Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim as it lacks independent legal basis from contract breach.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of a claim for damages based on unjust enrichment. The appellant argued that the defendant was unjustly enriched by retaining funds not paid for the ship's purchase price, but the court found this claim lacked independent legal grounds. The court ruled that since the unjust enrichment claim relied on the same facts as the contract and tort claims, it was legally inadmissible without alleging the contract's invalidity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 534, 543 of the Civil Code; Article 219 of the Code of Civil Procedure: A claim for unjust enrichment cannot be validly pleaded as a subsidiary basis if it relies on the same factual circumstances as the primary contract or tort claim without asserting the invalidity of the contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1506 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1506/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα - Εισηγητή, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Τζέλλα - Αρσένη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Ιουλίου 1990 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1633/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6790/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 K.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.
ΑΠ 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση αυτή νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση και κατ' ουσίαν, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2008, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση.
Συνεπώς, ο πρώτος, ο τρίτος και ο τέταρτος από τους λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, μη περιέχοντες τα ως άνω στοιχεία, είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι. Ο τέταρτος από αυτούς, με τον οποίο ζητείται η αναίρεση της προσβαλλομένης και για λόγους εκ του άρθρου 559 αρ. 8, 10 και 11 ΚΠολΔ, χωρίς επίκληση στοιχείων που θεμελιώνουν τους λόγους αυτούς, είναι επίσης απαράδεκτος. Οι ίδιοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, τρίτος και τέταρτος), κατά το μέρος κατά το οποίο, υπό την επίκληση των ως άνω πλημμελειών, πράγματι πλήττουν την προσβαλλομένη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι η παροχή προς εκπλήρωση υποχρεώσεως, η οποία έχει αναληφθεί με σύμβαση, δεν δίδεται χωρίς αιτία και συνεπώς δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία παροχής και εφόσον αυτή παραμένει ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει την ικανοποίηση των δικαιωμάτων του που απορρέουν από αυτή.
Αγωγή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν εις εκτέλεση της συμβάσεως, μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ανατραπούν τα αποτελέσματά της από οποιονδήποτε λόγο, όπως, προκειμένου περί πωλήσεως, λόγω υπαναχωρήσεως, διότι τότε μόνον μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή λήξη της αιτίας.
Στην περίπτωση δε αυτή, αντικείμενο της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι η απόδοση της παροχής κατά την οποία ωφελείται ο αντισυμβαλλόμενος παρά τη λύση της συμβάσεως και προκειμένου για αγοραστή η απόδοση του τιμήματος που καταβλήθηκε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως ή σε περίπτωση πιστώσεως αυτού, η απαλλαγή του από την υποχρέωση καταβολής.
Επίσης, από το άρθρο 904 ΑΚ, προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κυρίας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.
Αν η βάση της αγωγής αυτής σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), δηλαδή υπό την αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση, πρέπει να γίνει επίκληση της ακυρότητας ή της ανατροπής των αποτελεσμάτων της, διότι η επικουρική βάση θα εξετασθεί μόνον εάν η αγωγή από τη σύμβαση απορριφθεί λόγω ακυρότητας αυτής ή ανατροπής των αποτελεσμάτων της (Ολομ.
ΑΠ 22/2003). Ειδικώτερα δε, προκειμένου περί έγκυρης και ισχυρής συμβάσεως πωλήσεως, η προς καταβολή αποζημιώσεως αξίωση του αγοραστή, εφόσον αυτός έχει αγωγή από τη σύμβαση (άρθρα 534, 543 ΑΚ) ή από αδικοπραξία, εάν και εφόσον η τελευταία συρρέει με την πρώτη, δεν έχει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εκτός εάν στηρίζεται σε διάφορα, σε σχέση με τη σύμβαση, πραγματικά περιστατικά, ασκούμενη δε κατά δικονομική επικουρικότητα, πρέπει να περιέχει επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως ή της ανατροπής των αποτελεσμάτων αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, όπως αυτή συμπληρώθηκε και διευκρινίσθηκε με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την αξίωση αποζημιώσεως για δαπάνη αποκαταστάσεως του ελαττώματος του πωληθέντος πλοίου και από την απώλεια ναύλων, ο ενάγων θεμελιώνει επικουρικά στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τον ισχυρισμό ότι κατά τα ποσά αυτά η εναγομένη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, αφού δεν τα εξέπεσε από το τίμημα της πωλήσεως του πλοίου από τα μετέπειτα χορηγηθέντα σε αυτόν δάνεια και την ολοκλήρωση της ναυπηγήσεως.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της δεν είναι νόμιμη, διότι, σωρευόμενη με εκείνες από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, δεν στηρίζεται σε διαφορετικά η πρόσθετα περιστατικά αλλά στα ίδια με εκείνες, ενώ, εάν ήθελε υποτεθεί ότι ασκείται υπό δικονομική επικουρική σώρευση, δεν επικαλείται παντάπασι ακυρότητα της συμβάσεως.
Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς απέρριψε την αγωγή, ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως μη νόμιμη και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της εφέσεως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο. Επομένως, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-9-2006 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 6.790/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2009 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ