1504/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 20847/21-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24165/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2219/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-3-2011 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1504/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και κατ' ορθή εκτίμηση και παραδεκτή, κατά το άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ, συμπλήρωση αυτού από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη, και από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και με τον δεύτερο, υπό στοιχ. στ' λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης, από το δικάσαν Εφετείο, των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 929 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1504 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1504/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΟΣ ΑΕΑΖ", της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σαράντη Τόλια και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 20847/21-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24165/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2219/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-3-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 17-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά τον πρώτο και δεύτερο, κατά το τελευταίο μέρος αυτού και την απόρριψη κατά τους λοιπούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας, ως μιας εκ των προϋποθέσεων, για την ευθύνη αποζημίωσης, εξ αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν το ζημιογόνο γεγονός υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους, για την επέλευση του επιζήμιου αποτελέσματος, συνιστά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση και δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ, αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση περί του εάν τα κυριαρχικώς δεχθέντα, από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, θεωρούνται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως "πρόσφορος αιτία" επέλευσης της ζημίας, διότι αυτή είναι έννοια νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, στο δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Περαιτέρω, ο από το αρθρ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης, ο από το αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και κατ' ορθή εκτίμηση και παραδεκτή, κατά το άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ, συμπλήρωση αυτού από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη, και από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και με τον δεύτερο, υπό στοιχ. στ' λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης, από το δικάσαν Εφετείο, των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 929 εδ.
α' ΑΚ, καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σχετικά με το αιτούμενο από τον ενάγοντα-νυν αναιρεσίβλητο και επιδικασθέν κονδύλιο, για την απώλεια εισοδημάτων, (διαφορά μεταξύ μισθού και σύνταξης) εξ αιτίας της εκ του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, υποχρέωσής του να συνταξιοδοτηθεί.
Επίσης, με τον δεύτερο, κατά τα λοιπά σκέλη αυτού, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των ίδιων ως άνω διατάξεων και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, ένεκα ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών (άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), σχετικά με τα αιτούμενα από τον ενάγοντα-νυν αναιρεσίβλητο και επιδικασθέντα κονδύλια, για απώλεια αποδοχών του, ένεκα του τραυματισμού του, που προκλήθηκε κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, για το χρονικό διάστημα από 13-6-2007 (επομένη της ημέρας του ατυχήματος) μέχρι 6-3-2008 (ημερομηνία έναρξης της καταβολής της σύνταξής του).
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το ζήτημα αυτό: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συνεπεία του ένδικου ατυχήματος τραυματίστηκε ο ενάγων, ο οποίος διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου αριστερά και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (εσωτερική οστεοσύνθεση) με πλάκα στήριξης, βίδες και χρήση μοσχευμάτων.
Νοσηλεύτηκε εκεί από 12-6-2007 μέχρι 22-6-200, οπότε εξήλθε με οδηγίες για λήψη φαρμακευτικής αγωγής και υποβολή του σε κατ' οίκον φυσικοθεραπείες, κινητοποίηση χωρίς φόρτιση του αριστερού του σκέλους, στο οποίο έπρεπε να φέρει λειτουργικό μηροκνημικό νάρθηκα, ρυθμιζόμενο σε κάμψη-έκταση, χρήση βακτηριών μασχάλης και υποβολή σε τακτικούς ιατρικούς επανελέγχους.
Πριν από το ατύχημα, ο ενάγων εργαζόταν ως μόνιμος υπάλληλος του Πυροσβεστικού Σώματος στη 2η Ειδική Μονάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών (Ε.Μ.Α.Κ.) Θεσσαλονίκης, με το βαθμό του Αρχιπυροσβέστη, και οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του (στις οποίες περιλαμβάνονταν και τα επιδόματα) ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 2.518,60 ευρώ.
Λόγω του προαναφερθέντος τραυματισμού του κατέστη ανίκανος να εργαστεί το χρονικό διάστημα από 13-6-2007 (επομένη ημέρα επέλευσης ατυχήματος) μέχρι την 6-3-2008 (ημέρα έναρξης πληρωμής της σύνταξής του) καθόσον αρχικά λάμβανε αναρρωτικές άδειες και συγκεκριμένα μέχρι την 31-10-2007 και στη συνέχεια επειδή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις επίπονες απαιτήσεις του επαγγέλματος του πυροσβέστη της ΕΜΑΚ και της εν γένει αδυναμίας του να επανέλθει στην εν λόγω μάχιμη υπηρεσία υποχρεώθηκε τον Νοέμβριο του 2007 να υποβάλλει αίτηση συνταξιοδότησης που έγινε δεκτή και με την υπ' αριθμ. 63248 Φ20013/8-11-2007 απόφαση του αρχηγού ανακοινώθηκε η απόλυση του από τις τάξεις του πυροσβεστικού Σώματος, ενώ σύμφωνα με την με αριθμ 1248012008 συνταξιοδοτική πράξη, συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του επιπυραγού και του χορηγήθηκε σύνταξη ανερχόμενη στο ποσό των 1.357,17 ευρώ μηνιαία, με ημερομηνία έναρξης την 6-3-2008.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων θα συνέχιζε με βεβαιότητα να μετέρχεται το επάγγελμα του μάχιμου πυροσβέστη της ΕΜΑΚ για μία επιπλέον πενταετία, πέραν του χρόνου συνταξιοδότησης του αποκερδαίνοντας το μέσο μηνιαίο εισόδημα των 2.518,60 € και με δεδομένη επίσης την πλήρη αδυναμία του να μετέλθει το εν λόγω επίπονο επάγγελμα, και την κατά συνέπεια αναγκαστική διακοπή της εργασίας του και την πρόωρη συνταξιοδότηση του, και λαμβάνοντας, ως μηνιαία σύνταξη το ποσό των 1.357,17 €, γεγονός που συνεπάγεται τον περιορισμό του αποκερδαινόμενου εισοδήματός του κατά το ποσό των (2.518,60-1.357,17) = 1.161,43 € μηνιαίως, η ελάχιστη μηνιαία αποθετική του ζημία από αυτή την αιτία θα ανέλθει στο εν λόγω ποσό των 1.161,43 € μηνιαίως και ετησίως στο ποσό των (1.161,43 € μηνιαίως Χ 14 μήνες - συμπεριλαμβανομένων των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ως και του επιδόματος αδείας) = 16.260 €, ενώ η συνολική ζημία την οποία θα υποστεί για το πενταετές χρονικό διάστημα από τις 6-3-2008 (ημερομηνία έναρξης πληρωμής της συντάξεώς του) μέχρι τις 6-3-2013, κατά το οποίο, ως προελέχθη, θα συνέχιζε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Πυροσβεστικό Σώμα, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (16.260 Χ 5 έτη) = 81.300 €.
Επιπροσθέτως, πέραν της ανωτέρω αποθετικής του ζημίας, η αναγκαστική πρόωρη συνταξιοδότηση του επέφερε σημαντική μείωση του ποσού που δικαιούται από την υπηρεσία του, ως εφάπαξ και ειδικότερα από αυτή την αιτία υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 15.000 €, αφού, αντί του ποσού των 75.000 € που θα λάμβανε ως εφ' άπαξ, εάν συνταξιοδοτούνταν κανονικά, δικαιούται πλέον να λάβει το συνολικό ποσό των 60.000 € (βλ.
προσκομιζόμενες σχετικές αποφάσεις του ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων και του Διευθυντή του επικουρικού Ταμείου υπαλλήλων του Πυροσβεστικού Σώματος).
Συνεπώς, η αποθετική ζημία την οποία υπέστη ο ενάγων εξαιτίας της αναγκαστικής προώρου συνταξιοδοτήσεως του για το πενταετές χρονικό διάστημα από της ενάρξεως της πληρωμής της συντάξεως του (6-3-2008 έως 6-3-2013) ανέρχεται στο ποσό των (81.300 + 15.000) = 96.300 ευρώ".
Ακολούθως, έκρινε ως βάσιμο κατ' ουσία το ως άνω αιτούμενο με την αγωγή κονδύλιο, στο οποίο αναφέρεται ο πρώτος λόγος αναίρεσης. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, εστέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπάρκειας και ασάφειας αιτιολογιών, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων και συγκεκριμένα ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του, εκ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, προκληθέντος τραυματισμού του ενάγοντα και της συνταξιοδότησης αυτού.
Ειδικώτερα, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 13-6-2007 (επομένη της ημέρας του ατυχήματος, μέχρι την 6-3-2008 (ημέρα έναρξης πληρωμής της σύνταξής του) και επειδή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις επίπονες απαιτήσεις του επαγγέλματος του πυροσβέστη της ΕΜΑΚ, υποχρεώθηκε, τον Νοέμβριο του 2007, να υποβάλει αίτηση συνταξιοδότησης και στη συνέχεια καταλήγει ότι είναι επιδικαστέο το αιτούμενο κονδύλιο της διαφοράς μεταξύ μισθού και σύνταξης, για το μετά τη συνταξιοδότησή του αιτούμενο χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών, χωρίς όμως ουδόλως να αναφέρεται και να διευκρινίζεται εάν ο περιγραφόμενος εκ του ατυχήματος τραυματισμός του κατέλειπε σ' αυτόν μόνιμο πρόβλημα υγείας (ποίο ακριβώς και σε ποιο ποσοστό) και σε καταφατική απάντηση εάν το πρόβλημα αυτό δικαιολογεί την μόνιμη ανικανότητά του για εργασία, για το επάγγελμα που ασκούσε ή αντίθετα, εάν οι εκ του τραυματισμού του συνέπειες (και ποιες ακριβώς) ήταν ιάσιμες και αποκαταστατέες και εάν ναι σε πόσο χρονικό διάστημα μετά το ατύχημα.
Επομένως, το δικαστήριο υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, που αποδίδεται με τον πρώτο και με τον δεύτερο, κατά το τελευταίο σκέλος αυτού, λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι.
Μετά απ' αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, δηλαδή, (μόνο) κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά το αιτούμενο κονδύλιο της αποθετικής ζημίας, λόγω της πρόωρης συνταξιοδότησης του ενάγοντα (διαφορά μεταξύ μισθού και σύνταξης), να παραπεμφθεί στη συνέχεια η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο για να είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 520 παρ.3 ΚΠολΔικ), και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται, την υπ' αριθμ. 2219/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, στο ίδιο Εφετείο, για περαιτέρω εκδίκασή της από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ