρωτόδικες προτάσεις της επικαλέστηκε προς αντίκρουση της αμφισβήτησης της κυριότητάς της επί του επιδίκου από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλέστηκε την με αριθμό 27934/14-12-1964 πρωτοκόλλου απόφαση της Νομαρχίας Χαλκιδικής, που επιτρέπει στον αρχικό κληρούχο Φ.
Κ. να μεταβιβάσει ελευθέρως το με αριθμό ... κληροτεμάχιο … κατηγορίας εκτάσεως 6.625 τ.μ. και διά κατατμήσεως αυτού, καθώς και την με αριθμό πρωτ. 8326/6-5-1967 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής που επιτρέπει να μεταβιβάσουν οι ισομερώς και εξ αδιαιρέτου έκαστος από τους συγκυρίους Α. Ζ. και Δ. Μ. 870 τ.μ. από το ως άνω ...
κληροτεμάχιο που περιήλθε σε αυτούς δυνάμει του ... /1966 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πολυγύρου Νικολάου Ζαμπούνη. Τέλος η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες το καλοκαίρι του έτους 1999 κατέλαβαν το επίδικο ακίνητο, αμφισβητώντας την κυριότητά της επ' αυτού.
Με το πιο πάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, επειδή περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της, εκτίθεται δε σ' αυτή, μεταξύ άλλων, σαφώς και ορισμένως ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επιδίκου τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία), προσδιορίζει το επίδικο σαφώς και ορισμένως κατά θέση, έκταση και όρια και αναφέρονται αναλυτικά οι αλλεπάλληλοι τίτλοι των απώτερων και της άμεσου δικαιοπαρόχου της, καθώς και οι εμφανείς υλικές πράξεις αυτών με ειδική αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη καλή πίστη, και τις οποίες εμφανείς υλικές πράξεις πλήρως εκθέτει.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας, ούτε έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα περιστατικά ως προς την περιγραφή του επίδικου τμήματος, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1, 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.
Συνεπώς, ο πρώτος, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επί της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης με αριθμό 26/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθ' όλα τα μέρη του.
Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου (974 ΑΚ) προς εκείνες των άρθρων 1041, 1042, 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο ακίνητο για μία δεκαετία, ενώ με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, όπου απαιτείται προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, η συμπροσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με το ... /17-12-1992 συμβόλαιο γονικής παροχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Φωτεινής Κόκκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε από την παρέχουσα μητέρα της Δ.
χήρα Δ. Μ. κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω γονικής παροχής, ένα διαιρετό και αυτοτελές οικόπεδο, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, εμβαδού 590 τ.μ., που αποτελούσε τμήμα του υπ' αριθ. ... κληροτεμαχίου Β' κατηγορίας στην κτηματική περιοχή της τότε κοινότητας ... (... και στη θέση "... " (παραθαλάσσιο), με όρια γύρω, κατά το συμβόλαιο αυτό, ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Φ.
Γ. Κ. και εν μέρει με κοινόχρηστη έκταση σε πλευρά 35 μ., δυτικά με ιδιοκτησία του αυτού Φ. Κ. και Α. Ζ. (μάρτυρα της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης), σε πλευρά 25,50 μ., βόρεια με την επαρχιακή οδό ... σε πρόσοψη 30 μ. και νότια με το χειμέριο κύμα σε πλευρά επίσης 30 μ. Υποβλήθηκε τότε στην Δ.Ο.Υ. Κεφαλαίου Θεσσαλονίκης η με αριθμό πρωτ. ... /1992 δήλωση γονικής παροχής για το ακίνητο αυτό.
Στην παρέχουσα μητέρα της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης Δ. Μ. είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό με το ... /11-8-1976 συμβόλαιο δωρεάς προς αυτή από το, σύζυγό της και πατέρα της αναιρεσίβλητης Δ. Μ. του Μ. , ενώπιον του συμβολαιογράφου Αρναίας Γρηγορίου Μπύρου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στον προκτήτορα αυτόν Δ. Μ. περιήλθε το ακίνητο αυτό με το ... /2-5-1967 συμβόλαιο διανομής ακινήτου ενώπιον του συμβολαιογράφου Πολυγύρου Νικολάου Ζαμπούνη, μεταγραφέν (τ. 20 αρ. 5), ήτοι διανομής μεταξύ αυτού και του Α.
Ζ. τμήματος του αυτού κληροτεμαχίου, εμβαδού 1.041 τ.μ., σ' αυτούς είχε περιέλθει το μείζον αυτό τμήμα των 1.041 τ.μ. από ανταλλαγή με τον τότε κτήτορα Φ. Κ. του Γ. και της Σ. (πατέρα, παππού των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων) με το ... /21-11-1966 συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, μεταγραφέν (τ.16 αριθ. 63), ήτοι αντήλλαξαν με αυτόν τμήμα του αυτού ...
κληροτεμαχίου έκτασης 870 τ.μ. στην ανατολική πλευρά του με το ανωτέρω όλου κληροτεμαχίου με το δικό τους, που βρισκόταν στην βόρεια πλευρά του όλου κληροτεμαχίου. Το ανταλλαγέν είχε περιέλθει στους ανωτέρω Δ. Μ. και Α. Ζ. εξ αγοράς από τον ως άνω Φ. Κ. με το ... /14-12-1964 συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου Πολυγύρου Νικ.
Ζαμπούνη, μεταγραφέν (τ. .. αριθ…). Και για τις ως άνω δύο μεταβιβάσεις (αρχική αγορά και εν συνεχεία ανταλλαγή) εκδόθηκαν οι με αριθμό πρωτ. 27394/19648396/1967 αποφάσεις του Νομάρχη Χαλκιδικής, με τις οποίες ήρθησαν οι περιορισμοί κατά τον Αγροτικό Νόμο περί μεταβιβάσεως και κατατμήσεως αυτού του εποικιστικού ακινήτου.
Όπως περαιτέρω αποδεικνύεται από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα και από την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, συναγοραστή και συνιδιοκτήτη με τον πατέρα της, ο οποίος αμέσως τότε (1964) άρχισε την αξιοποίηση του τμήματός του, μετά ταύτα και ο απώτερος δικαιπάροχος πατέρας της αναιρεσίβλητης άρχισε να ανεγείρει ισόγεια παραθεριστική οικία εμβαδού περί τα 50 τ.μ. (σε απόσταση 6 μέτρων από την ανεγερθείσα από τον Α.
Ζ. οικία) και η οποία οικία του Δ. Μ. παρέμεινε έκτοτε ημιτελής. Μάλιστα προέβησαν στην περίφραξη των ακινήτων τους από όλες τις πλευρές με ξύλινους πασσάλους και συρμοτόπλεγμα. Με το διαχωρισμό αυτό και τον εν συνεχεία περιορισμό κατά το εμβαδόν 590 τ.μ. ανατολικά, του δε Α. Ζ. 400 τ.μ. δυτικά. Αμφότεροι φύτεψαν στα τμήματά τους δένδρα (πεύκα και κουκουναριές) μάλιστα ο γιός του Δ.
Μ. φύτεψε και ελαιόδεντρα. Κατά το έτος 1999 οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες και ενώ ήδη από του έτους 1962 ο πατέρας και παππούς των αναιρεσειόντων είχε πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα στους ανωτέρω τα διαιρετά αυτά τμήματα εκ του όλου ακινήτου του, από κοινού εισήλθαν στο ακίνητο της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης και αφού εισήλθαν στο ακίνητο της αναιρεσίβλητης και αφού ξερίζωσαν τα δενδρύλλια ελιάς, φύτεψαν νέα δενδρύλλια ελιάς και πάλι.
Η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης μητέρα της άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αρναίας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ακινήτου, η οποία όμως αίτηση απορρίφθηκε ελλείψει καταπείγοντος, με την 33/2000 απόφαση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επίδικου τμήματος του αναφερόμενου κληροτεμαχίου τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), δυνάμει των αναφερόμενων ως άνω συμβολαίων, ήτοι του ... /1992 συμβολαίου γονικής παροχής, του ... /1976 συμβολαίου δωρεάς, του ... /1967 συμβολαίου διανομής, του ... /14-12-1964 πωλητηρίου συμβολαίου και του ... /21-11-1966 συμβολαίου ανταλλαγής και καθόσον τόσο οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης όσο και η ίδια από το χρόνο που το απέκτησαν ο καθένας άσκησαν στο επίδικο ακίνητο όλες τις περιγραφόμενες πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση του και στον προορισμό του με νόμιμο τίτλο, με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου και ότι η ίδια άσκησε τις αναφερόμενες πράξεις νομής, με την προσμέτρηση του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου μητέρα της, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, μέχρι το θέρος του 1999, οπότε οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες κατέλαβαν αυθαίρετα το επίδικο εδαφικό τμήμα.
Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 369, 1192, 974, 1041, 1042, 1045, 1051 και 1094 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1 επ.
του ν. ΔΞΗ/1912, του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", 189 παρ. 1, 2, 193, 196 του Αγροτικού Κώδικα, 77 του ν.δ. 21885/1952, 1 και 16 του ν.δ. 1189/1972, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς όλα τα μέρη του, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, 625/2008, ΑΠ 328/2008). "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 1573/2006). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Εξάλλου, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην συμπροσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα εκ μέρους τους πρωτοδίκως ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, και συγκεκριμένα ότι από το έτος 1988 οπότε ο κλήρος του δικαιοπαρόχου πατέρα τους μεταβιβάστηκε σ' αυτούς με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νόμιμα, ασκούσαν συνεχώς και αδιατάρακτα φανερές υλικές διακατοχικές πράξεις νομής και μάλιστα από το έτος 1988 λειτούργησαν στο ισόγειο κτίσμα οικογενειακή επιχείρηση καταστήματος-ψαροταβέρνας και από το 1985 τη λειτουργία οργανωμένου κάμπινγκ, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από την αναιρεσίβλητη και τους επικαλούμενους από την ίδια δικαιοπαρόχους της, οι οποίοι αδράνησαν για μακρό χρόνο 23 ετών παρόλο που γνώριζαν την πραγματική αυτή κατάσταση και έτσι με τη συμπεριφορά τους αυτή τους δημιούργησαν την στερεά πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν ποτέ το δικαίωμά τους και ότι η ανατροπή της δημιουργηθείσας πραγματικής κατάστασης θα επιφέρει σ' αυτούς επαχθείς οικονομικές, ηθικές και προσωπικές συνέπειες.
Από την επισκόπηση, όμως, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και την στην ουσία εκ των πραγμάτων απόρριψή της με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που συγκροτούσαν την ένσταση αυτή και κυρίως με την παραδοχή, ότι οι αναιρεσείοντες μόλις "κατά το έτος 1999 και ενώ ήδη από του έτους 1962 ο πατέρας και παππούς αυτών είχε πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα στους αναφερόμενους τα διαιρετά τμήματα εκ του όλου ακινήτου του, από κοινού εισήλθαν στο ακίνητο της αναιρεσίβλητης και αφού ξερίζωσαν τα δενδρύλλια ελιάς, φύτεψαν νέα δενδρύλλια ελιάς και πάλι".
Επομένως, ο λόγος αυτός από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τους αριθμούς 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην συμπροσβαλλόμενη 26/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το ως άνω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης και κατόπιν τούτου να απορρίψει τις ενστάσεις τους και να δεχτεί την αγωγή, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η συμπροσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ένστάσεών τους ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και των ισχυρισμών τους ότι ο δικαιοπάροχός τους ανήγειρε στο επίδικο ισόγειο κτίσμα 82 τ.μ., και ότι αυτό δεν ήταν τμήμα του ...
κληροτεμαχίου, και συγκεκριμένα: 1) τον ... /1963 τίτλο κυριότητας της Α.Τ.Ε. και το ... /10-6-1988 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αρναίας Γρηγορίου Μπίρου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, 2) την από 28-10-1982 βεβαίωση του τότε Προέδρου της Κοινότητας ... , 2 παλαιές φωτογραφίες της δεκαετίας 1970, 4 παλαιές φωτογραφίες της δεκαετίας 1980 και 15 πρόσφατες φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται το επίδικο, 3) τα 113157/7-12-1977 και 102419/21-10-1978 έγγραφα της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Χαλκιδικής, 4) την από 30-6-1966 άδεια λειτουργίας καταστήματος καφεζυθοεστιατορίου και την από 18-7-1970 παρόμοια αντίστοιχη και 5) το από Μαρτίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του Α.
Λ. . Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα και τις φωτογραφίες του επιδίκου που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά το καθένα από αυτά.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-11-2011 αίτηση των Ν. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 1803/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ