1506/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/8/1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2001 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/12/2003 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1506/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το αρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.
Full text
Απόφαση 1506 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1506/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Λυκούδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/8/1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2001 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/12/2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 4/3/2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευάγγελου Σταυρουλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το αρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87§ 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 § 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25§§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω Κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001, ΟλΑΠ 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου, ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και 3) των αρθρ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, όταν οι συμβάσεις εργασίας είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων (Ολ.ΑΠ 7/2011).Εξάλλου, το εναγόμενο ν.π.ι.δ. (με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ") ιδρύθηκε με το ν.δ 496/1970 ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για την εκμετάλλευση της ταχυδρομικής υπηρεσίας με την μορφή ανώνυμης εταιρίας με μετοχή που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και λειτουργούσε για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος υπό την εποπτεία του Υπουργού Μεταφορών, ήδη δε σύμφωνα με το αρ. 14 παρ. 1 ν. 2867/2000 από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού η ανώνυμη αυτή εταιρεία και οι θυγατρικές εταιρείες της παύουν να υπάγονται στις διατάξεις που ισχύουν για τις επιχειρήσεις που ανήκουν στο δημόσιο τομέα (ΑΠ 1099/2009).
Τέλος, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, μπορεί να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που κατά το αναιρετήριο παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 28/1998).
Η παράβαση δε του νόμου με την προαναφερθείσα έννοια κρίνεται κατ' αρχή σε σχέση με το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, με την προϋπόθεση όμως ότι το δίκαιο αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρεπτά ρυθμίζει την επίδικη έννομη σχέση όταν ανάγεται στο παρελθόν.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 8-8-1994 αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο την 1/9/1988 ως ταχυδρομικός διανομέας για να εργασθεί στην περιφέρεια του ταχυδρομικού γραφείου Λιμεναρίων Θάσου.
Ότι η σύμβαση του καταρτίστηκε για ορισμένο χρόνο, δήθεν για την αντιμετώπιση εποχιακών αναγκών, πράγματι όμως για αόριστο χρόνο για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της άνω υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου και η πρόσληψη του αυτή ήταν απολύτως απαραίτητη και αναγκαία για το έργο και το σκοπό της άνω υπηρεσίας, λόγω της καθημερινής υφισταμένης ανάγκης της ειδικότητας του και ανανεώνονταν εκάστοτε μετά τη λήξη της.
Ότι το αναιρεσίβλητο με σκοπό να καταστρατηγήσει τα από το νόμο 2112/1920 δικαιώματα του περί καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, χαρακτήριζε τη σύμβαση του ως δήθεν καλυπτόμενη από διαδοχικές επί μέρους συμβάσεις ορισμένης διαρκείας και έπαυσε από 1-1 -1994 ν' αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του και ότι συνεπώς η σύμβαση του είναι μία και ενιαία αορίστου χρόνου (κατ' άρθρο 8 ν. 2112/1920).
Ζήτησε δε με την αγωγή ν' αναγνωρισθεί ότι η παραπάνω σύμβαση του ήταν αορίστου χρόνου ότι το αναιρεσίβλητο είναι μέχρι την αγωγή υπερήμερο περί την αποδοχή των υπηρεσιών του και να υποχρεωθεί αυτό να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας 765.000 δρχ για το από 1/1/1994 μέχρι 31/8/1994 χρονικό διάστημα και 90.000 δρχ για το υπόλοιπο.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κανόνες δικαίου, κατά το χρόνο καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων (1-9-1988 έως 31-12-1993), του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ.
και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας του αναιρεσειοντος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του Συντάγματος και της Κοινοτικής Οδηγίας (18-4-2001 και 10-7-2001) και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενο της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχαν απορρίψει, ως μη νόμιμη, την αγωγή. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη σύμβαση του αναιρεσείοντος δεν καταρτίστηκε ως αορίστου χρόνου και ο χαρακτηρισμός αυτής ως ορισμένης χρονικής διαρκείας δεν αποσκοπούσε σε καταστρατήγηση των περί καταγγελίας, της σύμβασης αορίστου χρόνου διατάξεων του ν. 2112/1920, έστω και αν η εργασία του αναιρεσείοντος κάλυπτε, όπως ισχυρίζεται, πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού η σύμβαση καταρτίστηκε υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένου χρόνου και δεν μετατράπηκε με τις παραπάνω παρατάσεις σε αορίστου χρόνου.
Και τέλος ότι λύθηκε η σύμβαση αυτή στις 31-12-1993 αυτοδικαίως και ότι με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή περιστατικά η άσκηση από το αναιρεσίβλητο του δικαιώματος ν' απολύσει τον αναιρεσείοντα δεν υπερβαίνει προφανώς τα υπό της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος καθοριζόμενα όρια.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη παραβίασε με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 , που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα'ανωτέρω, αφού οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας του αναιρεσείοντος καταρτίσθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, πριν την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του Συντάγματος και της πιο πάνω Κοινοτικής Οδηγίας, ο δε χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ανήκει στο Δικαστήριο που κρίνει βάσει την εκτιθεμένων στην αγωγή και της επιβεβαιώσεως τους από την αποδεικτική διαδικασία.
Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 417/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ