Legislator Case Law & Legislation
1504/2011 AI generated

1504/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1504/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1504/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙV. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., θέτει γενικό κανόνα, με τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως αν αυτός στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά εισάγει και εξαίρεση, αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που εκεί περιοριστικά αναφέρονται.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1504 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1504/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. χας Π. Θ., το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύριο Ευσταθόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 422/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 939/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 9-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν εκλητεύθη νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 2740Γ'/15.3.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Ηλείας Μ. Δ., την οποία προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την στην αρχή της παρούσης αποφάσεως αναφερομένη δικάσιμο ( 6/4/2011) επεδόθη, με την επιμέλεια της αναιρεσειούσης, η οποία διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Αργυρίου Ευσταθοπούλου επισπεύδει την συζήτηση, στον αναιρεσίβλητο. Πλην όμως αυτός, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά την συζήτηση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο διότι αν η έφεση γίνει δεκτή η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Μόνον εάν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Και τούτο γιατί η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε με την έκδοση της απορριπτικής εφετειακής αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της υπ' αριθμ. 422/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, όσο και κατά της υπ' αριθμ. 939/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, δια της οποίας έγινε τυπικά δεκτή η έφεση της εναγομένης και νυν αναιρεσειούσης κατά του ενάγοντος και νυν αναιρεσιβλήτου κατά της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως και το Εφετείο, μετά την τυπική παραδοχή της εν λόγω εφέσεως, υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως. Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙΙ. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητος εσφαλμένα έκρινε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο,, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον, όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχές της καθ' ύλην αρμοδιότητος ή αναρμοδιότητος αυτού του ιδίου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ, στην καθ ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ ΑΠ 3/1991, 30/1995.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 939/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που δίκασε επί εφέσεως αυτής κατά της υπ' αριθμ. 422/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, την αιτίαση από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πράγματι όμως από τον αριθμό 5 του ιδίου άρθρου, όπως εκτιμάται, κατ' ορθή υπαγωγή του στον λόγο αυτό διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος, συνισταμένη στο ότι εσφαλμένως το Εφετείο δεν εδέχθη την καθ' ύλην αναρμοδιότητα του εις πρώτον βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου. Η προβαλλομένη, όμως, αυτή αιτίαση, μη αναφερομένη σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικώς με την ιδική του αρμοδιότητα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

ΙV. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., θέτει γενικό κανόνα, με τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως αν αυτός στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά εισάγει και εξαίρεση, αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που εκεί περιοριστικά αναφέρονται.

Ο λόγος όμως ότι η αγωγή είναι αόριστη δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις αυτές. Έτσι, η ποσοτική και η νομική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, και ελέγχονται αναιρετικώς η μεν πρώτη από το άρθρο 559 αρ.14 σε συνδυασμό με τον αρ.8 Κ.Πολ.Δ. και η δευτέρα από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, για να στηρίξουν επαρκώς τους από τις διατάξεις αυτές προβλεπομένους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ..

Νομίμως δε θεωρείται, ότι έχει προταθεί ο περί αοριστίας ισχυρισμός από τον εναγόμενο εκκαλούντα μόνο διά του δικογράφου της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων ή και διά των προτάσεων μόνον όμως στις ειδικές διαδικασίες, στις οποίες είναι παραδεκτή η άσκηση των προσθέτων λόγων εφέσεως και με τις προτάσεις, και δια να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί να διαλαμβάνει απλώς ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για την στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, ελλείψεις.

Σε κάθε όμως περίπτωση για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, γιατί το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, να αναφέρονται στο έγγραφο της αναιρέσεως τα περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική της βάση.

Η δε αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί διά της παραπομπής σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προασβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14γ του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας, προβληθείσης διά σχετικού λόγου εφέσεως.

Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρονται τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της εν λόγω αγωγής περιστατικά. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος. Παρεκτός του ότι, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμε από τον 'Αρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 2 δικόγραφο της εφέσεως, η αναιρεσείουσα προέβαλε μεν με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου τον περί ποσοτικής αοριστίας της αγωγής του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό, χωρίς όμως καμία αναφορά στις ελλείψεις της ιστορικής βάσεως της αγωγής που την καθιστούν ποσοτικώς αόριστη.

ΙΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία συνετελέσθη η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.

Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).

Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 559 αρ 19 και 566 του Κ.Πολ.Δ.,να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν, καθώς και ποιός είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητος του αναιρετικού αυτού λόγου.

Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες και συνετελέσθη η εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως (ΟΛ. ΑΠ 32/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος, προβάλλεται ως αναιρετικός λόγος η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 1923 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν γίνεται καμία αναφορά, έστω και συνοπτικώς, στις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως υπό τις οποίες συνετελέσθη η άνω παραβίαση, ούτε και στο συγκεκριμένο σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της άνω ουσιαστικής διατάξεως, είναι αόριστος και απορριπτέος.

ΙV. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 3/1997).

Συνεπώς δεν είναι πράγματα, με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), ενώ αντιθέτως, αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, διά των οποίων διατυπώνεται παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟΛ.ΑΠ. 11/1996). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το τέταρτο μέρος, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως και διά λόγου εφέσεως ενώπιόν του επαναφερθέντα ισχυρισμό της αναιρεσειούσης περί ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το εν λόγω δικαστήριο απήντησε στον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο απέρριψε ρητά ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεχθέν ότι κύριος του επιδίκου ακινήτου κατέστη ο ενάγων. Επομένως, ο αμέσως ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

V. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟΛ.ΑΠ 11/ 1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πέμπτο μέρος, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη το νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν υπ' αριθμ. .../2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αρήνης Μεταξίας Σούρσου.

Από την προσβαλλομένη, όμως, απόφαση και ειδικότερα την σε αυτή υπάρχουσα βεβαίωση, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, έλαβε υπόψη όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να δημιουργηθεί αμφιβολία για το εάν το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο ότι το στο αναιρετήριο διαλαμβανόμενο ως άνω έγγραφο δεν μνημονεύεται ειδικώς και δεν αξιολογείται χωριστά, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτιμώντας και το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο.

Τέλος, με τον ίδιο (δεύτερο), κατά το έκτο μέρος, λόγο αναιρέσεως, προβάλλονται αιτιάσεις για πλημμέλειες από τους αριθμούς 9 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως καμία αναφορά στα νομικά σφάλματα της προσβαλλομένης αποφάσεως, δυνάμενα να υπαχθούν στους υπό των διατάξεων αυτών προβλεπομένους αναιρετικούς λόγους .

Επομένως, οι αιτιάσεις αυτές είναι, προεχόντως, απορριπτέες ως αόριστες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Μαρτίου 2010 αίτηση της Θ. χήρας Π. Θ. κατά του Δ. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 939/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και της 422/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ