Legislator Case Law & Legislation
1504/2024 AI generated

Supreme Court allows VAT increase claim against insurer, remanding case to Athens Single District Court.

Case Number 1504/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Peace Court's dismissal of the appellant's claim regarding VAT increases in hospital insurance premiums. The appellant argued that such increases constitute a business risk borne by the insurer under the principle of good faith, while the insurer contended the matter was already settled. The court ruled that the appellant's argument was valid and the lower court erred in rejecting it, leading to the annulment of the previous decision and remittal for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, and 3 of Law 1642/1986; Article 173 and 200 of the Civil Code: An increase in insurance premiums for hospital services constitutes a business risk borne by the insurer, and the insured may claim adjustment or contract termination if the increase becomes excessively onerous.

Keywords

AI generated
Value Added Tax Insurance Premiums Business Risk Good Faith Contract Termination Supreme Court Remittal

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 1642/1986
Εν συνεχεία, με το άρθρο 22 § 1 περ.
Article 2, Section 1 of Law 1642/1986
δ' του κωδικοποιητικού νόμου 2859/2000 (Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας), όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 62 § 2 ν.
Article 3, Section 1 of Law 1642/1986
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 388 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495, Section 3 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, Section 3 of the Code of Civil Procedure
Article 466 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, Section 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1504 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1504/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάμουρα.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Τσιμπρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 837/2022 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-12-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την ισχύουσα κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο (1994) διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 1642/1986 "Για την εφαρμογή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και άλλες διατάξεις", όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με την Π. 8499/4941/28-12-1987 (Φ.Ε.Κ. 57 Β'/1988) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που κυρώθηκε αφ' ότου εκδόθηκε με το άρθρο 11 § 4 του ν. 1839/1989, "επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία φόρος προστιθέμενης αξίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Ο φόρος αυτός επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του ίδιου νόμου, "αντικείμενο του φόρου είναι: α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτήν την ιδιότητα, β) η εισαγωγή αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, γ) η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών που πραγματοποιείται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας ...

δ) η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών, τα οποία υπάγονται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, που πραγματοποιείται από υποκείμενο στο φόρο ή από μη υποκείμενο στο φόρο νομικό πρόσωπο ...". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 του νόμου αυτού, "στο φόρο υπόκειται: α) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής ...".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με αυτές έμμεσος φόρος κατανάλωσης, που εφαρμόζεται στα αγαθά και τις υπηρεσίες που αγοράζονται και πωλούνται για χρήση ή κατανάλωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, βαρύνει τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, τα οποία αποτελούν το παθητικό υποκείμενο του φόρου και συνδέονται με το ενεργητικό υποκείμενο (Δημόσιο) με σχέση δημοσίου δικαίου (φορολογική ενοχή), και όχι το λήπτη των αγαθών και υπηρεσιών.

Ο φόρος αυτός αποτελεί κόστος για τον κατά νόμο φορολογικώς υπόχρεο επιτηδευματία, που μετακυλίεται στον αντισυμβαλλόμενο καταναλωτή, ο οποίος επωμίζεται τελικά το οικονομικό βάρος του, ακόμη και αν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων (Α.Π. 113/1996). Στο άρθρο 18 του ίδιου νόμου αναφέρονται οι απαλλαγές από το φόρο.

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης δ' της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, απαλλάσσονται από το φόρο "η παροχή υπηρεσιών νοσοκομειακής και ιατρικής περίθαλψης και διάγνωσης, καθώς και οι στενά συνδεόμενες με αυτές παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών που ενεργούνται από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου". Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 του ν. 2093/1992 ως εξής: "απαλλάσσονται από το φόρο ... δ) η παροχή υπηρεσιών νοσοκομειακής και ιατρικής περίθαλψης και διάγνωσης, καθώς και οι στενά συνδεόμενες με αυτές παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών, που ενεργούνται από πρόσωπα που λειτουργούν νόμιμα", δηλαδή μεταξύ των εξαιρέσεων από το φόρο περιελήφθησαν και οι παρεχόμενες από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου υπηρεσίες νοσοκομειακής και ιατρικής περίθαλψης. Εν συνεχεία, με το άρθρο 22 § 1 περ. δ' του κωδικοποιητικού νόμου 2859/2000 (Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας), όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 62 § 2 ν. 3842/2010, ορίστηκε ότι απαλλάσσονται από το φόρο "η παροχή υπηρεσιών νοσοκομειακής και ιατρικής περίθαλψης και διάγνωσης, καθώς και οι στενά συνδεόμενες με αυτές παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών, που ενεργούνται από οργανισμούς δημοσίου δικαίου", δηλαδή εξαιρέθηκαν εκ νέου από την απαλλαγή οι υπηρεσίες που παρέχονται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (Ολ.Α.Π. 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε εσφαλμένη εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004), ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, παρόλο που δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 849/2017). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (Α.Π. 630/2021, Α.Π. 1399/2019).

Εσφαλμένη δε εφαρμογή των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης αυτών, υπάρχει στην περίπτωση που το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή την συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 70/2022, Α.Π. 66/2022, Α.Π. 849/2017, Α.Π. 715/2010). Μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητώς στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των μερών προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των ανωτέρω διατάξεων δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (Α.Π. 1096/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 19-12-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 837/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 22-9-2020 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων αναφέρει ότι το έτος 1994 συνήψε με την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία σύμβαση ασφάλισης, μεταξύ άλλων, των δαπανών της νοσοκομειακής του νοσηλείας και των χειρουργικών επεμβάσεων, ότι χειρουργήθηκε και νοσηλεύθηκε σε ιδιωτικό νοσοκομείο και ότι η εναγόμενη του κατέβαλε μέρος μόνο των νοσηλίων του, αρνούμενη να του καταβάλει το υπόλοιπο, ύψους 1.434,03 ευρώ, που αντιστοιχεί στον Φ.Π.Α.

των νοσηλίων, ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει νομιμοτόκως το ανωτέρω ποσό. Το Ειρηνοδικείο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, μετά της με αριθ. ... Πρόσθετης Πράξης αυτού που υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος [αναιρεσείοντος] και της πρώην Ασφαλιστικής Εταιρείας "AGF KOSMOS ΖΩΗ Α.Ε.", διάδοχος της οποίας κατέστη η εναγόμενη [αναιρεσίβλητη], η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι καθορισμένων ασφαλίστρων, να παρέχει στον ενάγοντα ισόβια νοσοκομειακή και εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, με διάρκεια ισχύος της σύμβασης από 14.01.1994 έως 14.01.2073.

Στις 30.04.2020, ο ενάγων εισήλθε στην ιδιωτική κλινική ΥΓΕΙΑ για να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι την 01.05.2020. Η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 9.889,13 ευρώ για την κάλυψη των εξόδων νοσηλείας και αμοιβές ιατρών, όχι όμως και το αναλογούν [ορθό: τον αναλογούντα] ΦΠΑ ποσού 1.434,03 ευρώ.

Στο άρθρο 8 της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης με τίτλο ΧΑΡΤΟΣΗΜΑ ΦΟΡΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΡΑΡΥΝΣΕΙΣ αναγράφεται ότι "Όλες οι φορολογικές επιβαρύνσεις, ή άλλες κρατήσεις που βαρύνουν το ασφαλιστήριο, οι αποδείξεις καταβολής του ασφαλίσματος, οι αποδείξεις εξόφλησης των ασφαλίστρων κ.λπ, βαρύνουν τον Συμβαλλόμενο, τον Ασφαλισμένο, το Δικαιούχο ή άλλα πρόσωπα, τα οποία έχουν δικαιώματα από το ασφαλιστήριο".

Από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου αυτού, δεδομένου ότι η εν λόγω σύμβαση συνήφθη το έτος 1994, ήτοι προ της ενάρξεως ισχύος του Ν. 2859/2000 (Κώδικας ΦΠΑ) και Ν. 3842/2020 (ΦΕΚ Α58/2010) που αφορούσαν και τα νοσήλεια [ορθό: νοσήλια], γεγονός το οποίο τότε (1994) δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, προκύπτει ότι οποιαδήποτε επιβάρυνση φορολογικής φύσεως βαρύνει τον ασφαλισμένο, εν προκειμένω τον ενάγοντα, δηλαδή και ο ΦΠΑ, αν ίσχυε τότε κατά τη σύναψη της σύμβασης (1994).

Εξάλλου, η εναγομένη εγκαίρως και πριν την επέλευση του ασφαλιστικού γεγονότος (2020) κατέστησε εγγράφως γνωστό στον ενάγοντα ότι από 01.01.2011 ο ΦΠΑ σε δαπάνες νοσηλείας θα βαρύνει αυτόν (βλ. το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 15.12.2010 έγγραφό της προς τον ενάγοντα). Σύμφωνη με τα παραπάνω είναι και η με αριθ. πρωτ. ...

έγγραφη γνωμοδότηση της ΤτΕ ... σύμφωνα με την οποία, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης (1994) ήταν πρακτικά αδύνατον να έχουν λάβει τα συμβαλλόμενα μέρη υπόψη τους το ενδεχόμενο επιβολής ΦΠΑ και να προβλέψουν την ανάληψη τέτοιου μελλοντικού οικονομικού βάρους." Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο, ότι δηλαδή στη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων υπάρχει κενό, σχετικά με το αν στα καλυπτόμενα από την ασφαλιστική σύμβαση νοσήλια περιλαμβάνεται ή όχι ο φόρος προστιθέμενης αξίας, και ότι το κενό αυτό πρέπει να συμπληρωθεί ερμηνευτικά με την παραδοχή ότι στα ασφαλιζόμενα νοσήλια δεν περιλαμβάνεται ο φόρος αυτός, ενόψει του ότι α) με τον παραπλήσιο όρο 8 της σύμβασης οι φορολογικές επιβαρύνσεις, που βαρύνουν το ασφαλιστήριο, τις αποδείξεις καταβολής ασφαλίστρων και ασφαλίσματος κ.λπ., επιρρίφθηκαν στον αντισυμβαλλόμενο και κάθε πρόσωπο που έλκει δικαιώματα από την ασφάλιση, και β) κατά το χρόνο της σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης (1994) τα νοσήλια των ιδιωτικών νοσοκομείων δεν επιβαρύνονταν κατά νόμο με τον εν λόγω φόρο και οι συμβαλλόμενοι δεν είχαν λάβει υπόψη τους το ενδεχόμενο της μελλοντικής επιβολής του, ώστε να προβούν στην κατανομή του σχετικού οικονομικού βάρους, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε ως προς τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα το Ειρηνοδικείο, δεχόμενο ανέλεγκτα ότι υπάρχει κενό στην ασφαλιστική σύμβαση σχετικά με την κάλυψη ή μη από την ασφαλιστική εταιρία του φόρου προστιθέμενης αξίας (παρόλο που, σημειωτέον, ο φόρος αυτός, ως κόστος του ιδιωτικού νοσοκομείου για την παροχή νοσηλείας στον αναιρεσείοντα, που επιρρίπτεται στον τελευταίο, αποτελεί μέρος των καταβαλλόμενων από αυτόν νοσηλίων και συνεπώς καλύπτεται ρητώς από την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση), εσφαλμένα συμπλήρωσε το κενό αυτό, επιβαρύνοντας τον αναιρεσείοντα, αντί για την αναιρεσίβλητη, με την αύξηση του κόστους της νοσηλείας του σε ιδιωτικό νοσοκομείο, που επήλθε ως αποτέλεσμα της μεταγενέστερης επιβολής με τα άρθρα 22 ν. 2859/2000 και 62 ν. 3842/2010 φόρου προστιθέμενης αξίας στις παρεχόμενες από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου υπηρεσίες νοσοκομειακής περίθαλψης, αφού η αύξηση αυτή των ασφαλιζόμενων νοσηλίων, σύμφωνα με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, περιλαμβάνεται στον επιχειρηματικό κίνδυνο της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και συνεπώς πρέπει κατ' αρχήν να επιβαρύνει αυτήν, ανεξαρτήτως του απρόβλεπτου χαρακτήρα της (αύξησης), ενόψει και της τεκμαιρόμενης οικονομικά ισχυρότερης θέσης της αναιρεσίβλητης και δεδομένου ότι δεν παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά που να δικαιολογούν διαφορετική λύση, ενώ σε περίπτωση, κατά την οποία η εν λόγω αύξηση κατέστησε υπέρμετρα επαχθή εν προκειμένω την παροχή της ασφαλιστικής εταιρίας ενόψει της αντιπαροχής, αυτή έχει δικαίωμα να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει κατ' άρθρο 388 Α.Κ.

την αναπροσαρμογή της στο προσήκον μέτρο ή τη λύση της σύμβασης εξ ολοκλήρου ή για το μέλλον. Επομένως είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης, προβάλλει την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβίασης των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

με την ανωτέρω αιτίαση, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτού, μετά την κατάργηση των ειρηνοδικείων και την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, που θεσμοθετήθηκε με το άρθρο 4 § 1 ν. 5108/2024, καθώς και την αναδιάρθρωση των πολιτικών δικαστηρίων πρώτου βαθμού και τον καθορισμό της τοπικής αρμοδιότητάς τους, που έγινε με το άρθρο 6 § 1 περ.

ε' (ως προς την Περιφέρεια Αττικής) του ίδιου νόμου, ο οποίος ισχύει από 16-9-2024 σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 76 § 2 περ. α' αυτού, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο ισόβαθμο και ομοειδές, κατά τόπο και καθ' ύλη αρμόδιο κατ' άρθρο 14 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 3 ν. 5134/2024, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, το οποίο θα δικάσει κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 466 επ.

ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 466 § 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 του ανωτέρω ν. 5134/2024. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού βάσιμου αιτήματός του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 837/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ