1505/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2003 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, με την από 15-4-2004 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Συνεκδικάζοντας την αγωγή-και προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 297/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 984/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-7-2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1505/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται έναντι του παθόντα τρίτου, για να του καλύψει την αστική ευθύνη του οδηγού και του προστήσαντα αυτόν στην οδήγηση ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εναγόμενος δε ο ασφαλιστής, επιτρεπτώς προβάλλει την σχετική ένσταση απαλλαγής και κατά του τρίτου ζημιωθέντα.
Full text
Απόφαση 1505 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1505/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ξ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., και 2. Της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ξ. Γ. και Σια Ο.Ε." που εδρεύει στου ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκαν δε αμφότεροι δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρίστου Βαρδάκα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2003 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, με την από 15-4-2004 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Συνεκδικάζοντας την αγωγή-και προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 297/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 984/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 31-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά τους πρώτο και δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α' του Ν. 489/1976 όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986 και συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζεται ότι η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντα για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.
Κατά το εδ. β της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων ..., που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο ασφαλιστής δεν καλύπτει ασφαλιστικά την αστική ευθύνη του οδηγού, καθώς και του ιδιοκτήτη, που είχε προστήσει στην οδήγηση τον οδηγό, ο οποίος προκαλεί, εκ προθέσεως, ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο και τούτο διότι βούληση μεν του νομοθέτη είναι η ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών τρίτου, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, έστω και από βαρειά αμέλεια, όχι, όμως να καλύπτεται ασφαλιστικά ο ασφαλισμένος, ο οποίος χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του ως μέσον τέλεσης αδικήματος.
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται έναντι του παθόντα τρίτου, για να του καλύψει την αστική ευθύνη του οδηγού και του προστήσαντα αυτόν στην οδήγηση ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εναγόμενος δε ο ασφαλιστής, επιτρεπτώς προβάλλει την σχετική ένσταση απαλλαγής και κατά του τρίτου ζημιωθέντα.
Στην περίπτωση που, με το ίδιο δικόγραφο αγωγής, συνενάγονται ο υπαίτιος οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλιστής και αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι η ζημία του παθόντα-ενάγοντα οφείλεται σε πρόθεση του οδηγού, τότε η αγωγή είναι μη νόμιμη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του ασφαλιστή, αφού στο περιεχόμενο αυτής περιλαμβάνεται ισχυρισμός που περιέχει περιστατικά τα οποία αποτελούν ένσταση καταχρηστική-διακωλυτική της γένεσης του δικαιώματος της ασφαλιστικής κάλυψης και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δηλαδή περιλαμβάνεται ισχυρισμός που αναιρεί τη νομιμότητά της κατά του ασφαλιστή, δεδομένου ότι γίνεται επίκληση περιστατικού, το οποίο θεμελιώνει το ανεύθυνο του ασφαλιστή, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του αρθ.6 παρ.1 Ν. 489/1976, και το οποίο προκαλεί την απόρριψή της, ως νόμω αβάσιμης.
Εάν δεν υπάρχει σχέση πρόστησης μεταξύ του υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του ιδιοκτήτη αυτού, τότε η ευθύνη του τελευταίου έναντι του ζημιωθέντα τρίτου καλύπτεται από τον ασφαλιστή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.4 του Ν. 489/1976, σε περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδίκαια στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις αυτής και υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από αυτοκινητικό ατύχημα.
Από το σύνολο των διατάξεων, που ρυθμίζουν την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου (αρθ.16, 19 Ν. 489/1976), σε συνδυασμό με τον σκοπό της σύστασης και λειτουργίας αυτού, προκύπτει σαφώς ότι δικαιούχος της απαίτησης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι όποιος έχει απαίτηση αποζημίωσης, για ζημία από τροχαίο ατύχημα.
Αφού η ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι υποκατάστατη της ευθύνης του ασφαλιστή, τότε, εάν ο ζημιωθείς τρίτος, για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο, δεν έχει αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή (όπως π.χ. στην προαναφερόμενη περίπτωση της εξαίρεσης της ευθύνης του ασφαλιστή, επειδή το ατύχημα προκλήθηκε από πρόθεση), δεν ευθύνεται ούτε το υποκατασταθέν στη θέση του ασφαλιστή Επικουρικό Κεφάλαιο.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ.562 παρ.2 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης κατά κανόνα είναι παραδεκτός, μόνον εάν στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν υπάρχει σύμφωνα με την περίπτωση β της ίδιας διάταξης, όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Εάν π.χ.ο διάδικος δεν προέβαλε ή δεν προέβαλε κατά τρόπο νόμιμο και παραδεκτό ότι η εναντίον του επιθετική πράξη του αντιδίκου (αγωγή) δεν είναι νόμω βάσιμη, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντα και ο δικαστής δεν απέρριψε την αγωγή (αφού το νόμω βάσιμο της αγωγής ερευνάται αυτεπαγγέλτως), τότε χωρεί αναίρεση, κατά το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, διότι το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των δικογράφων των υπό κρίση αγωγών και από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτουν τα εξής: Οι Σ. και Ε. Β. (μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη) άσκησαν την από 27-7-2003 αγωγή τους, στρεφομένη κατά των νυν αναιρεσιβλήτων Ξ.
Γ. και της εταιρείας "Ξ. Γ. & Σία ΟΕ", καθώς και κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (νυν αναιρεσείοντα), με την οποία ιστορούσαν ότι, την 24-8-1998, ο πρώτος των εναγομένων, κατά την οδήγηση του υπ' αριθμ. ... ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δευτέρας εξ αυτών, η οποία είχε προστήσει τον πρώτο στην οδήγηση αυτού, προκάλεσε, εκ προθέσεως, υπό τις συνθήκες που αναλυτικά ανέφεραν στην αγωγή, τροχαίο ατύχημα, που είχε ως συνέπεια, τόσο τον τραυματισμό των δύο εναγόντων, όσο και τις υλικές ζημίες του οδηγούμενου από τον πρώτο εξ αυτών αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του ιδίου.
Εξέθεταν, επίσης, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ήταν ασφαλισμένο, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, στην ασφαλιστική εταιρεία "ΙΝΤΡΑΣΤ", της οποίας, μεταγενέστερα, ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, με την Κ3/13480/20-4-1999 απόφαση Υπουργού Εμπορίου και στη θέση της υπεισήλθε το τρίτο των εναγομένων-νυν αναιρεσείον, Επικουρικό Κεφάλαιο.
Ζητούσαν δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν σ'αυτούς αποζημίωση, για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν από το τροχαίο ατύχημα.
Περαιτέρω, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι της κυρίας αγωγής (οδηγός και ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου αυτοκινήτου), με την από 15-4-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή τους, την στρεφομένη κατά του συνεναγομένου τους της κυρίας αγωγής -Επικουρικού Κεφαλαίου- ζητούσαν από το τελευταίο να υποχρεωθεί να τους καταβάλει κάθε χρηματικό ποσό, που θα υποχρεωθούν να καταβάλουν στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεκδίκασε τις δύο ως άνω αγωγές (κυρία και παρεμπίπτουσα), έκρινε αυτές ως νόμιμες και δέχθηκε αυτές, εν μέρει, ως κατ' ουσία βάσιμες. Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ειδικώς ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή, κεφάλαιο το οποίο (και μόνον) πλήττεται με τους λόγους αναίρεσης, έκρινε ότι: "Το προσεπικαλούμενο-εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο με το δεύτερο λόγο της έφεσή του ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή αποζημίωσης και το υποχρέωσε να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα το επιδικασθέν χρηματικό ποσό, διότι το ατύχημα έγινε εκ προθέσεως και σύμφωνα με ρητό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης οι ζημίες που προηγήθηκαν εκ προθέσεως και συνεπώς δεν υποχρεούται το Επικουρικό Κεφάλαιο σε αποζημίωση του ασφαλισμένου.
Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται το πρώτον με το εφετήριο δικόγραφο και συνιστά νέο ισχυρισμό, ο οποίος είναι απαράδεκτος, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχει κάποια περίπτωση για το παραδεκτό του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ. Ειδικότερα το εκκαλούν εναγόμενο δεν δίνει κάποια εξήγηση για την βραδεία προβολή του παραπάνω ισχυρισμού, ο οποίος δεν γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία, αφού ο εφεσίβλητος-προσεπικαλών-ενάγων αρνείται τα πραγματικά περιστατικά και τέλος δεν αποδεικνύεται εγγράφως, εφόσον ο εκκαλών δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Επομένως ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της έφεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη συνεκδικασθείσα προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης είναι απορριπτέος και συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση ως προς την συνεκδικασθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης δεν εξαφανίζεται".
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως και πολύ περισσότερο, να μην απορρίψει, ως απαράδεκτο τον προβληθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του εναγομένου της παρεμπίπτουσας αγωγής Επικουρικού Κεφαλαίου, που αφορούσε το νόμω βάσιμο αυτής, (την οποία και μόνον αφορούν οι λόγοι αναίρεσης) και την οποία, έπρεπε να απορρίψει ως νόμω αβάσιμη, καθόσον ο ασφαλισμένος ιδιοκτήτης, ο προστήσας τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με το οποίο προκλήθηκε, εκ προθέσεως, η ζημία του παθόντα τρίτου, εάν ικανοποιήσει τον τρίτο, δεν δικαιούται να αναζητήσει από τον ασφαλιστή, κατά το αρθ. 19 παρ.4 εδ.β Ν. 489/1976 το καταβληθέν στον ζημιωθέντα τρίτο ποσό, αφού ο ασφαλιστής και κατ' ακολουθία και το υπεισελθόν στη θέση αυτού Επικουρικό Κεφάλαιο, απαλλάσσονται από την ευθύνη έναντι των υποχρέων προς αποζημίωση του τρίτου προσώπων, κατά το αρθ.6 παρ.1 εδ.β του Ν. 489/1976, έσφαλε, διότι παρεβίασε, δια της μη εφαρμογής τους, τις άνω διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.
Σημειωτέον, ότι και υπό την εκδοχή ότι ο τρίτος ζημιωθείς έχει ευθεία αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, κατά το αρθ. 19 παρ.1 εδ.γ' Ν. 489/1976, δηλαδή ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, επειδή ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου προκάλεσε το ατύχημα από πρόθεση, (πλην όμως το υπό κρίση δικόγραφο δεν περιέχει τέτοια βάση, όπως σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου του) και πάλι οι καταβαλόντες στον ζημιωθέντα τρίτο υπόχρεοι προς αποζημίωση αυτού (υπαίτιος οδηγός και προστήσας αυτόν ιδιοκτήτης), δεν δικαιούνται να αναζητήσουν το καταβληθέν ποσόν, στρεφόμενοι με αγωγή αναγωγής κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, διότι στο νόμο δεν προβλέπεται δικαίωμα υποκατάστασης του υποχρέου, που ικανοποίησε τον ζημιωθέντα τρίτο, κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθόσον το Επικουρικό Κεφάλαιο ιδρύθηκε και λειτουργεί χάριν του ζημιούμενου τρίτου και όχι χάριν του υπόχρεου σε αποζημίωση, του οποίου, σε κάθε περίπτωση, αποκλείεται το δικαίωμα αναγωγής κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Κατά συνέπεια, η κατ' αυτού ασκηθείσα υπό των υποχρέων προς αποζημίωση (οδηγού και ιδιοκτήτου του ζημιογόνου αυτοκινήτου) παρεμπίπτουσα αγωγή, σε κάθε περίπτωση, μη νόμιμη. Επειδή δε το σφάλμα αυτό προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτώς προβάλλεται κατ' άρθρ. 562 παρ.2 εδ.β' ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, παρότι ο ισχυρισμός περί του νόμω αβασίμου των υπό κρίση αγωγών (κυρίας και παρεμπίπτουσας) υποβλήθηκε από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς ερευνώμενα δικόγραφα των προτάσεων αυτού και όπως συνομολογείται στο αναιρετήριο και πρέπει ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της (μόνον) που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή, την στρεφομένη κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 984/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ