Legislator Case Law & Legislation
1505/2022 AI generated

1505/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1505/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1505/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι το μηναίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 105.000 δραχμών, ήτοι 308,14 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου 3,6%, το οποίο τα επόμενα έτη ανήλθε στο ποσό των 427,50 ευρώ και από το Μάιο του 2011 μειώθηκε, κατόπιν προφορικής συμφωνίας, στο ποσό των 325 ευρώ, λόγω της οικονομικής κρίσης και προς διευκόλυνση της μισθώτριας. Ότι το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε να το καταβάλει η μισθώτρια εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μισθωτικού μήνα στην κατοικία του εκμισθωτή.

Keywords

AI generated
misappropriation of salary deductions european order for payment procedure rent arrears payment of cost deposit action for wrongful attachment damages payment by instalments
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1505 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1505/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αγγελόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαρδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 596/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2810/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-10-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 16-10-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 89216/128/16-10-2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2810/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2810/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 30-3-2016 (με αριθμ. εκθ. καταθ. 2121/37/05-4-2016) αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του από 01-5-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μισθώσεως εκμίσθωσε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα το ειδικότερα περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, ευρισκόμενο στο Δήμο Ηλιούπολης, του οποίου είναι επικαρπωτής, με διάρκεια δύο ετών, ήτοι από 01-5-1999 έως 30-4-2001, προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιήσει ως χώρο κατασκευής και εμπορίας ενδυμάτων.

Ότι το μηναίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 105.000 δραχμών, ήτοι 308,14 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου 3,6%, το οποίο τα επόμενα έτη ανήλθε στο ποσό των 427,50 ευρώ και από το Μάιο του 2011 μειώθηκε, κατόπιν προφορικής συμφωνίας, στο ποσό των 325 ευρώ, λόγω της οικονομικής κρίσης και προς διευκόλυνση της μισθώτριας. Ότι το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε να το καταβάλει η μισθώτρια εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μισθωτικού μήνα στην κατοικία του εκμισθωτή.

Ότι μετά τη λήξη της νόμιμης δωδεκαετούς διάρκειας της μισθώσεως, αυτή παρατάθηκε σιωπηρώς και κατέστη αορίστου χρόνου. Ότι στις 18-1-2013 κατήγγειλε ο ίδιος (ενάγων - εκμισθωτής) τη μίσθωση αυτή με εξώδικη διαμαρτυρία. Ότι η εναγομένη, μολονότι χρησιμοποίησε το μίσθιο μέχρι τη λήξη της μισθώσεως, δεν κατέβαλε όλο το μίσθωμα του Απριλίου του έτους 2011, αλλά μέρος αυτού και οφείλει το υπόλοιπο εκ ποσού 221,56 ευρώ.

Ότι επίσης δεν κατέβαλε το μισθώματα οκτώ (8) μηνών του έτους 2011, ήτοι από το Μάιο έως και το Δεκέμβριο του έτους αυτού, συνολικού ποσού 2693,60 ευρώ. Ότι για το έτος 2012 οφείλει τα μισθώματα 12 μηνών, συνολικού ποσού 4.040,40 ευρώ και για το έτος 2013 οφείλει τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου, συνολικού ποσού 673,40 ευρώ.

Ότι τελικά η εναγομένη παρέδωσε το μίσθιο στις 28-3-2013, χωρίς να του καταβάλει την αποζημίωση χρήσεως για το μήνα Μάρτιο του 2013, ποσού 325 ευρώ. Ότι ακόμη η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 781,36 ευρώ για ανείσπρακτα δημοτικά τέλη και το ποσό των 1.626 ευρώ για ανεξόφλητο λογαριασμό προς τη ΔΕΗ. Με βάση τα περιστατικά αυτά ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.361,32 ευρώ για τις προαναφερόμενες αιτίες, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητό κάθε μηναίο μίσθωμα, για το δε υπόλοιπο ποσό από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 596/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε αόριστο και απορρίφθηκε το κονδύλιο που αφορούσε τα ανείσπρακτα δημοτικά τέλη, ενώ κατά τα λοιπά η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη και ακολούθως έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.579,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης οριστικής αποφάσεως ασκήθηκε η από 04-4-2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2810/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο αυτό, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, έκρινε ότι αυτή είναι ορισμένη, απορρίπτοντας σχετικό λόγο εφέσεως της εναγομένης - εκκαλούσας περί αοριστίας αυτής και ακολούθως δέχτηκε την αγωγή ως νόμιμη και ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.953,96 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους.

Το άρθρo 560 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως (16-10-2019), ορίζει ότι : "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", οι διατάξεις δε αυτές είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των εν λόγω αποφάσεων και ως εκ τούτου αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015).Οι ανωτέρω δε λόγοι αναίρεσης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως ( ΑΠ 399/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018). Επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου.

Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολομ.ΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία ελέγχονται με τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 668/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 1155/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 769/2017).

Επί των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ελέγχεται μόνο η νομική και η ποιοτική αοριστία (η τελευταία για τις αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1.1.2016), στα πλαίσια των λόγων των αριθμών 1 και 5, αντίστοιχα, του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., ενώ αντίθετα δεν ελέγχεται η ποσοτική αοριστία, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι, όσα νομικώς είναι ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία, ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 661/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 574 και 595 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα που συμφωνήθηκε από την παράδοση σ` αυτόν της χρήσεως του πράγματος, εφόσον έχει τη δυνατότητα χρήσεως αυτού, ανεξαρτήτως αν πράγματι το χρησιμοποιεί.

Έτσι, για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής με την οποία ο εκμισθωτής ζητεί από το μισθωτή την καταβολή του μισθώματος (άρθρα 574 και 595 ΑΚ), πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της: α) η ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως μισθώσεως πράγματος, ο χρόνος συνάψεως αυτής και η διάρκειά της, β) η ιδιότητα του ενάγοντος ως εκμισθωτή και του εναγομένου ως μισθωτή, γ) η περιγραφή του μισθίου και ο τόπος στον οποίο βρίσκεται, δ) το ύψος του καταβαλλομένου μισθώματος και ο χρόνος καταβολής του, ε) η γενομένη εκ μέρους του μισθωτή χρήση του μισθίου, στ) η υπερημερία του μισθωτή περί την καταβολή του μισθώματος και ζ) αίτημα καταβολής συγκεκριμένου ποσού οφειλομένων μισθωμάτων( ΑΠ 694/2020, ΑΠ 2035/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως ορισμένη ή ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της λιγότερα ή περισσότερα στοιχεία, αντίστοιχα, από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (ΑΠ 1055/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως, πρέπει η παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών, ενώ ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επί παραβιάσεως κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 610/2020, ΑΠ 801/2019).

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, που δηλαδή εντοπίζεται η παραβίαση, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ196/2020, ΑΠ 945/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.

ΑΠ 25/2003, Ολομ. ΑΠ 3/1997, Ολομ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 107/2020). Δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολομ.

ΑΠ 14/2004, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 172/2020). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όπως αποδεικτικά έγγραφα και το περιεχόμενο αυτών, ούτε πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 923/2020, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ., κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 335/2020, ΑΠ 208/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Ολ. ΑΠ 15/2006). Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ( ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Για να είναι δε ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στο δικόγραφο της αναίρεσης, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών ( ΑΠ 924/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 601/2011), οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και να εξειδικεύονται οι πλημμέλειες του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "έλλειψη αιτιολογίας", "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (AΠ 441/2020, ΑΠ 924/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου είναι ορισμένη, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας περί αοριστίας αυτής.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα με το λόγο αυτό υποστηρίζει ότι η αγωγή είναι αόριστη για το λόγο ότι δεν καθορίζεται στο δικόγραφό της για ποιο χρονικό διάστημα ορίστηκε το μηνιαίο μίσθωμα των 105.000 ευρώ, ήτοι 308,14 ευρώ, δηλαδή πότε ήταν ο αρχικός και πότε ο καταληκτικός χρόνος, από πότε ανήλθε από το άνω αρχικά συμφωνηθέν μίσθωμα των 308,14 ευρώ, στο ποσό των 427,50 ευρώ και πως υπολογίστηκε η αύξηση αυτή, καθώς και από ποιο ποσό μισθώματος έγινε η μείωση στο ποσό των 325 ευρώ.

Οι ανωτέρω αναφερόμενες, στον κρινόμενο πρώτο αναιρετικό λόγο, αιτιάσεις περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, δεν συνιστούν νομική αοριστία αυτής, γιατί δεν αφορούν σε στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ένδικου αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, περί καταβολής οφειλόμενων μισθωμάτων [τα οποία, σε κάθε περίπτωση, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω περιέχονται στην αγωγή], αλλά ούτε και ποιοτική αοριστία της αγωγής και συνεπώς ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος, όπως ορθά εκτιμάται, από τους αριθμούς 1 και 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αφού η πληττόμενη απόφαση, εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου), είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον, όπως αναφέρεται στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, επί των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση, ελέγχεται μόνο η νομική και η ποιοτική αοριστία, οι δε ανωτέρω αιτιάσεις δεν αποτελούν τέτοιου είδους αοριστία, πέραν του απαραδέκτου λόγω αοριστίας, του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., προβαλλόμενου λόγου, αφού δεν αναφέρεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, ενώ οι αναφερόμενες στο λόγο αυτό διατάξεις των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1 και 335 Κ.Πολ.Δ., είναι διατάξεις δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστικού δικαίου και δεν ιδρύουν το λόγο αυτό.

Σε κάθε περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της ένδικης από 30-3-2016 αγωγής του αναιρεσίβλητου, προκύπτει ότι αυτή δεν πάσχει από νομική αοριστία, ούτε από ποιοτική αοριστία, διότι εκτίθενται σε αυτή με επάρκεια και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 574 και 595 ΑΚ και περιέχει ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ.

και ειδικότερα αναφέρονται σε αυτή: α) η κατάρτιση της συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως, ο χρόνος συνάψεως αυτής και η διάρκειά της, β) η ιδιότητα του ενάγοντος ως εκμισθωτή και της εναγομένης ως μισθώτριας, γ) η περιγραφή του μισθίου και ο τόπος στον οποίο βρίσκεται, δ) το ύψος του αρχικά συμφωνηθέντος μισθώματος και του καταβαλλομένου μισθώματος κατά το χρόνο δημιουργίας των επικαλούμενων οφειλών, καθώς και ο χρόνος που ήταν καταβλητέο, ε) η γενομένη εκ μέρους της μισθώτριας χρήση του μισθίου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα δημιουργίας των επικαλούμενων οφειλών, στ) η υπερημερία της μισθώτριας περί την καταβολή των αναφερόμενων μισθωμάτων και ζ) αίτημα καταβολής συγκεκριμένου ποσού οφειλομένων μισθωμάτων.

Περαιτέρω, κατά το μέρος που ο αναιρετικός αυτός λόγος επιχειρείται να υπαχθεί στον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επί των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων (όπως στην προκείμενη περίπτωση), δεν ελέγχεται η ποσοτική αοριστία, καθόσον επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται ειδικά και περιοριστικά στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο αντίστοιχος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ' αριθμ. 2810/2019 προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "δυνάμει του από 1-5-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης, νόμιμα θεωρημένου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Ηλιούπολης, με αριθ. πρωτ. 1044/4-5-1999, ο ενάγων εκμίσθωσε στην εναγομένη μία οριζόντια ιδιοκτησία - επαγγελματική αποθήκη του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας, επιφανείας 136 τ.μ., με στοιχεία Α1, που βρίσκεται στο Δήμο Ηλιούπολης, επί της οδού Κέας αριθ. 3, της οποίας είναι επικαρπωτής, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει η εναγομένη ως χώρο κατασκευής και εμπορίας ενδυμάτων.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε διετής, αρχομένης από την 1-5-1999 και λήγουσας την 30-4-2001 (και όχι όπως λανθασμένα αναγράφηκε στο μισθωτήριο· την 1-2-2001), ενώ το μίσθωμα συμφωνήθηκε καταβαλλόμενο εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μισθωτικού μήνα στην κατοικία του εκμισθωτή, ανερχόμενο στο ποσό των 105.000 δραχμών (308,14 ευρώ) πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου 3,6%.

Κατά τα επόμενα έτη το μίσθωμα ανήλθε στο ποσό των 427,50 ευρώ και από το μήνα Μάιο του έτους 2011 συμφωνήθηκε προφορικά μείωσή του, στο ποσό των 325 ευρώ, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου 3,6% προς διευκόλυνση της μισθώτριας. Μετά τη λήξη της νόμιμης δωδεκαετίας (άρθρα 7 παρ. 6 Ν. 2741/1999 και 5 ΠΔ 36/1995) η μίσθωση ανανεώθηκε σιωπηρά και κατέστη έτσι αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 611 ΑΚ, έως και την 18-1-2013, οπότε ο ενάγων κατήγγειλε τη μίσθωση με εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση -πρόσκληση (βλ.

υπ' αριθ. 10817/18-1-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Β. Κ.). Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα ως υπόλοιπο μισθώματος Απριλίου 2011 ποσό 221,56 ευρώ, μισθώματα οκτώ μηνών του έτους 2011 (Μαΐου έως και Δεκεμβρίου έτους 2011) συνολικού ποσού 2.693,60 ευρώ (325X8=2.600 Χ3,6), μισθώματα δώδεκα μηνών του έτους 2012 συνολικού ποσού 4.040 ευρώ (325 Χ12 Χ 3,6%) και μισθώματα δύο μηνών του έτους 2013 (Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου) ποσού 673,40 ευρώ (325X2 Χ3,6), ήτοι συνολικά για την άνω αιτία ποσό 7.628,96 ευρώ.

Επιπλέον, αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη εξακολούθησε και μετά τη λήξη της μίσθωσης (28-2-2013 κατ' άρθρο 597 ΑΚ) να κάνει ακώλυτη χρήση του μισθίου έως και την 28-3-2013, με συνέπεια να οφείλει ως αποζημίωση χρήσης για το άνω χρονικό διάστημα ποσό 325 ευρώ. Ήτοι συνολικά η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 7.953,96 ευρώ, απορριπτόμενων των περί αντιθέτων προβαλλόμενων με τον τρίτο και τον έκτο λόγο (ως προς το δεύτερο σκέλος του περί απαραδέκτου της αναζήτησης αποζημίωσης χρήσης) της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμων, όπως επίσης και με τον τέταρτο λόγο αυτής, δεδομένου, ότι αποδείχθηκε, ότι η επίδικη μίσθωση λύθηκε κατά τον παραπάνω χρόνο και όχι την 31-12-2010, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, ούτε ότι υπήρξε νέα αυτοτελής συμφωνία από 1-1-2011 με εκμισθώτρια την τέως σύζυγο του ενάγοντος και παραχώρηση του ακινήτου για χρήση αυτού ως αποθήκης.

Επιπλέον, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο έκτος λόγος ως προς το τρίτο σκέλος του, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε πλαστό έγγραφο, καθόσον η εκκαλούσα αφενός δεν έχει αμφισβητήσει τη γνησιότητα της υπογραφής, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του (άρθρο 457 παρ. 3 ΚΠολΔ) αφετέρου δεν έχει προβάλλει παραδεκτώς σύμφωνα με τα άρθρα 98 και 460 επ.

ΚΠολΔ την ένσταση πλαστότητας. Εξάλλου, απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη τυγχάνει και η ένσταση παραγραφής του μισθώματος Απριλίου 2011, που προβάλλεται με τον έκτο λόγο της έφεσης, καθότι η εκκαλούσα εσφαλμένως υπολαμβάνει ως έναρξη του χρόνου παραγραφής του την 4-4-2011, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 253 ΑΚ ο χρόνος παραγραφής της εν λόγω απαίτησης άρχεται από 1-1-2012, έως δε την άσκηση της ένδικης αγωγής με την κατάθεση και την επίδοση της στην εναγομένη την 5-4-2016, δεν έχουν παρέλθει πέντε έτη (άρθρο 250 ΑΚ).

Επιπλέον, αβάσιμος τυγχάνει και ο πέμπτος λόγος της έφεσης, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση εκκρεμοδικίας που είχε προβάλλει, έχοντας δε τελεσιδικήσει η υπ' αριθ. 11/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 14-10-2013 ανακοπής της εκκαλούσας και με την οποία ακυρώθηκε η υπ' αριθ. 40598/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του άνω Δικαστηρίου, προβάλλει πλέον την ένσταση του δεδικασμένου.

Πλην, όμως, με την άνω απόφαση του το Δικαστήριο ακύρωσε την παραπάνω διαταγή πληρωμής, διότι οι απαιτήσεις και το ύψος των οφειλών δεν αποδεικνύονταν εγγράφως ήτοι για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, με συνέπεια να μην παράγεται δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, του ποσού της οφειλής αλλά ούτε για την έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους [...].

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται, ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε το κονδύλι ποσού 1.626 ευρώ για οφειλόμενο λογαριασμό της ΔΕΗ, ως προς το οποίο ο εφεσίβλητος είχε παραιτηθεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής. Ο παραπάνω λόγος τυγχάνει βάσιμος, δεδομένου, ότι από τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά προκύπτει η παραίτηση του εφεσίβλητου από το άνω κονδύλι, τούτο δε δεν αρνείται ο εφεσίβλητος.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε το άνω ποσό παρά τη νομότυπη παραίτηση από αυτό εκ μέρους του ενάγοντος, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου, γενομένου δεκτού του δεύτερου λόγου της έφεσης. Κατόπιν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να κάνει τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή την κρινόμενη έφεση, να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών στο σύνολο της, δηλαδή και ως προς τις διατάξεις και τα κεφάλαια που δε μεταρρυθμίστηκαν, για λόγους ενότητας του εκτελεστού τίτλου [...] και αφού κρατήσει και δικάσει την υπόθεση κατά την παραπάνω διαδικασία, να κάνει εν μέρει δεκτή την άνω αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 595, 597, 361, 341, 345, 346 ΑΚ, ΠΔ 36/1995, 176 ΚΠολΔ, [...] και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 7.953,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που ήταν απαιτητό έκαστο μηναίο ποσό και έως την εξόφληση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχτηκε αυτή ως νόμιμη και ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.953,96 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους.

Ήδη, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8, 9, 10, 11, 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του άφησε αδίκαστους και δεν έλαβε υπόψη τους νόμιμους ισχυρισμούς της, οι οποίοι είχαν προταθεί παραδεκτά με το εφετήριό της, ούτε και απάντησε στους ισχυρισμούς της αυτούς, οι οποίοι αφορούσαν τους όρους του νόμιμα προσκομισθέντος με επίκληση μισθωτηρίου, σχετικά με την αύξηση του μισθώματος, το χρόνο και τον τρόπο που είχε οριστεί να γίνεται η αύξηση αυτή και δη ότι είχε συμφωνηθεί να γίνεται σύμφωνα με το οριζόμενο από το μισθωτήριο ποσοστό του ισχύοντος τιμάριθμου και εγγράφως και όχι κατά την ελεύθερη βούληση των διαδίκων, σχετικά με τον όρο 13Β του μισθωτηρίου κατά τον οποίο "εάν ο μισθωτής αποχωρήσει πριν από τη λήξη του συμβολαίου εκ του μισθίου δεν υποχρεούται εις την καταβολή των υπόλοιπων μισθωμάτων" και σχετικά με τη μεταβολή των όρων του μισθωτηρίου, με τον όρο 12 του οποίου είχε οριστεί ότι κάθε τροποποίηση των όρων του θα αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο εγγράφως, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου.

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8, 11 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, οι οποίοι είχαν προταθεί παραδεκτά με το εφετήριό της και δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα από αυτή με επίκληση αποδεικτικά έγγραφα σχετικά με τη λύση από πλευράς της το Δεκέμβριο του 2010 της συμβάσεως μισθώσεως προφορικά και αζημίως, σύμφωνα με τον όρο 13Β του μισθωτηρίου και τη σύναψη νέας σύμβασης, με νέα εκμισθώτρια και δη την τέως σύζυγο του αναιρεσίβλητου και με νέο μίσθωμα.

Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο άφησε αδίκαστους και δεν έλαβε υπόψη τους νόμιμους ισχυρισμούς της, οι οποίοι είχαν προταθεί παραδεκτά με το εφετήριό της και ειδικότερα ότι είχε καταβάλει τα αναζητούμενα μισθώματα στην πραγματική, νέα εκμισθώτρια του ακινήτου Μ.

Παίξου, μετά της οποίας είχε έλθει σε νέα συμφωνία μισθώσεως, με καταθέσεις που είχε πραγματοποιήσει στον τραπεζικό λογαριασμό της τελευταίας. Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος κατά οποίο αποδίδεται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 9, 10, 11 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, (όπως στην ένδικη περίπτωση), επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται ειδικά και περιοριστικά στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., στο οποίο δεν περιλαμβάνονται οι αντίστοιχοι από τους ως άνω αριθμούς 9, 10, 11 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικοί λόγοι.

Περαιτέρω, οι προαναφερόμενοι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος τους κατά το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τους ανωτέρω ισχυρισμούς που προτάθηκαν από αυτή, ήτοι κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. ( και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα), είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προεκτιθέμενη έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., έστω και εάν προτάθηκαν υπό τη μορφή λόγων εφέσεως, αλλά συνιστούν αρνητικούς - απαντητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου και πραγματικά επιχειρήματα αυτής για την υποστήριξη των απόψεων της, που αντλούνται από τα επικαλούμενα από αυτή αποδεικτικά έγγραφα, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίφαση δε της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Επισημαίνεται ότι ούτε ο ισχυρισμός περί καταβολής μισθωμάτων, που περιέχεται στον τέταρτο αναιρετικό λόγο, μπορεί να εκτιμηθεί ως αυτοτελής ισχυρισμός και δη ως ένσταση εξοφλήσεως, αφού κατά τα εκτιθέμενα σε αυτόν, οι επικαλούμενες καταβολές αφορούν σε νέα μίσθωση, με νέο εκμισθωτή και νέο μίσθωμα, ήτοι διαφορετική της ένδικης, σύμβαση μισθώσεως.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και τους απέρριψε καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.

Οι ίδιοι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος τους κατά το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης, ήτοι κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα), είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, προεχόντως ως αόριστοι, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, οι συγκεκριμένοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ούτε ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της και σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί, κατά το ανωτέρω μέρος τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις τους ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, όπως ορθώς εκτιμάται, από τους αριθμούς 5 και 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. ( και όχι από τους αριθμούς 8 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα), ισχυριζόμενη ότι το άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν έλαβε υπόψη τις προταθείσες με λόγο εφέσεως ενστάσεις της εκκρεμοδικίας και τελεσιδικίας και ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 222 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αναφέρεται στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ενστάσεις που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και τις απέρριψε, ενώ κατά το μέρος που αναφέρεται στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.

είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον η διάταξη του άρθρου 222 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., που φέρεται ότι παραβιάστηκε, είναι δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστικού δικαίου και δεν ιδρύει το λόγο αυτό. Τέλος με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το άνω Δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, όπως ορθώς εκτιμάται, από τους αριθμούς 5 και 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. ( και όχι από τους αριθμούς 8 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα).

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον είναι παντελώς αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα αναφέρει στο περιεχόμενο του λόγου τούτου, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και τον εφετήριο τρίτο λόγο της και ακολούθως αναφέρει κατά λέξη ότι "Η κρίση της, συνεπώς υπήρξε μη νόμιμος και πρέπει ν' αναιρεθεί κατ' άρθρο 559 αριθ. 8, άλλως κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.", χωρίς όμως έτσι να διαλαμβάνει, όπως απαιτείται για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου, κάποια συγκεκριμένη, σαφή και ορισμένη αναιρετική πλημμέλεια και δη ούτε από τον αριθμό 5, ούτε από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 16-10-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 89216/128/16-10-2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2810/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ