Legislator Case Law & Legislation
1506/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's insufficient reasoning on labor contract classification.

Case Number 1506/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor contract dispute. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for classifying the relationship as a dependent employment contract. The court found the appellate judgment lacked necessary facts regarding the specific conditions of work and control exercised, violating substantive law provisions on labor contracts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure; Art. 648, 652 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appellate judgment is subject to cassation if it lacks sufficient reasoning on facts crucial to the case outcome, particularly when it fails to establish the specific criteria for characterizing a relationship as a dependent employment contract.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning dependent employment contract labor law classification cassation appeal substantive law violation appellate judgment control criteria

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 648 of the Civil Code
Art. 652 of the Civil Code
Art. 6 of Law 765/1943
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1506 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1506/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΠΟΝΤΟΦΙΜΠΡΑ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Βιομηχανική Περιοχή (ΒΙ - ΠΕ) ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νομικό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ. πράξης κατάθ. 2876/ΕΓ 668/26-11-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5035/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1-6-2005 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 672/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5035/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκαν οι 1142/2008 και 2515/2009 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθόσον μέρος της στρέφεται κατά της 2515/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και β) την παραδοχή αυτής, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό εκτιθέμενα, ως προς την 1142/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ίδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Εξέλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ).συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.

Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από α) την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης, καθώς και από β) την σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία επίσης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και η οποία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, και στην σύμβαση, όμως, αυτή υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση.

Ειδικότερα, για τον χαρακτηρισμό μια σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που χαρακτηρίζει την εξαρτημένη εργασία δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.

η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τον χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας και την διάκρισή της από την σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών (ΟλΑΠ 28/2005) ή την σύμβαση έργου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας (μετά από αναίρεση της 5035/2002 απόφασής του με την 672/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) ύστερα από έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου επί αγωγής αυτού κατά της αναιρεσείουσας με αντικείμενο αξιώσεις από σύμβαση εργασίας, με την (δεύτερη) αναιρεσιβαλλομένη 1142/2008 απόφασή του, εκδοθείσα ερήμην της εναγομένης αναιρεσείουσας, και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων, ο οποίος ήταν τεχνίτης μηχανικός, προσλήφθηκε την 1-5-1989 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αναιρεσείουσα εναγομένη, προκειμένου ν' απασχοληθεί στο εργοστάσιο υφαντουργίας που διατηρούσε αυτή στην βιομηχανική περιοχή ...

ως μηχανικός συντηρητής των υφαντουργικών μηχανημάτων της με μηνιαίες αποδοχές 200.000 δρχ., ότι με την ιδιότητα αυτή ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης κατά πλήρες ωράριο καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-5-1989 έως 31-12-1989, ότι προέκυψε πραγματικά, σε σχέση με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων είχε αναλάβει εργολαβικά το έργο της εγκατάστασης του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου της, συνήψε δε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με αυτήν από 1-4-1990, ότι ο ενάγων πούλησε και εγκατέστησε τον μηχανολογικό εξοπλισμό στο εργοστάσιο της εναγομένης, εκδόσας τα σχετικά τιμολόγια, η σχέση του, όμως, αυτή με την εναγομένη ήταν παράλληλη με την προαναφερθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του σ' αυτήν, ότι για την ως άνω εξαρτημένη εργασία του η εναγομένη ουδέν ποσό κατέβαλε στον ενάγοντα και κατά συνέπεια του οφείλει για το επίδικο χρονικό διάστημα, μαζί με το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, το συνολικό ποσό των 1.800.000 δρχ.

και ήδη 5882,47 ευρώ, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 648 και 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943 εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα οι διάδικοι συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (αορίστου χρόνου), δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη ως άνω απόφασή του πραγματικά περιστατικά ως προς την συνδρομή των κριτηρίων για τον χαρακτηρισμό της μεταξύ τους σχέσης ως σύμβασης εργασίας και μάλιστα εξαρτημένης και δη τις ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις των παρεχομένων από τον ενάγοντα υπηρεσιών, καθώς και το είδος και την ποιότητα της δέσμευσης και της εξάρτησης του ενάγοντος από την εναγομένη ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, το δικαίωμα της εναγομένης να δίδει δεσμευτικές για τον ενάγοντα οδηγίες και εντολές ως προς τις ενγένει συνθήκες παροχής της εργασίας του και να ελέγχει την συμμόρφωσή του προς τις οδηγίες αυτές και την έκταση και τον βαθμό της αντίστοιχης υποχρέωσης του ενάγοντος, με τον τρόπο δε αυτόν κατέστησε ανέφικτο τον έλεγχο του ορθού χαρακτηρισμού και της ορθής υπαγωγής της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης στην έννοια και τις διατάξεις της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, καθόσον μέρος της με αυτήν πλήττεται η ως άνω απόφαση, από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ κατά το α' μέρος του, απορριφθεί δε ο αυτός λόγος κατά το β' μέρος του (με το οποίο αποδίδονται οι αυτές αναιρετικές πλημμέλειες ως προς την γενομένη δεκτή παράλληλα προς την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας σχέση των διαδίκων από την εκ μέρους του ενάγοντος πώληση στην εναγομένη και εγκατάσταση στο εργοστάσιό της μηχανολογικού εξοπλισμού, καθόσον αφορά ζήτημα που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αντικείμενο της δίκης είναι αξιώσεις του ενάγοντος από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι από την παράλληλη αυτή σχέση), παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου της ένδικης αίτησης που αφορά την ίδια ως άνω απόφαση, καθώς και των λόγων αυτής, με τους οποίους βάλλεται η 2515/2009 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της ήδη αναιρουμένης 1142/2008 απόφασής του.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η 1142/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1142/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ