Supreme Court dismisses appeal partially due to withdrawal and rejects vague legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding one defendant because the appellant withdrew the specific legal document for that party. The court rejected the remaining appeal grounds as unfounded, noting that the claims for mental distress damages fell outside the scope of the relevant law and that specific arguments lacked necessary detail. Consequently, the appeal was allowed only in part, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the other defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297 and 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A withdrawal from an appeal renders it unexercised for the withdrawn party, while vague or insufficiently detailed grounds for appeal are rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1505 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1505/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Της γαλλικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "RENAULT VEHICULES INDUSTRIELS S.A" (ΡΕΝΩ ΒΕΪΚΥΛ ΕΝΤΟΥΣΤΡΙΕΛ Α.Ε) και το διακριτικό τίτλο "RENAULT V.I",ήδη μετονομασθείσα σε "RENAULT TRUCKS", που εδρεύει στη Σεν Πριεστ Γαλλίας και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Κωνσταντίνος Καραγκούνης και Ιωάννης Καρακώστας.
Των αναιρεσιβλήτων : Ι) 1.1. Ψ1, 1.2. Ψ2, 1.3. Ψ3, 1.4. Ψ4, 1.5. Ψ5, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Εμμανουήλ-Μηνάς Σταύρου, 1.6. Ψ6, ως προς την οποία η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (75/2007 πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου),
ΙΙ) 2.1. Ψ7, 2.2. Ψ8, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αντώνιος Φούσας, 2.3. Ψ9, 2.4. Ψ10, 2.5. Ψ11, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Φώτιος Κρεμμύδας, 2.6. Ψ12 και 2.7. Ψ13, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αντώνιος Φούσας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 09.05.2003 δύο αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4378/2004, 4379/2004 οριστικές του ίδιου δικαστηρίου και 3570/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 02.10.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 15.03.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 297 και 299 ΚΠολΔ η παραίτηση από ασκηθέν ένδικο μέσο γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Εξάλλου, από τα άρθρα 295 παρ.1 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αναιρέσεως έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με δήλωσή της που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά (βλ. τα 75/2007 πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου) παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την έκτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως η αίτηση αυτή, καθόσον αφορά την εν λόγω αναιρεσίβλητη θεωρείται ως μη ασκηθείσα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.7 ν.2251/1994 "Προστασία των καταναλωτών", η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης διέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις αδικοπραξίες, το ίδιο δε ισχύει και για την ψυχική οδύνη λόγω θανάτου. Επομένως, οι αξιώσεις καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης για βλαπτικό αποτέλεσμα που προκλήθηκε από ελαττωματικό προϊόν κατά του παραγωγού αυτού δεν περιλαμβάνεται στο ρυθμιστικό πεδίο του ν.2251/1994 και μπορούν να θεμελιωθούν μόνο στις διατάξεις του κοινού αδικοπρακτικού δικαίου.
Εξάλλου, ο παραγωγός, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών (άρθρα 281, 288, 914 ΑΚ), οφείλει κατά την παραγωγή και θέση σε κυκλοφορία των προϊόντων του να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των τρίτων από εγγενείς κινδύνους προκλήσεως βλαβών, που τυχόν ενέχουν τα προϊόντα αυτά, στα οποία (μέτρα) περιλαμβάνεται ο έλεγχος της ελαττωματικότητας των προϊόντων, είτε κατά τον σχεδιασμό, είτε κατά τη διαδικασία της παραγωγής, και η υποχρέωση πληροφορήσεως των χρηστών.
Η υπαίτια δε παράλειψη των υποχρεώσεων αυτών γεννά, εφόσον επήλθε ζημία αιτιωδώς συνδεόμενη με αυτήν, υποχρέωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 ΑΚ. Η ευθύνη του παραγωγού προϋποθέτει κατά τα άνω υπαιτιότητα. Κατ' ανάλογη, ωστόσο, εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 925 ΑΚ, ο καταναλωτής, ευρισκόμενος σε ιδιαιτέρως δυσχερή θέση να αποδείξει το πταίσμα, αφού ο εντοπισμός του εξαρτάται από στοιχεία ή περιστατικά μη προσιτά σ' αυτόν, εμπίπτοντα αποκλειστικώς στην σφαίρα επιρροής του ζημιώσαντος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει μόνον την αντικειμενικώς βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος, ο δε παραγωγός έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει την έλλειψη πταίσματος αυτού και των προστηθέντων του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Τον Ιούνιο του 1999 το Ελληνικό Πυροσβεστικό Σώμα απέκτησε, κατόπιν δωρεάς του Ιδρύματος ".....ς", δεκαπέντε πυροσβεστικά οχήματα δάσους, των οποίων το πλαίσιο (σασί), την καμπίνα και τα μηχανικά μέρη τους είχε κατασκευάσει η αναιρεσείουσα γαλλική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "RENAULT VEHICLES INDUSTRIES S.A.".
Στα δέκα από τα οχήματα αυτά, το σύστημα πέδης (φρένων) παρουσίασε λίγο χρόνο μετά την παραλαβή και την κυκλοφορία τους ανομοιομορφία των δυνάμεων μεταξύ των τροχών και ιδιαίτερα των οπισθίων, ούτως ώστε κατά την οδήγησή τους να εμφανισθεί αστάθεια κατά την πέδηση και εκτροπή από την αρχική τους πορεία.
Μεταξύ αυτών ήταν και το υπ' αριθμ. ΠΣ ..... πυροσβεστικό όχημα, το οποίο την 22.6.1999 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά και την 15.7.1999, λόγω του σοβαρού αυτού κατασκευαστικού ελαττώματος, εξετράπη και κατέπεσε σε βάραθρο, με αποτέλεσμα να προκληθεί ο θάνατος του οδηγού του Α και του πυροσβέστη Β, στο οποίο επέβαινε, και ο τραυματισμός της συνεπιβάτιδος Γ.
Μάλιστα, το όχημα αυτό, την 10.7.1999, οδηγούμενο από τον πυροσβέστη Δ, από ..... προς ....., ύστερα από πέδησή του σε ευθεία πορεία με ταχύτητα 50-60 χιλιομέτρων την ώρα παρεξέκλισε της πορείας του έντονα προς τα δεξιά, γεγονός που κατέγραψε ο οδηγός του στο Βιβλίο Βλαβών του Σταθμού. Το ίδιο συνέβη και στις 11.7.1999 με οδηγό τον πυροσβέστη Ε και στις 12.7.1999 με οδηγό ΣΤ.
Ειδικότερα, σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες το υπ'αριθμ. ΠΣ ..... όχημα εξετράπη της πορείας του και κατέπεσε σε βάραθρο η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται τα ακόλουθα: Στις 15.7.1999 και περί ώρα 13.15 το με αριθμό κυκλοφορίας ΠΣ ..... πυροσβεστικό όχημα με οδηγό τον πυροσβέστη Α, ο οποίος αγνοούσε το ως άνω ελάττωμά του, και με πλήρωμα τους πυροσβέστες Β και Γ, αναχώρησε για κατάσβεση πυρκαγιάς στη θέση "....." της ....., κινούμενο προς το σημείο αυτό σε ανώνυμη ασφαλτόστρωτη οδό πλάτους 5 μέτρων.
Φθάνοντας στη θέση ".....", πλησίον του κοιμητηρίου της ....., όπου η οδός παρουσίαζε δεξιόστροφη καμπύλη με ελαφρά κατωφέρεια ως προς την πορεία του οχήματος, ο οδηγός του, έχοντας ήδη διανύσει απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου και κινούμενος με ταχύτητα 30-35 χιλιομέτρων περίπου την ώρα, κατά τη διέλευση της καμπύλης αντελήφθη ότι το όχημα κατευθυνόταν έντονα προς τα δεξιά, με κίνδυνο να εξέλθει από το οδόστρωμα και να προσκρούσει σε βράχους.
Τότε προσπάθησε να συγκρατήσει τούτο, κρατώντας γερά το πηδάλιό του και τροχοπέδησε, ελπίζοντας, λόγω της μικρής ταχύτητας με την οποία έβαινε, να ανακόψει την πορεία του ή να διακόψει αυτή. Πλην όμως το όχημα εξαιτίας του κατωτέρω αναφερόμενου ελαττώματος παρεξέκλινε ακόμη δεξιότερα, οπότε αναγκάσθηκε να στρέψει το πηδάλιό του προς τα αριστερά με το σκοπό να κάνει διόρθωση της πορείας του, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί ιδιαίτερα ο πίσω δεξιός τροχός από την αναπτυχθείσα φυγόκεντρη δύναμη, από την κλίση της οδού, καθώς και από την ταλάντωση λόγω της σχετικά υψηλά ευρισκόμενης δεξαμενής ύδατος με φορτίο 3.000 χιλιογράμμων.
Κατά τον χρόνο αυτό συνέβη ρήξη (σκάσιμο) του πίσω δεξιού ελαστικού και λόγω της αστάθειας που παρουσίαζε εκ κατασκευής, δηλαδή στη μεταβολή, μετά από αιφνίδια ισχυρή πέδηση, του φορτίου των δύο αξόνων (επιβάρυνση του εμπροσθίου και αποφόρτιση του οπισθίου άξονα και του μεταξονίου μεταξύ της δεξιάς και της αριστερής του πλευράς), το όχημα κινήθηκε ανεξέλεγκτα προς τα αριστερά, εξήλθε του οδοστρώματος και κατέπεσε σε βάραθρο, βάθους 30 μέτρων, με επακόλουθο να τραυματιστούν θανάσιμα ο οδηγός Α και ο συνεπιβάτης Β.
Υπό τα περιστατικά αυτά, καταλήγει το Εφετείο, η εκτροπή και η κατακρήμνιση του μοιραίου οχήματος και ο θάνατος του οδηγού του και του συνεπιβάτη του προκλήθηκε αποκλειστικά από το προπεριγραφέν σύστημα πέδης αυτού, το οποίο ήταν κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν.2552/1994 ελαττωματικό. Η ελαττωματικότητά του δε οφειλόταν στη μη τήρηση από αμέλεια από την παραγωγό του εναγομένη εταιρεία των μέτρων ασφαλείας και προνοίας, που όφειλε να λάβει κατά την παραγωγή του, σύμφωνα με την κατά προορισμό χρήση του και τον ιδιαιτέρως υψηλό βαθμό επικινδυνότητας που παρουσίαζε ως όχημα ειδικής κατασκευής, κινούμενο επί παντός εδάφους για την κατάσβεση δασικών πυρκαϊών, με συνέπεια αυτό, να μην παρέχει την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια κατά την ευλόγως αναμενομένη χρήση του από ένα μέσο συνετό πυροσβέστη οδηγό, ο οποίος έχει λάβει τη νόμιμη εκπαίδευση και άδεια οδηγήσεως για τέτοιου τύπου οχήματα, διαθέτει δε σχετική εμπειρία, που δεν εξικνείται όμως σε βαθμό πλήρους εξειδικεύσεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση με τον Α, που είχε πενταετή και πλέον θητεία, ως οδηγός ομοίων οχημάτων, και ο οποίος αναμένει ευλόγως ότι το σύστημα πέδης του οχήματος παρέχει πλήρη ασφάλεια σε κάθε περίσταση, κατά τη σύμφωνη με τον προορισμό του χρήση του.
Σημειώνεται ότι το Εφετείο στις αιτιολογίες του αναφέρεται μεταξύ άλλων διεξοδικά και στην από 6.6.2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το ΤΕΕ μέλους του ....., κατά την οποία σε όλα τα εν λόγω πυροσβεστικά οχήματα διαπιστώθηκε αστάθεια κατά την ισχυρή πέδηση σε ταχύτητες μεγαλύτερες των 40-50 χιλιομέτρων ωριαίας, που τείνει στην εκτροπή των οχημάτων προς τα δεξιά ή τα αριστερά ανάλογα με τις λοιπές συνθήκες, ή στην περιστροφή τους γύρω από τον κάθετο άξονά τους και οφείλεται σε κατασκευαστικές επιλογές και ιδίως στο μικρό μεταξόνιο των οχημάτων.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων παραδοχών το Εφετείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας ότι ο θάνατος του οδηγού και του συνεπιβάτη οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου (αδεξιότητα και απειρία του περί την οδήγηση του συγκεκριμένου τύπου οχήματος) ή σε συνυπαιτιότητά του, συνιστάμενη σε κακό χειρισμό ή σε μεγάλη ταχύτητα, έκανε εν μέρει δεκτές τις αγωγές και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει τα οριζόμενα με την προσβαλλόμενη απόφασή του χρηματικά ποσά λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων μελών της οικογένειας των θυμάτων.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, τόσο σχετικά με το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ελαττωματικότητας του οχήματος και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος, όσο και σχετικά με το ζήτημα της ελλείψεως συνυπαιτιότητας του πυροσβέστη οδηγού.
Ειδικότερα, κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η πτώση του πυροσβεστικού οχήματος σε βάραθρο και ο εκείθεν θάνατος δύο εκ των επιβαινόντων σ' αυτό πυροσβεστών οφείλονται σε κατασκευαστικό ελάττωμα του συστήματος πεδήσεως, λόγω του οποίου, σε περίπτωση ισχυρής και αιφνίδιας τροχοπεδήσεως, όπως συνέβη κατά τις σαφείς παραδοχές του Εφετείου και στην ένδικη περίπτωση, αναπτύσσονταν δυνάμεις εκτρέπουσες το όχημα από την πορεία του.
Το Εφετείο, αναφερόμενο, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και στο περιεχόμενο της από 6.6.2001 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού ....., κατά την οποία η ανάπτυξη εκτρεπτικών δυνάμεων κατά τα ανωτέρω παρατηρούνταν σε ταχύτητες άνω των 40 ή 50 χιλιομέτρων την ώρα, δεν περιέχει παραδοχές αποκλείουσες το ενδεχόμενο, υπό ορισμένες συνθήκες, να συμβαίνει αυτό και σε μικρότερες ταχύτητες.
Συνεπώς η παραδοχή ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση το όχημα εκινείτο με ταχύτητα 35 χιλιομέτρων ωριαίως δεν δημιουργεί αντιφατικότητα αιτιολογιών αναιρετικώς ελεγκτέα. Περαιτέρω από τις παραδοχές του Εφετείου γίνεται σαφές αφενός ότι αιτία της κατακρημνίσεως του πυροσβεστικού οχήματος ήταν όχι η προς τα δεξιά αρχική εκτροπή, αλλά η ακολουθήσασα προς τα αριστερά, ήτοι προς την πλευρά του κρημνού, εκτροπή του, που υπήρξε επακόλουθη της απώλειας του ελέγχου του συνεπεία της ισχυρής και απότομης πεδήσεως, και αφετέρου ότι η ρήξη του ελαστικού του πίσω δεξιά τροχού συνέβη μετά την κατά τα άνω πέδηση.
Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 7 του ν. 2251/1994 και τις σύμφωνα με αυτό εφαρμοστέες κοινές περί αδικοπραξιών διατάξεις δεχόμενο ότι δεν ερευνάται η υπαιτιότητα, αφού, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ο ενάγων δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της υπαιτιότητας, η οποία δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής.
Κατ' ακολουθίαν, υποστηρίζοντας τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, τέλος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (559 αρθ.19 ΚΠολΔ), για το λόγο ότι σε κανένα σημείο των σκέψεών της δεν γίνεται επίκληση των "επίμαχων διατάξεων του νομολογιακού δικαίου ευθύνης του παραγωγού (ΑΚ 914, 281, 288, 925 με ανάλογη εφαρμογή, 932) και κυρίως της αναλογικής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 925 ΑΚ>>, διότι με μέρος αυτό πλήττεται η μείζων πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ενώ με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ ελέγχεται μόνον η ελάσσων πρόταση (Ολ.ΑΠ.3/1997).
Ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλονται διάφορες αιτιάσεις, αναφερόμενες σε σφάλματα της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 5 και 7 του ν.2251/1994, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι επίδικες αξιώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων, εκφεύγουν του ρυθμιστικού πεδίου του νόμου 2251/1994, και συνεπώς δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση οι ως παραβιασθείσες φερόμενες διατάξεις του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγο αναιρέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ του ΚΠολΔ προβάλλεται ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας ..... ενώπιον της Προξένου της Ελλάδας στη Λυών της Γαλλίας. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος γιατί δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης βεβαιώσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί την από 2-10-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "RENAULT VEHICULES INDUSTRIELS S.A." για αναίρεση της 3570/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως μη ασκηθείσα καθόσον αφορά την έκτη από τους αναιρεσιλήτους Ψ6 (Ι.6).
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων αυτών, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ