Legislator Case Law & Legislation
1506/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vagueness regarding substantive law violation and evidence rules.

Case Number 1506/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant failed to specify which substantive legal rules were violated or how evidence rules were misapplied, rendering the grounds for appeal vague and inadmissible. Consequently, the court rejected the appeal entirely and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 559, paragraphs 1, 12, and 18 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly identify the violated substantive rule, the factual findings supporting the lower court's decision, and the specific legal error, otherwise it is inadmissible due to vagueness.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation evidence rules vague grounds legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 12 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 18 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1506 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1506/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Χ1, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Βασίλειος Βενιζέλος.

Της αναιρεσιβλήτου: ......., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Τρίπλης, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.06.1989 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις :23/1991 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 377/1993 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και - μετά από άσκηση αναίρεσης - η 1397/1997 του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν στη συνέχεια οι αποφάσεις 1809/1998 προδικαστική και 1691/2000 οριστική του ίδιου Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 5.7.2000 αίτησή της και τους από από 4.12.2000 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η 361/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 1691/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1129/2002 μη οριστική και 139/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23.03.2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 21.07.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγον αναιρέσεως, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Για την πληρότητα του λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται ο φερόμενος ως παραβιασθείς ουσιαστικός κανόνας, οι πραγματικές διαπιστώσεις της αναιρεσιβαλλομένης που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου περί του βασίμου ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, καθώς και η απαγγελθείσα βάσει αυτών έννομη συνέπεια και τέλος το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζον ή ερμηνεύον τον φερόμενον ως παραβιασθέντα κανόνα.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για παράβαση των "κειμένων διατάξεων", αλλά δεν προσδιορίζει ποίες είναι αυτές, ούτε μνημονεύει τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την απαγγελθείσα υπ' αυτής έννομη συνέπεια, τη διαγνωσθείσα διαφορά και το διαπραχθέν σφάλμα. Κατ' ακολουθίαν, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικώς προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα παραπονείται διότι το Εφετείο παρεβίασε τους σχετικούς προς τη δύναμη των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων ορισμούς του νόμου. Ο δεύτερος αυτός, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του ως προς το πρώτο μέρος του, διότι δεν προσδιορίζεται σε ποίο έγγραφο απεδόθη διάφορος της νομίμου αποδεικτική δύναμη και ποία, ενώ κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος, αφού οι μαρτυρικές καταθέσεις εκτιμώνται ελευθέρως (άρθρο 340 ΚΠολΔ).

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συνεμορφώθη προς την αναιρετική απόφαση. Η συμμόρφωση αυτή αφορά τη δοθείσα από την αναιρετική απόφαση λύση επί νομικού ζητήματος και όχι αρεοπαγιτική κρίση περί πραγμάτων, η οποία ούτε γίνεται, ούτε νοείται να γίνει από το Ακυρωτικό Δικαστήριο. Επομένως, ο τρίτος της αιτήσεως λόγος, πλήττων την αναιρεσιβλλομένη απόφαση, εκ του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, ένεκα μη συμμορφώσεως του Εφετείου προς γενομένη από παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου πραγματική κρίση, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από από 23.3.2007 αίτηση της Χ1 περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 139/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ