Legislator Case Law & Legislation
1504/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal against appeal regarding civil procedure and substantive law violations.

Case Number 1504/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Thessaloniki's decision. The appellant argued that the lower court erred in rejecting claims of abuse of right and statute of limitations, but the court found no legal violation. The court determined that the appellant's arguments regarding the abuse of right and the statute of limitations were unfounded and did not justify overturning the lower court's judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 16, 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the lower court correctly applied the law regarding the statute of limitations and the abuse of right, finding no violation of public order or legal principles.

Keywords

AI generated
cassation appeal abuse of right statute of limitations civil procedure public order legal violation dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 16 of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 324 of the Code of Civil Procedure
Article 322 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 937 of the Civil Code
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 19/2005
First Instance Court of Thessaloniki Case 1611/2018
Court of First Instance of Thessaloniki Case 8876/2006
Court of First Instance of Thessaloniki Case 459/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1504 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1504/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο-Σπυρίδων Πανταζόπουλο-Εισηγήτή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Β., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευθυμίου Αναγνώστου που ανακάλεσε την από 25/10/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φαίδωνα Κεδίκογλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/4/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1611/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1972/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/12/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 31-12-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1972/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 28-3-2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 1611/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 1-4-2016 αγωγή του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 83.906,24 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής λόγω αδικοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 19/2005). Tο δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης, να αναφέρεται δε ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (ΑΠ 541/2014, 294/2014).

Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. 'Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.

Δεν δημιουργείται όμως δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 και επ. ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού, και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (για να αποτραπεί δεδικασμένο), κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 77/2009, 525/2008).

Για να είναι ορισμένος o λόγος αναίρεσης από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται ρητώς στο αναιρετήριο, ότι έγινε προβολή του ισχυρισμού περί δεδικασμένου και να καθορίζεται με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 563/3017, ΑΠ 1324/13).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 863/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσ/κης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, παραχθέντος από την ανωτέρω απόφαση ως προς την εγκυρότητα ή μη των επιδόσεων της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου, βάσει του οποίου διενεργήθηκε ο μετέπειτα ακυρωθείς πλειστηριασμός που αναφέρεται ως στοιχείο της ιστορικής βάσης της επίδικης αγωγής, και δεν υπάρχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου, αλλά το Εφετείο θεώρησε ότι ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται αλυσιτελώς εν όψει της υπ' αριθμ. 2268/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία επικύρωσε την υπ' αριθμ. 1947/2013 άλλη απόφαση του Εφετείου, η οποία ακύρωσε τον πλειστηριασμό.

Ταύτα ανεξάρτητα από το ότι η ως άνω απόφαση 863/2007 εκδόθηκε μεταξύ άλλων διαδίκων (της νυν αναιρεσείουσας ως επισπεύδουσας και της καθ' ης η εκτέλεση μη διαδίκου εδώ) και είχε άλλο αντικείμενο αντικείμενο (ακύρωση της υπ' αριθμ. 1199/2005 διαταγής πληρωμής). Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο αυτός λόγος αναίρεσης ήθελε θεωρηθεί, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ότι ενέχει αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ,, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ύπαρξης δεδικασμένου, είναι απαράδεκτος, διότι πρόκειται για μη ουσιώδη ισχυρισμό, αφού το διαγνωσθέν με την απόφαση που επικαλείται ο αναιρεσείων ζήτημα, δεν αποτελεί δεδικασμένο στην παρούσα υπόθεση και δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσει εφαρμογής του, ή δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρων 914 και 919 ΑΚ. Την αποζημίωση κατά τις ως άνω διατάξεις μπορεί να ζητήσει και ο υπερθεματιστής, όταν ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής διατελεί σε δόλο ή αμέλεια και είναι αυτός ο ζημιωθείς από την ακύρωση του πλειστηριασμού.

Κατά δε το άρθρο 937 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Η πενταετής παραγραφή στην περίπτωση αυτή της απαίτησης από την αδικοπραξία αρχίζει από τότε που εκδόθηκε η αμετάκλητη απόφαση που ακυρώνει τον πλειστηριασμό.

Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη ΑΚ 281.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 33/2005, ΑΠ 649/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλομένης απόφασης αυτή δέχθηκε τα εξής : "...Ειδικότερα (η εναγόμενη) επικαλείται ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της αδικοπραξίας και των επιζήμιων συνεπειών της, ήδη από 19-12-2006, οπότε και δημοσιεύθηκε η με αριθμ. 8876/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης (ασφαλιστικά μέτρα), που είχε κρίνει ότι οι ισχυρισμοί της καθ'ης Μ.

Μ. (μη διαδίκου εδώ καθ' ης η εκτέλεση) περί εξαπάτησής της, πιθανολογούνταν βάσιμοι, άλλως από την έκδοση της υπ' αριθμ. 41199/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης που ακύρωσε τον πλειστηριασμό. Ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας- εναγομένης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αξίωση του ενάγοντος κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2268/2014 αποφάσεως του Αρείου Πάγου που ακύρωσε τον πλειστηριασμό και μέχρι την άσκηση της επίδικης αγωγής που επιδόθηκε την 1-8-2016 δεν παρήλθε πενταετία.

Προ της έκδοσης της με αρ. 2268/2014 αποφάσεως του Αρείου Πάγου που ακύρωσε τον πλειστηριασμό ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ο γενόμενος πλειστηριασμός κατά της Μ. Μ. θα ακυρωνόνταν αμετάκλητα και κατ' αυτόν τον τρόπο θα προέκυπτε ζημία εις βάρος του". Στη συνέχεια η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη ως προς τον ισχυρισμό της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που πρότεινε η αναιρεσείουσα δέχθηκε τα εξής : "Η εναγομένη προς απόκρουση της εναντίον της αγωγής ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το επίδικο δικαίωμά του διότι και ο ίδιος ο ενάγων θεώρησε αβάσιμα τα όσα η καθ' ης η εκτέλεση ανέφερε περί εξαπάτησής της στην ανωτέρω ανακοπή και αντιδίκησε μ' αυτήν, ενώ μετά την έκδοση της με αριθμό 8876/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που δέχθηκε ως βάσιμους τους ισχυρισμούς της καθ' ης περί εξαπάτησής της, ο εναγόμενος ολιγώρησε μη ασκώντας έφεση κατά της απόφασης αυτής και τέλος μετά την υποβολή της με αριθμό ΒΜ ΣΤ 2006 Εγχ/459/20-6-2006 έγκλησής της και κατά του ενάγοντος περί εξαπάτησής της, ο τελευταίος δεν αντέδρασε στρεφόμενος κατά της εναγομένης λόγω εξαπάτησης και του ίδιου από την τελευταία.

Ο ισχυρισμός αυτός ως ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι τα περιστατικά αυτά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση της αγωγής εκ μέρους του ενάγοντας καταχρηστική. Ειδικότερα, η αντίκρουση από μέρους του ενάγοντος της ανακοπής της Μ. Μ. (ενν, ανακοπής κατά της εκτέλεσης που οδήγησε στην ακύρωση του πλειστηριασμού), η μη άσκηση έφεσης κατά της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής και η μη υποβολή έγκλησης περί εξαπάτησής του από την εναγομένη, μετά την υποβολή σχετικής έγκλησης από την καθ' ης η εκτέλεση και εναντίον του δεν συνιστούν από μόνες τους προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως μη νόμιμο, δεν έσφαλε γι' αυτό τα αντίστοιχα παράπονα της εκκαλούσας-εναγομένης, που εισάγονται με τον τρίτο λόγο της έφεσής της και αναφέρονται στην απόρριψη αυτού του ισχυρισμού, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και στη συνέχεια απέρριψε νόμω και ουσία την προβληθείσα ένσταση παραγραφής εκ του άρθρου 937 ΑΚ και ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή δέχθηκε αφενός ότι η επίδικη αξίωση δεν έχει υποπέσει στη πενταετή παραγραφή και αφετέρου ότι τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν εντάσσονται στο περιεχόμενο του κανόνος δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, ουδόλως παραβίασε σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, τις διατάξεις αυτές ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, όπως αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσής της, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-12-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1972/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ