Supreme Court partially allows appeal on interest calculation but remands case for final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding interest calculations in a loan dispute. The court found that the lower court incorrectly applied legal rules concerning the start date of interest accrual and the validity of the claim. Consequently, the decision was annulled only regarding the interest portion, and the case was remanded for the court to rule on the remaining claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 806, 211 of the Civil Code; Article 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible for violation of substantive law or lack of legal basis; if the appeal is partially upheld, the case may be remanded to the appellate court for final judgment without further remittal to a lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1505 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1505/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζύγου Γ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Φουρφουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας(ΑΠ1960/2013).Κατά δε το άρθρο 211 του ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου.
Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται, είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του(ΑΠ1792/2002).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 2095/2009). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π2086/2017).
Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση ευθέως και εκ πλαγίου (άρθρο 559 αρ 1 και 19ΚΠοΛΔ)των διατάξεων των άρθρων 806 και 211 ΑΚ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το εφετείο έσφαλε δεχθέν ότι δεν ενήργησε ως αντιπρόσωπος του Γ. Φ., παρά τα αντιθέτως εκτιθέμενα στην αγωγή, αλλά ότι η ίδια δανειοδοτήθηκε από την αναιρεσίβλητη, προκειμένου με τη σειρά της να δανειοδοτήσει τον ανωτέρω με τοκογλυφικούς τόκους άνω του 30% ετησίως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά μεν την διάταξη του άρθρου 559αρ 1 ΚΠολΔ διότι υπό την επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 ΚΠοΛΔ, κρίση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 19ΚΠοΛΔ γιατί πλήττεται ουσιαστικά η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ 11 περ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι ο λόγος αυτός συντρέχει όταν γίνεται παραδεκτό ένα αποδεικτικό μέσο χωρίς την ύπαρξη των όρων του παραδεκτού που συναρτάται και προς τη διαδικασία εκδίκασης της διαφοράς. Εξάλλου, για το ορισμένο του ίδιου λόγου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο: α) ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν το επιτρέπει και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ1047/1992).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ 11α ΚΠοΛΔ έλαβε υπόψη προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι καταρτίσθηκαν συμβάσεις δανείου μεταξύ των διαδίκων τα από 16-10-1996 και από 10-4-1997 γραμμάτια είσπραξης 5.000.000 και 1.000.000 δρχ, τα οποία είχε προσβάλλει ως εικονικά χωρίς να κρίνει τη βασιμότητα του ισχυρισμού της, λαβόν έτσι υπόψη ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: <Η ενάγουσα, Ε.
Κ. του Κ., μεταβίβασε λόγω δανείου στην εναγομένη, Σ. Σ. του Κ., κάτοικο ..., ποσά 5.000.000 δραχμών και 1.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, και, συνολικά, 6.000.000 δραχμών, (ισότιμο με 17.608,20 ΕΥΡΩ). Η κατάρτιση των συμβάσεων αποδεικνύεται πλήρως και από τα από 16-Ι0-1996 και 10-4-1997 ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία υπογράφει ανεπιφύλακτα η δανειολήπτρια.
Η εναγομένη αναγνωρίζει τη γνησιότητα των αποδεικτικών αυτών μέσων. Ομολογεί επίσης ότι κατάρτισε με την ενάγουσα τις συμβάσεις που αναφέρονται στα ίδια έγγραφα. Η ίδια διάδικος όμως επικαλείται ότι είχε συμφωνήσει ειδικά με τη δανειοδότρια να συμβληθεί μαζί της ως άμεσος αντιπρόσωπος του Γ. Φ. του Ε., κατοίκου ..., στον οποίο παρέδωσε τελικά τα χρήματα που πράγματι έλαβε από αυτή ....
Αποδεικνύεται όμως ότι η ενάγουσα είχε ήδη χορηγήσει, στις 20-2-1996, στο πρόσωπο αυτό δάνειο ποσού 6.000.000 δραχμών και μάλιστα έντοκα με επιτόκιο 30% ετησίως, το οποίο υπερέβαινε το νόμιμο. Για το λόγο αυτό ο Γ. Φ. του Ε. δεν επιθυμούσε να λάβει νέο δάνειο με τους ίδιους επαχθείς όρους και μάλιστα λίγο χρονικό διάστημα αργότερα.
Ο δανειολήπτης μάλιστα δεν ήταν φερέγγυο πρόσωπο. Η ενάγουσα δικαιολογημένα συνεπώς δυσπιστούσε ως προς την ικανότητά του να εκπληρώνει γενικά τις οικονομικές του υποχρεώσεις κάι δεν επιθυμούσε να τον δανειοδοτήσει πάλι. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γ. Φ. του Ε. τελικά υποχρεώθηκε με καταψηφιστική δικαστική απόφαση μετά από μακρό δικαστικό αγώνα να αποδώσει το δάνεισμα στην ενάγουσα.
Ο συγκεκριμένος δανειολήπτης όμως είχε πολύ μεγάλη οικονομική ανάγκη και για το λόγο αυτό παρακάλεσε την εναγομένη να του χορηγήσει δάνειο 6.000.000 δραχμών. Η Σ. Σ. του Κ. δέχθηκε χωρίς αντίρρηση, αλλά δεν διέθετε τόσα χρήματα. Για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στην ενάγουσα και της ζήτησε να την δανειοδοτήσει έντοκα με ποσόν 6.000.000 δραχμών.
Ο υπολογισμός μάλιστα των τόκων θα γινόταν πάλι με επιτόκιο 30% ετησίως. Η εναγομένη περαιτέρω είχε στην πραγματικότητα πρόθεση να λάβει για λογαριασμό της τα ποσά από την ενάγουσα και στη συνέχεια να μεταβιβάσει την κυριότητα των χρημάτων στο Γ. Φ. του Ε.. Η εναγομένη μάλιστα θα τον δανειοδοτούσε με τοκογλυφικούς τόκους, οι οποίοι θα υπερέβαιναν ακόμη και το παράνομο ποσοστό του 30% ετησίως.
Η Σ. Σ. του Κ. θα απέδιδε το ποσό των 6.000.000 δραχμών στην ενάγουσα, όταν ο Γ. Φ. του Ε. εκπλήρωνε την όμοια, προσωπική, συμβατική του υποχρέωση έναντι της. Η εναγομένη-δανειοδότης, ωστόσο, θα παρακρατούσε το επιπλέον ποσό των τόκων, τους οποίους θα λάμβανε από το δανειολήπτη - μαζί με το κεφάλαιο του δανείου - και με τον τρόπο αυτό θα αποκόμιζε και η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος.
Η ίδια διάδικος όμως επιθυμούσε να αποκλείσει οποιαδήποτε ευθύνη της από τις δύο συμβάσεις, τις οποίες είχε καταρτίσει με την ενάγουσα. Για το λόγο αυτό, πριν συμβληθεί μαζί της, προσπάθησε εσκεμμένα να της δημιουργήσει την εσφαλμένη πεποίθηση ότι θα καταρτίσει τις επίδικες δικαιοπραξίες ως αντιπρόσωπος του Γ.
Φ. του Ε.. Η εναγομένη για το σκοπό αυτό βεβαίωνε με δόλο ψευδώς την ενάγουσα ότι θα ευθύνεται ως αυτοφειλέτρια έναντι της για την απόδοση του δανείσματος. Η εναγομένη όμως είναι πτυχιούχος οικονομολόγος και διαθέτει μεγάλη επαγγελματική, συναλλακτική και κοινωνική εμπειρία. Η διάδικος επομένως αυτή γνώριζε ότι δεν επρόκειτο να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό ως εγγυήτρια των συμβάσεων δανείων, τις οποίες υποτίθεται ότι θα κατάρτιζε για λογαριασμό άλλου, επειδή η συμφωνία της αυτή με την ενάγουσα ήταν άτυπη ...
Η εναγομένη μάλιστα δεν συνδεόταν με το Γ. Φ. του Ε. με κάποια έννομη σχέση για να μπορεί να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι ανέλαβε ευθύνη εγγυήτριας του χρέους του έναντι της ενάγουσας. Η δανειοδότρια επομένως δεν θα μπορούσε να εναγάγει βάσιμα τη Σ. Σ. του Κ. ακόμη και με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ....
Η οφειλέτρια περαιτέρω, επειδή επίμονα επιχειρούσε να μη δημιουργηθεί καμιά απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της, την παραπλανούσε και με την επιπλέον ψευδή διαβεβαίωση ότι θα ενεχόταν εις ολόκληρον με το Γ. Φ. του Ε. σε απόδοση των ποσών των δανείων, τα οποία θα μεταβίβαζε σε αυτόν. Αποδεικνύεται όμως ότι ο Γ.
Φ. του Ε. δεν μετείχε σε καμιά συζήτηση και καμιά συμφωνία των διαδίκων. Αντίθετα αγνοούσε πλήρως το γεγονός που επικαλείται η εναγομένη. Η Σ. Σ. του Κ. επομένως δεν κατάρτισε τριμερή συμφωνία με την ενάγουσα και το Γ. Φ. του Ε. για να ενέχεται έγκυρα εις ολόκληρον μαζί του έναντι της ενάγουσας σε απόδοση των δανείων.
Η δανειοδότρια συνεπώς δεν θα μπορούσε να στραφεί εναντίον της εναγομένης ούτε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 481, 482, 483, 847 και 857 ΑΚ ....... Η εναγομένη, περαιτέρω, γνώριζε ότι, αν η δανείστρια απαιτούσε από αυτή να της αποδώσει τα ποσά των δανείων, θα μπορούσε βάσιμα να αντιτάξει, εναντίον της ότι δεν ευθύνεται σε απόδοση, επειδή είχε συμβληθεί μαζί της ως αντιπρόσωπος τρίτου προσώπου .....
Αποδεικνύεται όμως ότι η ενάγουσα εμπιστευόταν πλήρως την εναγομένη και δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την αλήθεια των ισχυρισμών της, επειδή επρόκειτο για τη λογίστρια του εμπορικού της καταστήματος και, επιπλέον, γιατί είχε αναπτύξει και καλή προσωπική σχέση μαζί της. Για το λόγο αυτό με αγωγή της - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης - και έστρεψε τόσο εναντίον του Γ.
Φ. του Ε. ως δανειολήπτη, όσο και κατά της εναγομένης ως εγγυήτριας, ζήτησε να υποχρεωθούν τα συγκεκριμένα πρόσωπα να της καταβάλουν εις ολόκληρον το καθένα τους (και) το επίδικο ποσόν των 6.000.000 δραχμών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 806, 807, 481 επ, 847 και 857 αριθμός 1 ΑΚ. Η αγωγή της όμως αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή το Δικαστήριο που προαναφέρθηκε με την ...
απόφασή του δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε συμβληθεί ποτέ με τον εναγόμενο Γ. Φ. του Ε. και ότι, επειδή η κύρια οφειλή ήταν ανύπαρκτη, η εγγυήτρια δεν μπορούσε να ευθύνεται έναντι της. Η απόφαση εξάλλου αυτή ως προς το συγκεκριμένο της κεφάλαιο είναι τελεσίδικη ... . Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης περαιτέρω με την ίδια απόφαση έκρινε διηγηματικά ότι η ενάγουσα πράγματι είχε μεταβιβάσει λόγω δανείου τα επίδικα ποσά στην εναγομένη.
Η ενάγουσα βέβαια είχε επικαλεσθεί στα δικόγραφα της προγενέστερης αυτής δίκης ότι είχε καταρτίσει συμβάσεις δανείου με τον Γ. Φ. του Ε. και όχι με την εναγομένη. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν μπορεί σήμερα να εκτιμηθεί σε βάρος της όπως αβάσιμα επικαλείται η εναγομένη, επειδή είναι αποτέλεσμα πλάνης την οποία η ίδια προκάλεσε στην δανειολήπτρια και μάλιστα κακόπιστα.
Η δανειολήπτρια μάλιστα είχε παραπλανήσει με όμοιο τρόπο και στο παρελθόν την ενάγουσα... . Μετά από αυτά η ένσταση που προβάλει η εναγομένη ως προς την αποδεικτική ισχύ των από 16-10-1996 και 10-4-1997 ιδιωτικών εγγράφων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Αποδεικνύεται επίσης ότι ο Γ. Φ. του Ε. δεν χρειάσθηκε τελικά τα χρήματα, τα οποία, ωστόσο, δαπάνησε η εναγομένη για προσωπικές της ανάγκες και δεν απέδωσε έως σήμερα στην ενάγουσα.
Η δανειοδότρια, συνεπώς, από τότε που χορήγησε τα δάνεια στην εναγομένη έως σήμερα δεν επέδειξε ούτε επιπολαιότητα ούτε ολιγωρία για να μην πρέπει τώρα να προστατευθεί. Η ενάγουσα μάλιστα αντιμετωπίζει οικονομική δυσχέρεια και χρειάζεται τα χρήματα για να αντεπεξέλθει στις τρέχουσες ανάγκες της... . Η δανειολήπτρια επιμένει να αρνείται να εκπληρώσει τις νόμιμες συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας.
Επικαλείται αναληθώς ότι και στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, αν και ο ισχυρισμός της αυτός απορρίφθηκε με περισσότερες δικαστικές αποφάσεις και, περαιτέρω, αβάσιμα δεν αποδέχεται το δικαιοπρακτικό περιεχόμενο των από 16-10-1996 και από 10-4-1997 εγγράφων συμβάσεων δανείου που κατάρτισε με τη δανειοδότρια.
Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το εφετείο αιτιολογημένα και παραδεκτά έλαβε υπόψη του τα άνω έγγραφα, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας αυτών. Επομένως, λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.
Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πλειάδα αποδεικτικών στοιχείων που επεκαλέσθηκε και προσκόμισε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη στοιχείων και ιδία δικαστικές και εξώδικες ομολογίες της εναγούσης- εκκαλούσης, μεταξύ των οποίων, και την με χρονολογία 29-6-2001 εξώδικη Πρόσκληση - Δήλωση και Διαμαρτυρία αυτής προς τον Γ. Φ. επιδοθείσα σαυτόν την 3-7-2001, στην οποία, μετά πάσης σαφήνειας, υπενθύμιζε σ'αυτόν α) Ότι την 16-10-96 και 10-4-97 εδάνεισε εκείνον με ποσό 5.000.000 και 1.000.000 δραχμών και συνολικά 6.000.000 δρχ. β)Ότι έναντι των τόκων του δανείου αυτή έλαβε από εκείνο (Γ. Φ.) μέχρι την 12-6-97 ποσό 4.050.000 δρχ. γ)- Ότι το δάνειο των 6.000.000 δραχμών εγγυήθηκε η Σ. Σ. ευθυνομένη εις ολόκληρο και ως αυτοφειλέτης, και ότι το παραπάνω έγγραφο και την εις αυτό περιεχομένη ομολογία της εναγούσης περί του ότι τα δάνεια συνήφθησαν επ' ονόματι και για λογαριασμό του δανειολήπτη Γ. Φ. ως και του ότι αυτός συμμορφούμενος προς τα συμφωνηθέντα κατέβαλε τους σχετικούς τόκους στην αναιρεσίβλητη, δεν έλαβε υπόψη το εφετείο, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο αποτέλεσμα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως - ότι ελήφθησαν υπ' όψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, η ένορκη βεβαίωση ...., καθώς και όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, - αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως που αφορούν στους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναιρέσεως, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι η εκτίμηση από το Εφετείο των ανωτέρω εγγράφων, οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, απ' αυτό που εδέχθη το εν λόγω δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ και 215 παρ. 1 εδ.α' , 221 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η προς τον εναγόμενο επίδοση αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας και συγκεκριμένα οχλήσεως, διότι εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυνόμενη προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση συγκεκριμένης παροχής.
Υπό την έννοια αυτή, η επίδοση της αγωγής λειτουργεί, παράλληλα, τόσο ως διαδικαστική πράξη, που καθιστά τοκοφόρο το ληξιπρόθεσμο χρέος χωρίς υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (άρθρο 346 ΑΚ), όσο και ως όχληση, που καθιστά υπερήμερο τον οφειλέτη (άρθρο 340 ΑΚ, υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ) και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας (Ολ ΑΠ 13/1994, ΑΠ 106/2014, 1126/2010).
Το ως άνω αποτέλεσμα της όχλησης, που έγινε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής προς τον οφειλέτη, δεν ανατρέπεται αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξίωσης, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ή απαράδεκτο αυτής (π.χ.
λόγω αοριστίας). Αντίθετα, αν η αγωγή απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο, το ανωτέρω αποτέλεσμα της περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία δεν διατηρείται, αφού στην περίπτωση αυτή η όχληση δεν αφορά σε νόμιμη ή βάσιμη απαίτηση (ΑΠ 1789/2009, 1355/2003). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων, του οποίου προγενέστερη αγωγή, που είχε επιδοθεί νομίμως, απορρίφθηκε λόγω έλλειψης δικονομικής προϋπόθεσης, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας, εφόσον έγκαιρα με νεότερη αγωγή επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαίτησης (ΑΠ178/2016,ΑΠ 106/2014).
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559αρ1 ΚΠοΛΔ ως προς την ερμηνεία των άρθρων 345,346,340ΑΚ και ειδικότερα ενώ η προγενέστερη με αριθ. κατάθεσης .../106/16-7-01 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και του Γ. Φ., απορρίφθηκε δυνάμει της 487/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς αυτήν, έτσι ώστε να ανατραπούν τα όποια αποτελέσματα είχαν επέλθει από την επίδοσή της, εσφαλμένα το εφετείο επιδίκασε τόκους σε βάρος της από την επομένη της επίδοσης της άνω από 12-7-2001 αγωγής.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι πράγματι αυτή επιδίκασε τόκους δανείου στην αναιρεσίβλητη από την επομένη της επίδοσης της από 12-7-2001 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και του Γ. Φ., από δε τις παραδοχές αυτής προκύπτει ότι ως προς την αναιρεσείουσα η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε συμβληθεί ποτέ με τον Γ.Φ. και ότι εφόσον η κυρία οφειλή ήταν ανύπαρκτη η εγγυήτρια (δεύτερη εναγομένη) δεν μπορούσε να ευθύνεται έναντί της.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, μη διατηρουμένης της όχλησης από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής μετά την κατ'ουσίαν απόρριψη της άνω αγωγής, το αποτέλεσμα της περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία δεν υφίσταται και τόκοι οφείλονται από την επομένη της επίδοσης της ένδικης από 21-4-2009 αγωγής, αφού στο αιτητικό αυτής ζητούνται τόκοι κυρίως από την 11-4-1997 (επομένη χορήγησης του δεύτερου δανείου) και επικουρικά από την επίδοση της από 12-7-2001 αγωγής, καθόσον στο μείζον του αιτήματος για την επιδίκαση τόκων από την επίδοση της προγενέστερης αγωγής περιέχεται και το έλασσον της επιδίκασης τόκων από την επίδοση της ένδικης αγωγής . . Επομένως, γενομένου δεκτού ως βασίμου του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος της επιδίκασης τόκων η προσβαλλομένη απόφαση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 α ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται, ότι, όταν μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική, επί της υποθέσεως, απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο(ΑΠ235/2016). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Επομένως, αναιρούμενης της προσβαλλομένης απόφασης μόνον ως προς το κεφάλαιο των τόκων, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να επιδικαστούν τόκοι του κεφαλαίου των 17.608,20 ευρώ από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την εξόφληση και να αποδοθεί το παράβολο στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 ΚΠοΛΔ). Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας του πρώτου βαθμού, του δεύτερου βαθμού και αυτής της δίκης πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της εναγομένης λόγω της ήττας της (άρθρα 178 και 183 ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά ένα μέρος την 55/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή κατά το μέρος που αφορά στην επιδίκαση τόκων επί του κεφαλαίου των 17.608,20 ευρώ.
Επιδικάζει τόκους για το άνω ποσό από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ σε βάρος της εναγομένης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ