Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis and admission of unproven facts regarding inheritance dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in an inheritance dispute. The appellant argued the lower court lacked a legal basis for its findings and admitted unproven facts regarding the deceased's services. The court rejected these claims, stating the lower court's evaluation of evidence was unreviewable and the procedural requirements for admitting unproven facts were not met.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 KPolD; Art. 559 para. 10 KPolD: An appeal based on lack of legal basis is unfounded when the lower court provides clear and consistent reasoning on the application of law and facts, and an appeal based on admission of unproven facts is unfounded when the final judgment was issued under the current procedural regime without a mandatory preliminary ruling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1504 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1504/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα - Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Kούσουλα.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ1, κατοίκου ..., (φερόμενου ως εκ διαθήκης κληρονόμου της Θ1, κατοίκου εν ζωή ...) , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιώρκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουνίου 1997 αγωγή της ήδη αποβιώσασας Θ1 που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5676/1998 μη οριστική, 2715/2000 μη οριστική, 692/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7324/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Μαϊου 2007 αίτησή της ως και τους από 13 Μαρτίου 2009 πρόσθετους λόγους .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως του Κυρίου δικογράφου και αυτού των προσθέτων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της, αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι η αρχικώς ενάγουσα ΨΙΒ χήρα Ψ1Α, η οποία γεννήθηκε το 1913 και απεβίωσε στις 18-12-2001, μετά το θάνατο του συζύγου της το έτος 1982, έμενε μόνη της σε ιδιόκτητο διαμέρισμά της, στην οδό ..., στην περιοχή ....
Από το γάμο της με το σύζυγο της Ψ1Α δεν είχε αποκτήσει τέκνα, αλλά διατηρούσε συχνές επαφές με τον γυιό του συζύγου της Ψ1 και την οικογένειά του. Η θανούσα Ψ1Β, με την από 16-3-1997 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την 159/25-1-2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμο της επί των επιδίκων διαμερισμάτων, τον εφεσίβλητο Ψ1, οποίος και αποδέχθηκε την κληρονομία και με την από 28-1-2002 δήλωσή του ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, κατά το στάδιο των αποδείξεων που είχαν ταχθεί με την 2715/2000 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γνωστοποίησε την λόγω του θανάτου της αρχικώς ενάγουσας βίαιη διακοπή της δίκης και τη συνέχισή της από τον ίδιο (άρθρο 286 , 287 και 290 Κ.Πολ.Δ).
Ότι η εναγομένη, η οποία ήταν γνωστή της διαθέτιδος από τη δεκαετία του 1970, γνωρίζοντας ότι δεν είχε αυτή δικά της τέκνα, επέδειξε γι' αυτήν, μετά το θάνατο του συζύγου της ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εκείνη (Ψ1Β), λόγω και της μοναξιάς της, την εμπιστεύθηκε. Έτσι, αναπτύχθηκε μεταξύ τους μία στενή σχέση, τόσο με την ίδια την εναγομένη όσο και με την οικογένειά της.
Η εναγομένη, η οποία εργαζόταν από το 1989 ως νοσοκόμα στο νοσοκομείο "..." και πιο πρίν σε αρτοποιείο στην περιοχή ..., και είχε δύο ανήλικα τέκνα, που είχαν γεννηθεί το 1980 και 1982, στα πλαίσια των παραπάνω φιλικών σχέσεών τους, έκανε συντροφιά στην ενάγουσα μια με δύο φορές την εβδομάδα και κάποιες φορές την φιλοξένησε στο σπίτι της στην οδό ... .
Στη συνέχεια και λόγω της φιλίας τους, η εναγομένη το 1990, μαζί με την οικογένειά της, μετακόμισε και εγκαταστάθηκε σε διαμέρισμα της ενάγουσας, στην ίδια πολυκατοικία, καταβάλλοντας σε αυτήν συμβολικό μίσθωμα 40.000 δραχμών μηνιαίως και έτσι είχαν καθημερινή σχεδόν επαφή, χωρίς όμως να έχει αναληφθεί εκ μέρους της εναγομένης υποχρέωση να επισκέπτεται καθημερινά και να της παρέχει υπηρεσίες συντροφιάς.
Ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη παρείχε στη Ψ1Β, χωρίς αμοιβή, υπηρεσίες καθημερινής φροντίδας και ότι είχε αναλάβει τις (οικιακές) εργασίες του σπιτιού της όπως καθαριότητας, και μαγείρεμα ή εξωτερικές εργασίες, όπως ψώνια κ.λ.π. διότι η ενάγουσα ήταν καλά στην υγεία της, χωρίς κινητικά προβλήματα.
Είναι αληθές βέβαια ότι τη συνόδευε κάποιες φορές σε γιατρούς, όχι όμως γιατί είχε ανάγκη συνοδού, αλλά για συμπαράσταση, λόγω των φιλικών τους σχέσεων. Η αρχικώς ενάγουσα, η οποία έτρεφε μεγάλη εμπιστοσύνη και εκτίμηση στο πρόσωπο της εναγομένης, ενδεικτικό της οποίας ήταν το γεγονός ότι την κατέστησε συνδικαιούχο σε δύο τραπεζικούς λογαριασμούς στην Εθνική Τράπεζα, της μεταβίβασε, το 1990, την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος της στην οδό ... .
Συγκεκριμένα, με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Νικολακοπούλου,που νόμιμα έχει μεταγραφεί στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (Τόμος ...και αρ. ...) φέρεται ότι η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε στην εναγομένη, κατά ψιλή κυριότητα διαμέρισμά της με στοιχεία Α-1 στον πρώτο όροφο της επί της οδού ...
πολυκατοικίας, επιφανείας 72,50 τ.μ., παρακρατώντας την επικαρπία εφ' όρου ζωής της. Επίσης, με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα ίδια πιο πάνω βιβλία (Τόμος ... και αρ. ...), φέρεται ότι η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε στην εναγομένη την ψιλή κυριότητα άλλου διαμερίσματός της, με στοιχεία Γ-2, στον τρίτο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας, επιφανείας 47 τ.μ., παρακρατώντας και σ' αυτό την επικαρπία εφ' όρου ζωής.
Και στα δύο αυτά συμβόλαια αναφέρεται ότι το συμφωνηθέν τίμημα των 2.900.000 και 3.327.000 δραχμές αντιστοίχως καταβλήθηκε από την αγοράστρια - εναγομένη εκτός συμβολαιογραφείου. Ότι οι πωλήσεις αυτές ήταν εικονικές, πράγμα που γνώριζαν κατά τον χρόνο κατάρτισης αυτών και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, διότι δεν συνομολογήθηκαν στα σοβαρά αλλά φαινομενικά μόνο, αφού δεν υπήρχε μεταξύ των συμβαλλομένων αληθινή βούληση, ούτε της αρχικώς ενάγουσας να πωλήσει, ούτε της εναγομένης να αγοράσει την ψιλή κυριότητα των ως άνω διαμερισμάτων για τα οποία εξ άλλου κανένα τίμημα δεν συμφωνήθηκε, ούτε και καταβλήθηκε από τη φερομένη ως αγοράστρια εναγομένη.
Τα συμβαλλόμενα μέρη στα έννομα αποτελέσματα συμβάσεων δωρεών αποσκοπούσαν και αληθινή πρόθεσή τους ήταν να ισχύσουν, όπως αμφότερα τα μέρη παραδέχονται, οι ως άνω συμβάσεις ως δωρεές, για τις οποίες άλλωστε, λόγω και της κατάρτισής τους συμβολαιογραφικώς, συντρέχουν όλοι οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή τους.
Η αρχικώς ενάγουσα προέβη στις παραπάνω δωρεές προς την εναγομένη διότι αισθανόταν μοναξιά και είχε ανησυχίες για την τύχη της κατά την επερχόμενη γεροντική περίοδο της ζωής της, που επιτείνονταν, λόγω και της ψυχικής της διατάραξης, αφού είχε εκδηλώσει και ψυχοπαθολογία οργανικού ψυχοσυνδρόμου, επιπεπλεγμένου με κατάθλιψη και υποβάλλετο σε θεραπευτική αγωγή και ήθελε να έχει δίπλα της κάποιον που θα την φρόντιζε στις δύσκολες στιγμές της και πίστευε, με βάση τις σχετικές διαβεβαιώσεις της εναγομένης, ότι αυτή ήταν το κατάλληλο πρόσωπο.
Η εναγομένη όμως, μετά τις παραπάνω δωρεές και ειδικότερα από το Μάρτιο του 1997, όταν η δωρήτρια άρχισε να παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα υγείας, αδιαφόρησε γι' αυτήν, δεν της συμπαραστάθηκε και κάλεσε τον Ψ1 γυιό του συζύγου της δωρήτριας από προηγούμενο γάμο του, να αναλάβει την περίθαλψη και την καθημερινή της φροντίδα.
Συγκεκριμένα, μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο "...", τον Μάρτιο του 1997, όπου είχε νοσηλευθεί λόγω αιμορραγίας του εντέρου και την επιστροφή της στην οικία της, η εναγομένη αρνήθηκε να την φροντίσει όταν η ενάγουσα έκανε εμετούς, της παρουσιάσθηκε ακράτεια ούρων στο κρεββάτι και λερώθηκε και τηλεφώνησε στον Ψ1 να πάει να την καθαρίσει, ενώ του ζήτησε να πληρώσει τους λογαριασμούς του νοσοκομείου, πράγμα το οποίο έκανε, αναλαμβάνοντας έκτοτε την εν γένει φροντίδα της ενάγουσας, την οποία και φρόντιζε μέχρι το θάνατο της στις 18-12-2001, χωρίς τη συμμετοχή της εναγομένης, η οποία όλο αυτό το διάστημα, δεν της παρείχε καμμία υπηρεσία.
Επίσης, το Μάρτιο του 1997 με αφορμή την πρόθεση της ενάγουσας να δωρήσει ένα λαμπατέρ στη κόρη του Ψ1, η εναγομένη της το απαγόρευσε δηλώνοντας της ότι τίποτα δεν μπορεί να φύγει από το σπίτι της γιατί πλέον είναι δικά της, απειλώντας την συγχρόνως ότι θα της κάνει " κακό" προκαλώντας της τρόμο και ανησυχία.
Τα παραπάνω περιστατικά συνιστούν βαριά παραπτώματα αχαριστίας της εναγομένης που οφείλονται σε υπαιτιότητα της και καταδεικνύουν την έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης της εναγομένης -δωρεοδόχου προς την ενάγουσα - δωρήτρια και δικαιολογούν την ανάκληση των παραπάνω δωρεών εκ μέρους της τελευταίας, η οποία (ανάκληση) έγινε με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής.
Περαιτέρω ότι αποδεικνύεται ότι η υποκρυπτόμενες δωρεές δεν έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας ως ανταπόδοση υπηρεσιών που η εναγομένη, όπως ισχυρίζεται, παρείχε, χωρίς αμοιβή στην ενάγουσα - δωρήτρια, αφού, όπως προαναφέρθηκε, τέτοιες υπηρεσίες δεν είχαν παρασχεθεί, αλλά οι δωρεές αυτές έγιναν εξ ελευθεριότητας, λόγω της στενής φιλίας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους και ενόψει των μελλοντικών υπηρεσιών της εναγομένης προς την ενάγουσα.
Εξ' άλλου, οι όποιες υπηρεσίες παρείχε η εναγομένη προς την ενάγουσα πριν τη σύσταση των δωρεών που τη συνόδευσε κάποιες φορές σε γιατρούς, της κρατούσε συντροφιά κ.λ.π., λαμβανομένου μάλιστα υπόψει ότι η εναγομένη με την οικογένειά της εγκαταστάθηκε, από το 1990, σε διαμέρισμα της ενάγουσας αντί του συμβολικού μισθώματος των 40.000 δρχ., δεν είναι από εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις, δικαιολογούν ηθικό καθήκον και μάλιστα ιδιαίτερο, αλλά εντάσσονται στο κοινό καθήκον που υπάρχει έναντι κάθε συνανθρώπου.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε τους λόγους της εφέσεως ως αβάσιμους κατ' ουσίαν. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς όλους τους ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 505 και 512 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε αυτές ούτε εκ πλαγίου, αλλά ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 512 ΑΚ και την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτή.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος του κυρίου δικογράφου και μόνος αυτού των προσθέτων, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 σε συνδ. με 1 Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 §10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 259/2007). Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε, μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994, 2479/1997 και 2915/2001, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ. ΑΠ 12/1991, ΑΠ 502/1996). Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την §7 του οποίου η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί, αφού ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης, λόγω πλαστότητας, προβλήθηκε μετά την ισχύ των ως άνω νόμων και την κατάργηση της υποχρεώσεως του δικαστηρίου να εκδώσει προδικαστική απόφαση.
Συνεπώς, ο τέταρτος του κυρίου δικογράφου, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Ακολούθως πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-5-2007 και τους από 13-3-2009 προσθέτους λόγους της Χ1, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 7324/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) δραχμών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ