1504/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1504/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 946 του Α.Κ. "Η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται, όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το πενταετές χρονικό διάστημα, εντός του οποίου είναι ενεργή η αξίωση για διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, αποτελεί παραγραφή, κατά την έννοια των άρθρων 247 επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1504 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1504/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας που φέρει την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζύγου Π. Α., το γένος Ι. Λ., 2) Σ. Α. του Π., 3) Π. Α. του Π., 4) Ν. Π. Α. και 5) Π. Ν. Α., απάντων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λένη, ο οποίος στο σημείο αυτό δήλωσε στο ακροατήριο ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, Ε. Α., τελεί σε δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπείται από την ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, Σ. Α..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-1993 αγωγή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5581/1994 του ίδιου Δικαστηρίου, 10673/1998 του Εφετείου Αθηνών, το οποίο ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών προς περαιτέρω έρευνα, 6003/2000 μη οριστική και 4379/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1721/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 27-3-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 946 του Α.Κ. "Η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται, όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το πενταετές χρονικό διάστημα, εντός του οποίου είναι ενεργή η αξίωση για διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, αποτελεί παραγραφή, κατά την έννοια των άρθρων 247 επ.
Α.Κ (Α.Π. 1885/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 του ν. 4139/2013, και ισχύει από 20-3-2013 "1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2.
Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3.
Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής : Η ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυμη τραπεζική με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", με την ένδικη (από 1-10-1993) αγωγή της ισχυρίστηκε ότι δυνάμει συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό χορήγησε στην πιστούχο, εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", πίστωση ποσού 170.500.000 δραχμών, με την εγγύηση της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου).
Οι τηρηθέντες για την εξυπηρέτηση της πιστώσεως λογαριασμοί, έκλεισαν από την αναιρεσείουσα, την 11-2-1992, με συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο 219.062.636 δραχμές, το οποίο γνωστοποιήθηκε νομίμως στην πιστούχο και τους εγγυητές, καλουμένους συγχρόνως προς εξόφλησή του. Επακολούθησε, κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσειούσης η έκδοση της υπ' αριθμ. 4154/1992 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν, η πιστούχος και οι εγγυητές να καταβάλουν σ' αυτήν νομιμοτόκως το προαναφερόμενο χρεωστικό κατάλοιπο των κλεισθέντων λογαριασμών, αντίγραφο δε εξ απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή του ανωτέρω ποσού επιδόθηκε μεταξύ άλλων και στην εγγυήτρια πρώτη εναγομένη.
Η τελευταία γνωρίζοντας την ύπαρξη του ληξιπρόθεσμου , ως άνω, χρέους και επιδιώκοντας να καταστήσει ανέφικτη την ικανοποίησή του, α) με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, που μεταγράφηκε νομίμως, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, στα τέκνα της, δευτέρα, τρίτη και τέταρτο των εναγομένων (ήδη δευτέρα, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων) ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητος του υπό στοιχ.
Β-2 διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην ... και το 1/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα της ψιλής κυριότητος ενός αγροτικού ακινήτου, έκτασης 43.000 τμ, στη θέση ... της κοινότητος ... συνολικής αξίας 44.221.629 δραχμών και β) με το με αριθμό ... διανεμητήριο συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, συμβλήθηκε με τους προειρημένους ψιλούς κυρίους του ανωτέρω αγροτικού ακινήτου και τον εναγόμενο, (ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο), σύζυγο της και συγκύριο του ακινήτου αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και προέβη στη διανομή τμήματος του ακινήτου αυτού, εκτάσεως 26.879 τμ, με τη διανομή δε αυτή ο μέχρι τότε κατά το ήμισυ συγκύριος πέμπτος εναγόμενος έλαβε κατά πλήρη κυριότητα διακεκριμένο τμήμα, έκτασης 13.092 τμ, οι δε λοιποί εναγόμενοι, έλαβαν κατά ψιλή κυριότητα διακεκριμένα τμήματα, εκτάσεως 4.580, 4.313 και 4199 τμ, ο καθένας αντιστοίχως, ενώ η πρώτη εναγομένη έλαβε την επικαρπία των άνω διακεκριμένων τμημάτων και ότι μετά τις απαλλοτριώσεις αυτές, η πρώτη εναγομένη στερείται από κάθε άλλη περιουσία, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ικανοποίηση της απαιτήσεως της εναγούσης, ενώ οι λοιποί εναγόμενοι ως συγγενείς της (τέκνα και σύζυγος) τεκμαίρεται ότι εγνώριζαν ότι οι ως άνω απαλλοτριώσεις έγιναν με σκοπό βλάβης της.
Εζήτησε δε κατόπιν αυτού με την αγωγή τη διάρρηξη των προαναφερομένων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών (γονικής παροχής και διανομής) ως καταδολιευτικών. Επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη αρχικώς η υπ' αριθμ. 5581/1994 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε αυτήν ως αόριστη. Η απόφαση αυτή, κατά παραδοχήν της εφέσεως της εναγούσης, εξηφανίσθη με την υπ' αριθμ. 10673/1998 απόφαση του Εφετείου, με οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και αναπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε αρχικώς μεν την υπ' αριθμ. 6003/2000 περί αποδείξεων απόφασή του , εν συνεχεία δε την υπ' αριθμ. 4379/2010 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή, λόγω παραγραφής εν επιδικία της ενδίκου αξιώσεως, κατά παραδοχήν σχετικής ενστάσεως των εναγομένων.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκε έφεση από την ενάγουσα, η οποία απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση. Στην απόφασή του δε αυτή το Εφετείο διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "...Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι από την τελευταία διαδικαστική πράξη, ήτοι την εξέταση μάρτυρα επί των θεμάτων της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα στις 26-4-2004 μέχρι την επίδοση της κλήσης για την μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, στις 13-5-2009, παρήλθε πενταετία, χωρίς να μεσολαβήσει άλλη διαδικαστική πράξη, με συνέπεια την παραγραφή της σχετικής αξίωσης.
Ήδη, η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της παραπονείται για την παραδοχή της ένστασης αυτής, επικαλούμενη ότι, α) η αφετηρία της παραγραφής είναι το τέλος του έτους 2004, εντός του οποίου έλαβε χώρα η τελευταία διαδικαστική πράξη της εξέτασης μάρτυρα, β) τη διακοπή της παραγραφής επιφέρει η κατάθεση της κλήσης και όχι η επίδοση αυτής, χωρίς, όμως, να επικαλείται το χρόνο κατάθεσης της κλήσης και γ) η ματαίωση των διεξαγωγών, που συντελέστηκε στις 27-9-2004 αποτελεί διαδικαστική πράξη, αφετηρία νέας παραγραφής.
Οι άνω υπό στοιχ. α' και γ' ισχυρισμοί της εκκαλούσας είναι μη νόμιμοι, καθόσον..., η αφετηρία της νέας παραγραφής αρχίζει αμέσως μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη, που είναι η εξέταση του μάρτυρα και όχι από τέλος του έτους, εντός του οποίου έλαβε χώρα αυτή, ενώ η ματαίωση (της εξέτασης μάρτυρα κατά το στάδιο των διεξαγωγών), σύμφωνα με το άρθρο 260 παρ. 2 ΑΚ, όπως ίσχυε, δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη.
Περαιτέρω, ως προς τον άνω υπό στοιχ. β ισχυρισμό, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η τελευταία διαδικαστική πράξη, που αποτελεί αφετηρία της παραγραφής είναι η εξέταση του μάρτυρα των εναγομένων ενώπιον της ορισθείσας ως εισηγήτριας Δικαστή...., η οποία έλαβε χώρα στις 26-4-2004.
Κατά τον χρόνο αυτό αναβλήθηκε η εξέταση των μαρτύρων για τις 5-10-2004, οπότε και ματαιώθηκε.... Ακολούθως, η υπόθεση επανήλθε για μεταπόδειξη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την από 14-4-2009 κλήση της ενάγουσας - εκκαλούσας, η οποία, όπως προκύπτει, από το δικόγραφο της, κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 11-5-2009.
Έτσι, όμως, από τις 26-4-2004, που έλαβε χώρα η τελευταία διακοπτική της παραγραφής διαδικαστική πράξη μέχρι στις 11-5-2009, που έγινε η κατάθεση της κλήσης για τη μεταπόδειξη συζήτηση, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και άρα η αξίωση της ενάγουσας, έχει παραγραφεί ...Το πρωτοβάθμιο, επομένως Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο την ένσταση παραγραφής, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την παρούσα (534 ΚΠολΔ), ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτως υποστηριζομένων από την εκκαλούσα...".
Έτσι κρίνοντας παρεβίασε ευθέως, με την μη εφαρμογή του, το άρθρο 261 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 του ν. 4139/2013, και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 3 αυτού, κατά την οποία η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, όπως είναι και η παρούσα. Κατ' εφαρμογήν δε του ανωτέρω άρθρου και δη της διατάξεως της παραγράφου 2 αυτού η ένδικη αξίωση δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, συμπληρωθείσα εν επιδικία, καθόσον η αφετηρία της συγκεκριμένης παραγραφής, με βάση τη διάταξη αυτή τοποθετείται έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και στην προκειμένη περίπτωση την 26-10-2004, αφού η τελευταία διαδικαστική πράξη (εξέταση μάρτυρος) έλαβε χώρα, κατά την προσβαλλομένη απόφαση, την 26-4-2004. Από την ανωτέρω ημερομηνία όμως (26-10-2004) μέχρι την επίδοση της κλήσεως προς μετ' απόδειξη συζήτηση που ήταν η επομένη διαδικαστική πράξη, η οποία και διέκοψε την εν επιδικία διαδραμούσα παραγραφή και έλαβε χώρα την 13-5-2009, δεν παρήλθε πενταετία, και συνεπώς η ένδικη αξίωση δεν υπέκυψε σε παραγραφή και συνεπώς η σχετική ένταση των εναγομένων έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τον μοναδικό και βάσιμο, ως άνω, λόγο της, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Επί πλέον δε, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι , ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τελευταίας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. της υπ' αριθμ. 1721/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 28η Ιουνίου 2017. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριο του την 6η Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ