Supreme Court allows appeal against tourism company regarding invalid statute of limitations calculation for unpaid wages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding unpaid wages. The plaintiffs argued the statute of limitations had not expired, while the defendant claimed it had. The Court ruled that the First Instance Court incorrectly calculated the limitation period, violating the specific two-year rule starting from the end of the fiscal year.
Legislator headnote
AI generatedArt. 49 of Law 496/1974; The statute of limitations for claims against the National Organization of Tourism begins from the end of the fiscal year in which the claim arose, and the lower court's deviation from this rule constitutes a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1504 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1504/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Σ., 2) Β. Σ., 3) Ε. Σ., 4) Σ. Σ., 5) Σ. - Β. Ζ., 6) Ν. Χ., 7) Α. Χ., 8) Ε. Ρ., 9) Α. Κ. και 10) Π. Β., όλων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι α) το όνομα της 2ης αναιρεσείουσας εκ παραδρομής γράφτηκε στο αναιρετήριο "Β." αντί του ορθού "Β.", β) η 5η αναιρεσείουσα που αναφέρεται στο αναιρετήριο "Σ. Χ." διορθώνεται στο ορθό "Σ. - Β. Ζ." και γ) οι αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της αίτησής τους για τους 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού" (ΕΟΤ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οιονεί καθολικής διαδόχου της προσθέτως παρεμβάσης στον 1ο βαθμό δικαιοδοσίας δεύτερης εταιρείας. Το 1ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βλαχογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη, υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου, παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-3-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 6-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτόν παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 49 ν.δ. 496/1974 και την απόρριψη κατά τα λοιπά του ιδίου λόγου καθώς και του πρώτου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους Τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες αντίστοιχα "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" και "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", η οποία έγινε νομότυπα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, πρέπει να θεωρηθεί η αίτηση αναιρέσεως ότι δεν ασκήθηκε ως προς τις εν λόγω αναιρεσίβλητες, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 294, 295 παρ.1, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ.
και να εξετασθεί η αίτηση ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων ΕΟΤ. Οι αναιρεσίβλητες, όμως, αυτές, οι οποίες είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου) ΕΟΤ, η μεν πρώτη στον πρώτο βαθμό, η δε δεύτερη στην κατ' έφεση δίκη, κλητεύθηκαν για το παραδεκτό της παρούσας συζητήσεως, νομότυπα και εμπρόθεσμα, να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτή και επιπλέον τους επιδόθηκε ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ.
… και … εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Μ. και Σ. Ρ., αντίστοιχα. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 3/2006).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει...
επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι " παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.
Α.Π. 40/1998). Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του α.ν. 1565/1950, όπως αυτός, μετά τη συμπλήρωση και τροποποίησή του, κυρώθηκε με το ν. 1624/1951, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ), αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), που λειτουργεί υπό την εποπτεία του Κράτους με σκοπό την οργάνωση και προαγωγή του τουρισμού στην Ελλάδα.
Περαιτέρω, με το άρθρο 44 παρ.1 του Ν.Δ. 496/1974 " Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι " ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ.
είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι " ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών ".
Κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου Ν.Δ/τος " η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ως άνω ν.δ. με την επιφύλαξη της ισχύος ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία την οποίαν φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας διά την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαιτήσεως Αρχής.
Σε περίπτωση μη απαντήσεως, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο εξαμήνου από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Οι διατάξεις αυτές για το χρόνο της παραγραφής, την έναρξη αυτής και τη διακοπή της (και όχι του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 ειδικότερα ως προς την έναρξη της παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού για αποδοχές κλπ.
από την γένεση τους) εφαρμόζονται και για τις αξιώσεις υπαλλήλων του ΕΟΤ κατ' αυτού από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές, καθόσον με το άρθρο μόνο του ΠΔ 1143/1977 ορίσθηκε κατά τρόπο περιοριστικό, ότι ο ΕΟΤ εξαιρείται από την εφαρμογή μόνο των διατάξεων των άρθ. 4, 5 §3, 6, 12, 13, 15-20, 24, 30-38, 40, 41, 42 και 43 του νδ 496/1974, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι ως άνω περί παραγραφής διατάξεις που κατά συνέπεια εφαρμόζονται και για την παραγραφή των εναντίον του αξιώσεων των υπαλλήλων του.
Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαίτια παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.
ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ.6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν.
Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. (βλ.
Ολ. ΑΠ 38/2005, σχετικά με το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 52 εδ.γ' του ν.δ. 496/1974, που προβλέπει την αυτεπάγγελτη λήψη από τα δικαστήρια της ως άνω ισχύουσας υπέρ των ν.π.δ.δ. διετούς παραγραφής). Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής, δε δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.
σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ.
σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 9/2009). Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496//1975 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προαναφερόμενα, και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ. (Ολ.
ΑΠ 31/2007, 38/2005). Και τέλος, δεν αντίκειται στις διατάξεις (α) του άρθρου 2 παρ. 3α και β του κυρωθέντος με το ν. 2462|1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αφού αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα κράτη να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, του οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ότι η αρμόδια και δη δικαστική αρχή θα αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν απαγορεύουν, όμως, στα κράτη να θέτουν διατάξεις για παραγραφή και δη βραχυπρόθεσμη με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον, οι οποίες δεν αναιρούν την ύπαρξη σχετικής πρόσφορης προσφυγής και δεν αποκλείουν ούτε παρεμποδίζουν την άσκησή της (β) του άρθρου 14 παρ. 1 εδ.
α' του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (και αφορά κυρίως, όπως και εκείνο, την εξασφάλιση δίκαιης δίκης από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο κλπ.) και για τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους και (γ) του άρθρου 26 του ίδιου Διεθνούς Συμφώνου που ορίζει ότι "Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου.
Ως προς το ζήτημα αυτό, ο νόμος πρέπει να απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης", καθόσον η θέσπιση της ως άνω βραχυχρόνιας παραγραφής δικαιολογείται και υπαγορεύεται από τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και επομένως δεν παραβιάζεται η ως άνω αρχή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο , που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε με αυτήν ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που είχαν προσληφθεί από το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ (Ε.Ο.Τ.) και εργάζονταν ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων στο Καζίνο της Πάρνηθας, που αποτελούσε μονάδα αυτεπιστασίας του Ε.Ο.Τ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος των ετών 1997 και 1998, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, διότι μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα δύο ετών από τότε που γεννήθηκαν.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν.Δ. 496/1974, την οποία ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν διετής παραγραφή των κατά των Ν.Π.Δ.Δ. αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λ.π. δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε προσκρούει στα άρθρα 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκαν με το Ν.Δ. 53/1974 και στα άρθρα 2 παρ. 3α και β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Επομένως ο από το άρθρο 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβίασης των ως άνω διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 49 του ως άνω ν.δ 496/1974 η (διετής) παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. (Ε.Ο.Τ), αφού τούτο δεν εξαιρέθηκε της εφαρμογής της με το π.δ. 1143/1977 (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 και αφορά αποκλειστικά στον Ε.Ο.Τ.), με το άρθρο μόνο του οποίου εξαιρέθηκε, όπως προαναφέρθηκε, της εφαρμογής άλλων διατάξεων του εν λόγω ν.δ/τος, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται και αυτές που αναφέρονται στη διετή παραγραφή.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε επιπλέον ότι η ως άνω διετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσειόντων για οφειλόμενες αποδοχές των ετών 1997 και 1998 άρχισε από τη γένεση κάθε αξιώσεως και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο αυτές έγιναν απαιτητές και με την αιτιολογία αυτή απέρριψε την προβληθείσα προς απόκρουση της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου ΕΟΤ, αντένσταση των αναιρεσειόντων περί διακοπής της παραγραφής με την (περιλαμβανόμενη στις παραδοχές της προσβαλλόμενης) επίδοση στον ΕΟΤ στις … σχετικής εξώδικης διαμαρτυρίας-προσκλήσεως (αιτήσεως).
Με την κρίση του αυτή το εν λόγω δικαστήριο παραβίασε δια της μη εφαρμογής την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 49 ν.δ. 496/1974, ως προς την παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1998, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο επιδόσεως της εξώδικης διαμαρτυρίας (η παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1997 είχε σε κάθε περίπτωση συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο) και κατά συνέπεια, ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που προαναφέρθηκε, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί το πρώτο των αναιρεσιβλήτων σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε κατά το μέρος που αυτή στρέφεται εναντίον των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 76/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο (ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού, ΕΟΤ), σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια τετρακόσια (1400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ