1505/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2869/2002 μη οριστική και 1834/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1933/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2/11/2006 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1505/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 1117/1986). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ΄ αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1505 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1505/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. ...................................., ατομικά και ως καθολικής διαδόχου (κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου) του θανόντος (την 25.9.2002) συζύγου της ......................., 2. ........................, συζ. ..........................., ατομικά και ως καθολικής διαδόχου (κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου) του θανόντος (την 25.9.2002) πατρός της ......................., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτη Λάμπρου.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ΝΠΔΔ του Δήμου Σπάτων Αττικής, που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Σφήκα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ενώ η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή-Μισαηλίδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2869/2002 μη οριστική και 1834/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1933/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2/11/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 24/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 914, 932 Α.Κ. και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι΄ αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.
Α.Π. 1117/1986). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ΄ αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, που τα ανατίθενται με νόμο. Ακολούθως, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2η΄ του Ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν υπαχθεί μέχρι σήμερα σ' αυτή και στις οποίες περιλαμβάνονται ιδίως, μεταξύ άλλων, εκείνες που αναφύονται από την εφαρμογή της νομοθεσίας σχετικά με την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 105 εδ. α' Εισ.Ν.Α.Κ., για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, ενώ κατά το άρθρο 106 Εισ.Ν.Α.Κ., οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων, που βρίσκονται στην υπηρεσία τους.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι κάθε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, που συνδέονται μαζί τους είτε με σχέση δημοσίου δικαίου, είτε με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι και οι υλικές ενέργειες, οι οποίες τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας ή δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας αντίστοιχα ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, των δήμων κλπ., ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως αφορώσα διοικητική διαφορά ουσίας (ΑΕΔ 5/1995).
Τέτοια διαφορά αποτελούν και οι αξιώσεις αποζημιώσεως, οι οποίες δημιουργούνται κατά του Δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από αυτοκινητικό ατύχημα, που διαπράττει το όργανό τους, όπως είναι και ο εργαζόμενος οδηγός υπηρεσιακού αυτοκινήτου με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, καθώς και από εργατικό ατύχημα.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι δεύτερη και τρίτη ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες και ο αρχικός πρώτος ενάγων, σύζυγος και πατέρας αυτών αντίστοιχα, που απεβίωσε πριν από τη συζήτηση της ένδικης από 11-5-2001 αγωγής τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου απ' αυτές, κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, ισχυρίσθηκαν με την εν λόγω αγωγή τους ότι στις 10-11-2000 το απορριμματοφόρο αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία του δευτέρου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, Δήμου Σπάτων, οδηγείτο από τον πρώτο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) και ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, εκινείτο στη λεωφόρο ...........
σε εκτέλεση δρομολογίου για την περισυλλογή απορριμμάτων. Ότι στο ύψος του 19ου χιλιομετρικού σημείου της εν λόγω λεωφόρου συγκρούσθηκε υπό τις αναφερόμενες λεπτομερώς συνθήκες με το ΙΧΦ αυτοκίνητο (ψυγείο), που ανήκε στην ιδιοκτησία της πέμπτης εναγομένης, οδηγείτο από τον τέταρτο εναγόμενο και ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην έκτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (οι δ΄, ε΄ και στ' εναγόμενοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη).
Ότι από τη σύγκρουση αυτή, που οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια των οδηγών των δύο αυτοκινήτων, τραυματίσθηκε θανάσιμα ο υιός του αρχικού πρώτου ενάγοντος και της πρώτης αναιρεσείουσας και αδελφός της δεύτερης αναιρεσείουσας ................., ο οποίος εργαζόταν στο Δήμο Σπάτων, ως εργάτης καθαριότητας, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και επέβαινε στο απορριμματοφόρο, ως μέλος του προσωπικού αποκομιδής απορριμμάτων.
Ότι από το θάνατο αυτού υπέστησαν οι άνω ενάγοντες ψυχική οδύνη και επιπλέον οι γονείς του θα υποστούν και θετική ζημία, συνεπεία δαπανών τους για την κατασκευή του τάφου και στερήσεως της διατροφής, που τους παρείχε και θα τους παρείχε στο μέλλον το θανατωθέν τέκνο τους μέχρι τη συμπλήρωση στις 10-11-2006 του 30ού έτους της ηλικίας του.
Ζήτησαν δε αφ΄ ενός μεν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν στις αναιρεσείουσες, για τον εαυτό τους και με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του συζύγου και πατέρα τους, εις ολόκληρον έκαστος, το αναφερόμενο για κάθε μία χρηματικό ποσό, αφ' ετέρου δε να υποχρεωθούν οι ίδιοι να καταβάλουν σ' αυτές, υπό τις εν λόγω ιδιότητές τους, το επίσης αναφερόμενο για την κάθε μία χρηματικό ποσό.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή, καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο Σπάτων, ένεκα ελλείψεως δικαιοδοσίας, διότι η αγωγή αυτή, με επίκληση της ευθύνης του εν λόγω αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση του αρχικού πρώτου ενάγοντος και των αναιρεσειουσών από την υλική ενέργεια του πρώτου εναγομένου υπαλλήλου του, η οποία τελέσθηκε κατά την εκτέλεση της ως άνω υπηρεσίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως διοικητική διαφορά ουσίας (άρθρ. 1 παρ. 2 η΄ του Ν. 1406/1983).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον η αγωγή, υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, περιέχει μία μόνο βάση, ήτοι εκείνη περί ευθύνης των αναιρεσιβλήτων κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και όχι και βάση περί ευθύνης του πρώτου εξ αυτών κατά τις διατάξεις περί εργατικού ατυχήματος του Ν. 551/1915, αφού οι αναιρεσείουσες και ο αρχικός πρώτος ενάγων επικαλούνται στην αγωγή τους για τη θεμελίωση της ευθύνης αυτών μόνο συντρέχουσα αμέλεια των οδηγών των ανωτέρω αυτοκινήτων και όχι δόλου του πρώτου αναιρεσιβλήτου ή του προστηθέντος απ΄ αυτόν υπαλλήλου του (πρώτου εναγομένου), ούτε επικαλούνται ότι το ατύχημα επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, οπότε και μόνο θα δικαιούντο αποζημιώσεως για τη περιουσιακή τους ζημία, ενώ χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, δικαιούνται μόνο κατά τις ως άνω γενικές διατάξεις, ως μη υφισταμένης σχετικής προβλέψεως στο Ν. 551/1915.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 2/1999) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του έγγραφο και συγκεκριμένα, την υ π' αριθμ. 5134/2004 απόφαση του Δ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, από την οποία προέκυπτε η καταδίκη αμφοτέρων των ως άνω οδηγών σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών ο καθένας για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (με συγκλίνουσα υπαιτιότητα αυτών) και επιπλέον ο πρώτος εναγόμενος σε ποινή φυλακίσεως δύο μηνών για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 34 παρ. 4 του ΚΟΚ, διότι, ως οδηγός, στάθμευσε το απορριμματοφόρο όχημά του πλησίον στροφής ανεπαρκούς ορατότητας για προσπέρασμα.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίσθηκε (καταθέσεις μαρτύρων και διαδίκων, έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα, πρακτικά της υπ' αριθμ. 5134/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών)", σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως -στις οποίες γίνεται σαφής μνεία ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του .................
είναι ο τέταρτος εναγόμενος οδηγός του υπ' αριθ. ............. ΙΧΦ αυτοκινήτου, που εκινείτο επί της λεωφόρου .......... χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, καθόσον, αν και έβλεπε από ικανή απόσταση να κινείται πριν απ' αυτόν το απορριμματοφόρο όχημα με διαρκώς αναμμένα τα φώτα προειδοποιήσεως (αλάρμ) και να πραγματοποιεί συνεχείς στάσεις, δεν μείωσε την αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητά του, ούτε τηρούσε την ενδεδειγμένη απόσταση ασφαλείας απ' αυτό, αλλά, εκτιμώντας εσφαλμένα ότι το απορριμματοφόρο δεν θα σταματούσε εκ νέου, συνέχισε την πορεία του, με αποτέλεσμα, όταν το απορριμματοφόρο σταμάτησε για τη περισυλλογή απορριμμάτων, να μη μπορέσει να ακινητοποιήσει το όχημά του ή να πραγματοποιήσει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό και να επιπέσει επ' αυτού- συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και την ανωτέρω ποινική απόφαση, την οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, που εφάρμοσε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής:
Στις 10-11-2000 το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ............... απορριμματοφόρο όχημα, ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που οδηγείτο από τον πρώτο εναγόμενο και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και στο οποίο επέβαινε ο ..............., ως μέλος του προσωπικού αποκομιδής απορριμμάτων, εκινείτο επί της λεωφόρου ...............
με κατεύθυνση από Αθήνα προς τα .......... προς εκτέλεση δρομολογίου καθαρότητας. Ο Δήμος Σπάτων δεν είχε τοποθετήσει επί της εν λόγω λεωφόρου κάδους απορριμμάτων, με συνέπεια οι κάτοικοι να τοποθετούν τους σάκκους απορριμμάτων μπροστά από τις οικίες τους και για το λόγο αυτό το ανωτέρω απορριμματοφόρο έκανε συχνές στάσεις, ο δε οδηγός του είχε διαρκώς αναμμένα τα φώτα προειδοποιήσεως (αλάρμ) και εκινείτο με πολύ μικρή ταχύτητα.
Το απορριμματοφόρο αυτό, που είχε ήδη σταματήσει πριν από 30 μέτρα, όταν έφθασε στο 19ο χιλιομετρικό σημείο της ως άνω λεωφόρου, ακινητοποιήθηκε και πάλι στο άκρο δεξιό της οδού και σε απόσταση 0,30 μ. από το έρεισμα αυτής, ο δε εργάτης, που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του οπισθίου τμήματος του οχήματος, κατέβηκε απ' αυτό για να συλλέξει τα απορρίμματα, ενώ ο εξ αριστερών εργάτης ............
βρισκόταν επάνω στο ειδικό σκαλοπάτι, που υπήρχε στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος, κρατώντας την αντίστοιχη χειρολαβή. Την ίδια ακριβώς στιγμή το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ................ ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πέμπτης εναγομένης, που οδηγείτο από τον τέταρτο εναγόμενο και ήταν ασφαλισμένο στην έκτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο προς την ίδια κατεύθυνση με το απορριμματοφόρο και πίσω απ' αυτό με αυξημένη ταχύτητα και χωρίς ο οδηγός του να τηρεί την επιβαλλόμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, με συνέπεια να επιπέσει με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στο οπίσθιο αριστερό μέρος του απορριμματοφόρου και να τραυματίσει θανάσιμα τον ανωτέρω εργάτη ...............
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι το ατύχημα αυτό και εντεύθεν, ο θανάσιμος τραυματισμός του τελευταίου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ............. ΙΧΦ αυτοκινήτου τετάρτου εναγομένου, ο οποίος εκινείτο επί της εν λόγω λεωφόρου χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, καθόσον, μολονότι έβλεπε από ικανή απόσταση να κινείται πριν απ' αυτόν το απορριμματοφόρο όχημα με διαρκώς αναμμένα τα φώτα προειδοποιήσεως και να πραγματοποιεί συχνές στάσεις, δεν μείωσε την αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα του αυτοκινήτου του, ούτε τηρούσε την ενδεδειγμένη απόσταση ασφαλείας απ' αυτό, αλλά, εκτιμώντας εσφαλμένα ότι το απορριμματοφόρο δεν θα σταματούσε εκ νέου, συνέχισε την πορεία του, με αποτέλεσμα, όταν το απορριμματοφόρο σταμάτησε για την περισυλλογή απορριμμάτων, να μη μπορέσει να ακινητοποιήσει το όχημά του ή να κάνει οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό και να επιπέσει επ' αυτού.
Κατόπιν αυτών κατέληξε το Εφετείο ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία δεν ευθύνεται έναντι του αρχικού πρώτου ενάγοντος και των αναιρεσειουσών προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, εντεύθεν δε απέρριψε ως προς αυτή την ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων των άρθρων 914, 922 επ.
Α.Κ. και των Νόμων ΓπΝ/1911 και 489/1976, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και επαρκές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του τετάρτου εναγομένου στην πρόκληση του προαναφερόμενου ατυχήματος και στην επέλευση εντεύθεν του θανάσιμου τραυματισμού του εργάτη ..................
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προ0βλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θρωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 11/1996, 469/1984). Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων ισχυρισμών τους, κατά τους οποίους α) υπαίτιος του ανωτέρω ατυχήματος είναι και ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος επέδειξε κατά την οδήγηση του απορριμματοφόρου οχήματος εγκληματική επιπολαιότητα και βαρειά αμέλεια, γιατί δεν έλαβε τα προβλεπόμενα από το άρθρο 34 παρ. 7 του ΚΟΚ προειδοποιητικά μέτρα στάθμευσης, δεν σταμάτησε το όχημά του στο υπάρχον έρεισμα και όσο δεξιότερα μπορούσε και δεν κατέβαλε την προσοχή, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, β) στο σημείο του ατυχήματος δεν υπήρχε προβλεπόμενη θέση στάθμευσης για περισυλλογή απορριμμάτων, ούτε σταθερός κάδος, αλλ' αντίθετα τέτοιος χώρος υπήρχε δύο μέτρα πιο κάτω, όπου θα έπρεπε να σταματήσει το απορριμματοφόρο όχημα, γ) στο παρελθόν πολλοί εργάτες του Δήμου Σπάτων είχαν διαμαρτυρηθεί για την επικινδυνότητα να προκληθεί ατύχημα στο συγκεκριμένο σημείο του ενδίκου ατυχήματος και δ) στο σημείο αυτό πολλοί οδηγοί κατά το παρελθόν δεν σταματούσαν τα απορριμματοφόρα οχήματα και πολλοί εργάτες αρνούνταν να κατέβουν για την περισυλλογή απορριμμάτων.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, ενόψει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-11-2006 αίτηση των .......................... κλπ για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 1933/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ