Legislator Case Law & Legislation
1504/2018 AI generated

1504/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1504/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θήβας. Εκδόθηκε η 171/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/6/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 1/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1504/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, δεν αντιβαίνει ούτε στη διάταξη του άρθρου 20 §1 του Συντάγματος, στο μέτρο που η κατάταξη γενικών ειδικών προνομιούχων και εγχειρόγραφων δανειστών είναι ρητά καθορισμένη από το νόμο και με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρέχεται το δικαίωμα σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης (ΑΠ 1632/2017).

Keywords

AI generated
banking policy bank resolution cessation of insurance benefits economic crisis financial stability staggering of health insurance premiums
AI generated
1157/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
416/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
1028/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1188/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
952/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1504 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1504/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ - Ε.Φ.Κ.Α.", ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσιβλήτου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μωυσίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θήβας.

Εκδόθηκε η 171/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/6/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 1/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 171/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-11-2012 ανακοπής της αναιρεσείουσας κατά του 15.269/18-10-2012 πίνακα κατάταξης της Συμβολαιογράφου ... Γ. Ρ.. Σημειώνεται ότι νομίμως συνεχίζεται πλέον η δίκη από το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - ΕΦΚΑ" (άρθρο 31 § 5 Δ' Ν. 4445/2016).

Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου". Η αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο αυτό του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την επιβολή μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν ή επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, δημιουργουμένης διαφορετικά ανισότητας στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.

Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης.

Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί μεν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (Ολομ.

ΣτΕ 1286/2012, Ολομ. ΑΠ 24/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη".

Με τη διάταξη αυτή, ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία των συμβάσεων, προεχόντως, όπως αυτή εκφράζεται στο άρθρο 361 ΑΚ, η οποία, εκτός από την ελευθερία της σύναψης ή μη της σύμβασης και την ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου, περιλαμβάνει και την ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος).

Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ' εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (πρβλ.

Ολομ. ΑΠ 6/2015). Εξάλλου,, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, "η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσης, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα (Ολομ.

ΑΠ 40/1998). Όμως δεν έχει εφαρμογή η συνταγματική διάταξη περί προστασίας της ιδιοκτησίας (άρθρο 17 Συντ.), οσάκις με τα προνόμια θίγεται η, από το εμπράγματο δικαίωμα της υποθήκης, πηγάζουσα εξουσία προτίμησης (προνόμιο), καθόσον η συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας δεν επεκτείνεται και στα δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας, ώστε να καλύπτονται και οι με αυτές ασφαλιζόμενες ενοχικές απαιτήσεις.

Και τούτο γιατί η εμπράγματη ασφάλεια, ενεχυρική ή υποθηκική αποτελεί μεν και αυτή εμπράγματο δικαίωμα, δεν συνιστά όμως αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα, δηλαδή καθ' αυτό υφιστάμενο και υπάρχον, αλλά παρεπόμενο και εξαρτημένο, συνυφασμένο κατά την υπόστασή του προς την, δι' αυτού, εξασφαλιζόμενη ενοχική απαίτηση, την οποία προϋποθέτει και με την οποία συναποσβήνεται και τέλος δεν παρέχει εξουσία χρήσεως και καρπώσεως του πράγματος, αλλά δικαίωμα αξιοποιήσεως και δυνατότητα αποκτήσεως χρηματικής ποσότητας για ικανοποίηση αυτού προνομιακή με την εκποίηση του αντικειμένου της.

Η προστασία που παρέχεται με τις ανωτέρω διατάξεις δεν είναι απόλυτη, αφού είναι επιτρεπτή η επιβολή νομοθετικών περιορισμών, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικοτέρου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος. Όρος, όμως, της παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας.

Η αρχή αυτή, ως γενική αρχή του δικαίου, αναγνωριζομένη παγίως από τη νομολογία των δικαστηρίων, ως απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος 1975, αλλά και των άρθρων 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975, δια του από 6/17 Απριλίου 2001 Ψηφίσματος της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 αυτού, διέπει την όλη δημοσία δράση και δεσμεύει το νομοθέτη, το δικαστή και τη διοίκηση.

Όλα τα μέσα άσκησης της κρατικής εξουσίας, ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήρια της, να είναι δηλαδή α) κατάλληλα, ήτοι πρόσφορα για την πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού, β) αναγκαία, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό και τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικά, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχόμενης εξ αυτών βλάβης. ( Ολομ.

ΑΠ 1/2015). Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κατοχυρώνεται το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας και της δίκαιης δίκης, οι διατάξεις δε αυτές δεν αποκλείουν τη θέσπιση από τον κοινό νομοθέτη κανόνων και προϋποθέσεων, που να περιορίζουν την άνω προστασία, εφ' όσον οι προϋποθέσεις αυτές συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, δεν υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων συνεπάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας.

Εξάλλου, η μακρόχρονη διατήρηση της ισχύος ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, δεδομένου ότι ένας γενικός περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας, στηριζόμενος σε μόνο το επισφαλές κριτήριο του ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων χαρακτήρα μιας υφισταμένης ρύθμισης θα κατέληγε, ενόψει της ευρύτητάς του, στη διαιώνισή της και θα οδηγούσε, περαιτέρω, στην παράλυση της δράσης του νομοθέτη και στη ματαίωση της, κατά το Σύνταγμα, αποστολής του να ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις, σύμφωνα με τις επιταγές του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες και, ειδικότερα, να ασκεί την παρεχομένη σε αυτόν ευχέρεια κατά την εφαρμογή του κρατικού οικονομικού προγραμματισμού (ΣτΕ 490/2000).

Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (ΣτΕ 493/2015).

Εξάλλου, η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε το έτος 2010 να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής σε στενή συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.), δεδομένου ότι ναι μεν η Ελληνική Δημοκρατία, ως κράτος - μέλος της Ευρωζώνης, οφείλει να κινείται εντός των δημοσιονομικών δεικτών που προβλέπονται στο άρθρο 126 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) και στο προσαρτημένο στις Συνθήκες υπ' αριθμ. 12 Πρωτόκολλο, ήτοι το προβλεπόμενο ή υφιστάμενο έλλειμμά της και το δημόσιο χρέος της δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 3% και το 60% αντιστοίχως του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (Α.Ε.Π.), πλην όμως οι αποκλίσεις της ελληνικής οικονομίας από αυτούς τους δημοσιονομικούς δείκτες έγιναν υπερβολικές το έτος 2009 και οδήγησαν σε συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της.

Ακολούθησε η ψήφιση του Ν. 3863/2010 "Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις", με το άρθρο 41 § 1 του οποίου τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό ορίζονται τα εξής: "Στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του Ν.1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α') υπάγονται και οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.

Η περίπτωση 6 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 16 του ν. 2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α'), καταργείται, αναριθμουμένων των επομένων περιπτώσεων". Στην Αιτιολογική Έκθεση του νόμου αυτού αναφέρονται σχετικά με τη συγκεκριμένη διάταξη τα εξής: "Κατά το άρθρο 975 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α'), οι απαιτήσεις των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον προέκυψαν μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης κατατάσσονται προνομιακά στην έκτη τάξη των προνομίων του ανωτέρω άρθρου.

Από την ανωτέρω σειρά κατάταξης δημιουργούνται πολλά οικονομικά προβλήματα στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, των οποίων κύρια πηγή εσόδων αποτελούν οι εισφορές εργαζόμενων και εργοδοτών, με δεδομένο οι απαιτήσεις τους να ικανοποιούνται σπανίως, εφόσον προηγούνται οι απαιτήσεις των υπολοίπων προνομιούχων δανειστών.

Η αποστέρηση των ασφαλιστικών εισφορών από τους οικείους φορείς έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής η πληρωμή των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία τους παροχών (ασθένειας και σύνταξης) στους ασφαλισμένους και συνταξιούχους τους. Ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του μεγαλύτερου ασφαλιστικού φορέα μισθωτών της χώρας, όπου, σύμφωνα με την νομοθεσία που το διέπει, οι ασφαλιστικές εισφορές αποτελούν προέκταση του μισθού, του κοινωνικού καλούμενου μισθού και ως εκ τούτου, πρέπει να καταβάλλονται υπέρ του Ιδρύματος μαζί με το μισθό.

Η αρχή αυτή διατυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του Α.Ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α') και διαπνέει το σύνολο των διατάξεών του, που επιβάλλουν αυστηρές κυρώσεις σε όσους καθυστερούν την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Η κατάταξη των απαιτήσεων του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ (όπως και των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών) στην 6η θέση των προνομίων έχει το αποτέλεσμα να ικανοποιούνται σπανίως οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η εκπλήρωση της αποστολής του Ιδρύματος (πληρωμή συντάξεων και λοιπών παροχών προς τους ασφαλισμένους), με δεδομένο ότι κατά ρητή επιταγή του νόμου (άρθρο 26 παρ. 7 του Α.Ν. 1846/1951 - ΦΕΚ 179 Α'/21-6-1951) η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη, δεν συνεπάγεται για τον ασφαλισμένο στέρηση ή μείωση των δικαιωμάτων του σε παροχές.

Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η υπαγωγή στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (δηλαδή μαζί με τις απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και των αποζημιώσεων λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας) και των απαιτήσεων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, ώστε αυτές να ικανοποιούνται συμμέτρως με τις απαιτήσεις των εργαζομένων".

Ενόψει όλων αυτών, οι διατάξεις των άρθρων 41 παρ. 1 και 5 Ν. 3863/2010 και 56 και 72 παρ. 5 Ν. 3994/2011, με τις οποίες τροποποιήθηκαν τα άρθρα 975 και 977 ΚΠολΔ, δεν αντιβαίνουν στο Σύνταγμα και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 5 παρ.1, 17 παρ.1, 20 παρ.1, 25 παρ.1, στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών Δικαιωμάτων, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς και στις συνταγματικές αρχές της νομικής ασφάλειας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.

Τούτο διότι η ένταξη με αυτές του προνομίου των απαιτήσεων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης στην τρίτη τάξη των γενικά προνομιούχων δανειστών, εφόσον προέκυψαν μέχρι τον πλειστηριασμό ή την κήρυξη της πτώχευσης και η ικανοποίησή τους πριν από τη διαίρεση του πλειστηριάσματος στα ποσοστά του 1/3 και των 2/3, κατ` άρθρο 977 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που συντρέχουν με απαιτήσεις ενυπόθηκων ή και προσημειούχων δανειστών, έστω και εάν οι απαιτήσεις των τελευταίων έχουν γεννηθεί και ασφαλισθεί με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης πριν από την άνω νομοθετική μεταβολή, αποτελεί ρύθμιση, που εισάγεται με νόμο απρόσωπο, η οποία επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος και όχι από απλό ταμειακό συμφέρον.

Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί απρόσφορη ούτε μη αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν, δεδομένου ότι πριν την τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 975 ΚΠολΔ, δημιουργούντο, κατά τα προαναφερόμενα, στην πράξη σοβαρά οικονομικά προβλήματα στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων κύρια πηγή εσόδων αποτελούν οι εισφορές εργαζόμενων και εργοδοτών, με αποτέλεσμα να είναι δυσχερής η εκπλήρωση της αποστολής τους, που συνίστατο στην καταβολή συντάξεων και άλλων παροχών στους ασφαλισμένους τους, ούτε δημιουργείται ανισότητα όμοιων περιπτώσεων διότι δεν πρόκειται για όμοιες περιπτώσεις, εφόσον στη μία περίπτωση υπάρχουν προνομιακές απαιτήσεις και στην άλλη όχι.

Τέλος, δεν αντιβαίνει ούτε στη διάταξη του άρθρου 20 §1 του Συντάγματος, στο μέτρο που η κατάταξη γενικών ειδικών προνομιούχων και εγχειρόγραφων δανειστών είναι ρητά καθορισμένη από το νόμο και με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρέχεται το δικαίωμα σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης (ΑΠ 1632/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθΜ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Με τον μοναδικό προβαλλόμενο λόγο ανακοπής, η ανακόπτουσα τραπεζική εταιρία ισχυρίζεται ότι με την υπ' αριθμ. 15516/6/6/2012 έκθεση πλειστηριασμού ακινήτου της Συμβολαιογράφου ...

Γ. Ρ., εκπλειστηριάσθηκε στα ... ακίνητο,....κυριότητας του οφειλέτη Δ. Γ. του Χ., με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει ... και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Ότι το ακίνητο αυτό κατακυρώθηκε υπέρ της επισπεύδουσας ως άνω τραπεζικής εταιρίας, αντί πλειστηριάσματος 83.526 ευρώ.

Ότι η ανακόπτουσα αναγγέλθηκε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο προκειμένου να καταταγεί προνομιακά ως προσημειούχος δανείστρια, για το ποσό των 88.312,51 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων, ανατοκισμών, λοιπών εξόδων και τελών. Ότι η απαίτησή της, κατά το ως άνω ποσό, προέρχεται από καταγγελθείσα μεταξύ αυτής και του ως άνω οφειλέτη δανειακή σύμβαση, εκδοθείσας της υπ' αριθμ. ..604/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εν συνεχεία εξιστορείται ότι η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος το οποίο μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης ανήλθε στο ποσό των 74.988,25 ευρώ, συνέταξε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης. Ότι οι απαιτήσεις της ανακόπτουσας ανέρχονται στο ποσό των 88.312,51 ευρώ, ενώ οι απαιτήσεις του καθ' ου η ανακοπή (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) από οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές, για την ικανοποίηση των οποίων αναγγέλθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ανέρχονται στο ποσό των 467.804,96 ευρώ.

Ότι η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, εφαρμόζοντας το άρθρο 41 του Ν. 3863/2010 βάση του οποίου οι απαιτήσεις των ασφαλιστικών οργανισμών κατατάσσονται πλέον στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων και μάλιστα χωρίς να ακολουθείται η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε 1/3 και 2/3, κατέταξε προνομιακά και οριστικά το καθ' ου η ανακοπή, για το ποσό των 74.988,25 ευρώ, ενώ δεν κατέταξε καθόλου την ανακόπτουσα.

Με βάση του ισχυρισμούς της τελευταίας, ο ως άνω νόμος που αναβάθμισε τις απαιτήσεις των ασφαλιστικών οργανισμών στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4, 17, 25 παρ. 3 του Συντάγματος και άρα θα έπρεπε να ισχύει το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, βάση του οποίου οι ως άνω απαιτήσεις κατατάσσονταν στην έκτη τάξη και ακολουθείτο διαίρεση του πλειστηριάσματος σε 2/3 υπέρ των ενυπόθηκων δανειστών και 1/3 υπέρ των γενικώς προνομιούχων (άρθρο 975 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την εφαρμογή των νόμων 3863/2010 και του άρθρου 19 παρ. 10 του Ν. 4055/2012).

Πλην όμως, με βάση τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι αιτιάσεις της ανακόπτουσας περί αντισυνταγματικότητας κρίνονται αβάσιμες μιας και η δεινή οικονομική κατάσταση, στην οποία βρίσκονται τα τελευταία έτη οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και ιδίως το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το οποίο συνεχώς αντιμετωπίζει τον κίνδυνο μη πληρωμής των οφειλομένων συντάξεων και λοιπών ασφαλιστικών παροχών στους ασφαλισμένους του, (οι οποίοι αριθμητικά αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό των ασφαλισμένων στην ελληνική επικράτεια), επιβάλλει την προνομιακή αντιμετώπισή του στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης, σε σχέση με τους λοιπούς ιδιώτες πιστωτές, (ιδίως πιστωτικά ιδρύματα), τα οποία, προ του κινδύνου μη πληρωμής συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών, οι οποίες έχουν εν γένει μισθολογικό χαρακτήρα και προς αποφυγή οικονομικού μαρασμού των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων (συνταξιούχοι - μισθωτοί), μοιραία θα υποστούν τον κίνδυνο του, κυρίως κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, υπερτροφικού δανεισμού επιχειρήσεων και καταναλωτών, χωρίς μάλιστα προηγούμενο επιστάμενο έλεγχο της εισοδηματικής τους κατάστασης και κυρίως χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον για την πραγματική δυνατότητα αυτών να ανταποκριθούν στις ανειλημμένες υποχρεώσεις τους, πρακτική η οποία δυστυχώς αναδεικνύει σήμερα τις άκρως δυσάρεστες επιπτώσεις της.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος...". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών απέρριψε την ένδικη ανακοπή. Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και κατά τα τρία σκέλη του και τέταρτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το αρθρ. 559 αριθμ, κατ' εκτίμηση μόνο, 1 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 41 Ν. 3863/2010, δέχθηκε ότι αυτή δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, με την παραπάνω κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε ορθή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 41 Ν. 3863/2010, δεχθείσα ότι αυτή δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, κατά την οποία χωρεί αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 και 341 § 2 του ίδιου Κώδικα, σαφώς προκύπτει, ότι "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη ιδρύει λόγο αναίρεσης, είναι οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάλυση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος ή του προβαλλόμενου με ένσταση τοιούτου, όχι δε και ισχυρισμοί, που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου ή στο ανίσχυρο τούτου, γιατί προσκρούει σε διάταξη του Συντάγματος (ΑΠ 179/2002).

Επομένως, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, κατά τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προέβαλε η αναιρεσείουσα περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 41 Ν. 3863/2010, είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, του οποίου η νομική του υπηρεσία στην προκειμένη περίπτωση δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (πρβλ.

άρθρο 31 § 5 Δ' Ν. 4445/2016), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Ιουνίου 2015 αίτηση της Τράπεζας ... για αναίρεση της 171/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου