Legislator Case Law & Legislation
1504/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank judgment for unclear appeal grounds and invalid interest calculation arguments.

Case Number 1504/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court of Larissa's decision regarding a bank debt. The appellants challenged the judgment on vague grounds, specifically questioning the total amount of a claim without identifying specific interest components or the underlying debt value. The court ruled that the appeal lacked specificity, rendering the appeal inadmissible for substantive review, and confirmed the bank's right to compound interest on the statutory contribution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 1, 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify particular items or amounts for calculation, thereby preventing a logical verification of the legality of the judgment.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds interest calculation statutory contribution compound interest bank debt civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 para. 3 of Law 128/1975
Articles 174, 178, 179 of the Civil Code
Articles 30 of Law 2789/2000, 42 of Law 2192/2001 and 39 of Law 3259/2004
Article 293 para. 1 item a of the Civil Code
Article 12 of Law 2601/1998
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1504 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1504/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Ζ. του Γ., κατοίκου ... ..., 3) Ε. συζύγου Δ.. Ζ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ... ...ς και 4) Γ. Ζ. του Δ., κατοίκου ... .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Νάνη.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κόζη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2017 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-8-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 4-8-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 70/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 80/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που είχε δεχθεί την από 24-7-2017 ανακοπή των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 99/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, δέχθηκε την έφεση, απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την παραπάνω διαταγή πληρωμής.

Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανόμενης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρους, συμφωνηθεισών εισφορών".

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά το σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.

Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.

Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβαρύνσεως, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας λέξεως "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξεως σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.

Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισής της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.

Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγορεύσεως μετακύλισής της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο διότι, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.

Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτάτο από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλισή της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζόμενου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.

Συμπερασματικά εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλισή της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υποχρέου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.

Η μετακύλισή της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τοιαύτης νοουμένης της θεσπίσεως ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου συμβάσεως πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλισή της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, διότι δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελευθέρου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 917/2011).

Εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ.

Α.Π. 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015). Παράβαση που ελέγχεται με την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποτελεί η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 191/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα, με τον έναν και μοναδικό λόγο της έφεσης, παραπονείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο πρώτο σκέλος της ανακοπής περί παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/1975 ως ουσία βάσιμο ενώ έπρεπε να τον απορρίψει ως αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης καθότι δεν αμφισβητείται και δεν προβάλλεται συγκεκριμένο κονδύλιο της απαίτησης, ούτε αναφέρεται ποιο είναι το οφειλόμενο ποσό και εάν αυτό διαφοροποιείται από το επιδικασθέν, ούτε εξειδικεύονται τα επί πλέον ποσά των τόκων με τα οποία επιβαρύνθηκε παράνομα παρά μόνο αμφισβητείται γενικά η ορθότητα του λογαριασμού της σύμβασης και της επιδικασθείσας απαίτησης.

Ο περιλαμβανόμενος στον τρίτο λόγο πρώτο σκέλος της ενδίκου ανακοπής ισχυρισμός ότι παρανόμως η εισφορά του ν. 128/1975 προστίθεντο στους τόκους, κεφαλοποιείται και ανατοκίζεται (χωρίς όμως να βάλει και κατά του τρόπου χρονικού υπολογισμού του, δηλαδή ανά τρίμηνο ή εξάμηνο) είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού οι ανακόπτοντες δεν αναφέρουν επακριβώς τα επί πλέον ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκαν παράνομα και ποιο τελικά είναι το ποσό που από αυτά τα κονδύλια οφείλουν, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού τους και σε καταφατική περίπτωση να αφαιρεθούν αυτά από το συνολικό ποσό της απαίτησης που αναγράφεται στην προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, παρά μόνο προτείνεται από αυτούς μία γενική και ασαφής αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού που τηρείτο προς εξυπηρέτηση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, αμφισβητώντας απλώς το ύψος της απαίτησης και δη το εκκαθαρισμένο και βέβαιο αυτής χωρίς να προσβάλλει κανένα συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού (Α.Π 999/2019, Α.Π 368/2019 δημ.

Νόμος) και χωρίς να προσδιορίζει είτε τα συγκεκριμένα ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκε από τον παράνομο εκτοκισμό είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής τους, όπως αυτό θα είχε αν δεν είχε λάβει χώρα ο παράνομος ανατοκισμός, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ποσού, ο δε προσδιορισμός αυτός είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται από περισσότερα επιμέρους κονδύλια, χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολο της.

Γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του σε βάρος της χρεωστικού κατάλοιπου από την επίδικη σύμβαση, χωρίς να προσβάλλει συγκεκριμένα επιμέρους κονδύλια του τηρηθέντος λογαριασμού και χωρίς να επικαλείται ποιο είναι το παρανόμως επιδικασθέν ποσό, δεν αρκεί. Άλλως ο ανωτέρω λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί και ως νόμω αβάσιμος καθόσον το ποσό της νομίμως επιβληθείσας δυνάμει συμβατικού όρου εισφοράς του Ν. 128/1975, νόμιμα μπορεί να ανατοκίζεται, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου....

Κατόπιν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση κατά πλειοψηφία έκρινε ορισμένο και νόμιμο και εν συνεχεία έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο πρώτο σκέλος της ανακοπής ως ουσιαστικά βάσιμο, ενώ έπρεπε να τον κρίνει ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας άλλως ως νόμω αβάσιμο και να τον απορρίψει, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου.

Επομένως, πρέπει ο ένας και μοναδικός λόγος της έφεσης, να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμο τον μοναδικό λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει ορισμένο, νόμιμο και βάσιμο το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, εχώρησε στην έρευνα του λόγου αυτού (καθώς και των λοιπών λόγων της ανακοπής, του οποίους δεν είχε ερευνήσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και στη συνέχεια απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 99/2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 ν. 128/1975, 293 ΑΚ, 12 Ν. 2601/1998, 623, 624 παρ. 1, 626 παρ. 2 και 3, 628 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι εν λόγω διατάξεις απαιτούν για την εφαρμογή τους, και επίσης ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 30 ν. 2789/2000, 42 ν. 2192/2001 και 39 ν. 3259/2004, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση.

Και τούτο, διότι, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος της ανακοπής των αναιρεσειόντων είναι αόριστος, διότι αυτοί αμφισβητούν απλώς το ύψος της απαίτησης χωρίς να προσβάλουν κανένα συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού και χωρίς να προσδιορίζουν είτε τα συγκεκριμένα ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκαν από τον παράνομο, κατά την άποψή τους, ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975, ώστε με τον υπολογισμό και την συνάθροιση των επιμέρους κονδυλίων να προκύπτει το συνολικό υπερβάλον ποσό και να κριθεί έτσι η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού τους, είτε το ύψος της οφειλής τους, όπως αυτό θα ήταν, αν δεν είχε λάβει χώρα ο εν λόγω ανατοκισμός, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που ο λόγος ήθελε κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος, αφού ακόμη και σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων ανατοκισμών, δεν θίγεται η βεβαιότητα της απαίτησης ούτε καθίσταται ανεκκαθάριστη αυτή, αλλά ακυρώνεται αντίστοιχο ποσό της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της, όπως ορθά έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επιπλέον, ορθή είναι και η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι είναι νόμιμος ο ανατοκισμός του ποσού της εισφοράς του ν. 128/1975, καθόσον αφού η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 είναι νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 Ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-8-2021 αίτηση α) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", β) του Δ. Ζ., γ) της Ε. συζ. Δ. Ζ. και δ) του Γ. Ζ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 70/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ