Legislator Case Law & Legislation
1504/2008 AI generated

1504/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1504/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.05.1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας Χ1 και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8439/1995 μη οριστική και 1861/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4114/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες με την από 12.09.2002 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1504/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ο Άρειος Πάγος παραπέμψει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αυτό δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος.

Keywords

AI generated
stay of execution of sentence voluntary withdrawal suspension of benefit entitlement increase for deterrence right to a decision fitness for detention
AI generated
1118/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1800/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
130/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
657/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1419/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-09-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 327/2019 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 331/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-07-2020 αίτησή τους και τους από 21-05-2021 προσθέτους λόγους τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1504 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1504/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειουσών: 1) Χ1, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σπύρου Λάλα και 2) Χ2, κατοίκου Αθηνών, η οποία έχει ήδη παραιτηθεί από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Των αναιρεσιβλήτων : 1) Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα, βρίσκεται υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ψ2, κατοίκου Αθηνών, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Χρήστος Ροκόφυλλος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.05.1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας Χ1 και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8439/1995 μη οριστική και 1861/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4114/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες με την από 12.09.2002 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 75/2004 απόφαση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4114/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 7181/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η πρώτη αναιρεσείουσα με την από 02.12.2005 αίτηση αναιρέσεως και την από 22.03.2007 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει μερικώς δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η απόφαση κατά το προαναφερόμενο στο σκεπτικό της έκθεσης μέρος. Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων της, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 297 και 299 Κ.Πολ.Δ. η παραίτηση από ασκηθέν ένδικο μέσο γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου. Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, το οποίο έγγραφο, κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα στον άλλο διάδικο. Με βάση τα ανωτέρω, η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση, εφόσον επιδοθεί αυτή στον αντίδικο του παραιτούμενου. Εξάλλου, από τα άρθρα 295 παρ. 1 και 299 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αναιρέσεως έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση η δεύτερη από τις αναιρεσείουσες Χ2 με την από 28.6.2006 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 19.7.2006 (βλ. την ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..... και τις συνημμένες σ' αυτήν βεβαιώσεις) παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως η αίτηση αυτή, καθόσον αφορά την εν λόγω αναιρεσείουσα, θεωρείται ως μη ασκηθείσα.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ο Άρειος Πάγος παραπέμψει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αυτό δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος.

Αν ασκηθεί δε αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος αυτοδεσμεύεται από την προηγούμενη απόφασή του. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα Χ1 με την από 15-5-1994 αγωγή που άσκησε με ομόδικη τη παραιτηθείσα κατά τα ανωτέρω από το δικόγραφο της αναιρέσεως Χ2, ισχυρίσθηκε ότι αγόρασε από την πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία (πρώτη αναιρεσίβλητη), της οποίας ομόρρυθμο μέλος είναι ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος), το υπό στοιχεία Ε1 διαμέρισμα και την Π-2 υπόγεια θέση σταθμεύσεως σε πολυώροφη οικοδομή στην Αθήνα, αντί τιμήματος ανερχόμενου για το διαμέρισμα σε 23.500.000 και για τον χώρο σταθμεύσεως σε 1.500.000 δραχμές..

Ότι λόγω των αναφερόμενων στην αγωγή ελλείψεων συμφωνημένων ιδιοτήτων και ουσιωδών πραγματικών ελαττωμάτων του χώρου σταθμεύσεως, που καθιστούν εντελώς αδύνατη την χρήση τους για το σκοπό που συμφωνήθηκε και τον προορισμό τους, μειώθηκε, η μεν αξία του διαμερίσματος κατά το ποσό των 5.500.000 δραχμών, η δε αξία της θέσης σταθμεύσεως, λόγω της πλήρους αχρησίας της, στο σύνολό της, ήτοι κατά το ποσό των 1.500.000 δραχμών.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό η ενάγουσα, επικαλούμενη και την περιεχόμενη στην αγωγή δήλωσή της περί αναστροφής της πωλήσεως της θέσεως σταθμεύσεως, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 7.000.000 δραχμών, ήτοι 1.500.000 δρχ. για τη θέση σταθμεύσεως και 5.500.000 δρχ.

για τη μείωση της αξίας του διαμερίσματος. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1861/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων μερών, επί των οποίων εκδόθηκε η 4114/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση των εναγουσών, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και, προβαίνοντας στη μείωση του συνολικού τιμήματος (διαμερίσματος και χώρου σταθμεύσεως), υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 12.041,31 ευρώ (4.103.078,31 δρχ.).

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τους εναγομένους η από 12-9-2002 αίτηση αναιρέσεως. Ο Άρειος Πάγος με την 75/2004 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση και αναίρεση την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ειδικότερα τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 551 ΑΚ, όπως είχε πριν την τροποποίησή του με το ν. 3943/2002, "αν από περισσότερα πράγματα που πουλήθηκαν μερικά μόνο έχουν ελάττωμα ή δεν έχουν την συμφωνημένη ιδιότητα, η αναστροφή χωρεί μόνο ως προς αυτά, και αν ακόμη ορίσθηκε ενιαίο τίμημα για όλα.

Αν όμως κατά την πρόθεση των μερών τα πράγματα πουλήθηκαν αθρόα ή ως σύνολο και εκείνα που έχουν το ελάττωμα ή την έλλειψη δεν μπορούν να αποχωριστούν από τα υπόλοιπα χωρίς να ζημιωθεί ο ένας από τους συμβαλλομένους, η αναστροφή επεκτείνεται σε όλα". Η διάταξη αυτή, αν και ομιλεί μόνον για αναστροφή, εφαρμόζεται αναλόγως για όλα τα δικαιώματα που έχει ο αγοραστής, όταν ανακύπτει αγορανομική ευθύνη του πωλητή.

Προϋπόθεση είναι να πουλήθηκαν περισσότερα πράγματα, ορισμένα από τα οποία είναι ελαττωματικά ή δεν έχουν την συμφωνημένη ιδιότητα. Στην περίπτωση αυτή, τα δικαιώματα του αγοραστή ασκούνται μόνο για τα ελαττωματικά πράγματα. Ωστόσο όμως, η άσκησή τους μπορεί να επεκταθεί και στα υπόλοιπα υπό δύο προϋποθέσεις:

α) αν όλα πουλήθηκαν αθρόα ή ως σύνολο και β) αν τα ελαττωματικά πράγματα δεν μπορoύν να αποχωρισθούν από τα υπόλοιπα χωρίς να ζημιωθεί ο ένας από τους συμβαλλομένους. Οι προϋποθέσεις αυτές, οι οποίες πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά, προκειμένου τα δικαιώματα του αγοραστή να ασκηθούν για το σύνολο των πωληθέντων, εμπίπτουν στα στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγορανομικής αγωγής και, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται το δικαστήριο να τις λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Περαιτέρω ο Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας ότι το Εφετείο προέβη στη μείωση του συνολικού τιμήματος, αφού δέχθηκε ότι, κατά την πρόθεση των μερών, τα πωληθέντα αποτελούν μία οργανική και οικονομική ενότητα, ανεξαρτήτως της συνομολογήσεως ξεχωριστού τιμήματος, χωρίς όμως η ενάγουσα να έχει προβάλει τέτοιο ισχυρισμό, αναίρεσε την απόφαση, για το λόγο ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ), και παρέπεμψε την υπόθεση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Ακολούθως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απόφασή του, εκδικάζοντας περαιτέρω την υπόθεση, προέβη σε μείωση του τιμήματος μόνον της θέσεως σταθμεύσεως και όχι του συνολικού τιμήματος του διαμερίσματος και της θέσεως σταθμεύσεως, θεωρώντας ότι δεσμεύεται στο ζήτημα αυτό από την κρίση της αρεοπαγιτικής αποφάσεως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο συμμορφώθηκε, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, προς την 75/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία είναι δεσμευτική ως προς το επιλυθέν στη συγκεκριμένη περίπτωση νομικό ζήτημα, που περιλαμβάνεται στην κρίση του ότι προϋπόθεση κατά νόμο της μειώσεως του τιμήματος τόσο των χώρων σταθμεύσεως όσο και των διαμερισμάτων (συνολικού τιμήματος) είναι να έχουν πωληθεί τα πράγματα αυτά αθρόα ή ως σύνολο και τα πράγματα τα οποία εμφανίζουν ελλείψεις (χώροι σταθμεύσεως) να μη μπορούν να αποχωρισθούν από τα υπόλοιπα χωρίς να ζημιωθεί ο ένας από τους συμβαλλομένους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (όχι και 19 ή 18 όπως εκτιμάται), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως στηριζόμενος σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για α) παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί σ' αυτό ή β) σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ή γ) ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το διαμέρισμα που αγόρασε είχε μειωμένη αξία λόγω της ελλείψεως συμφωνημένης ιδιότητας, ήτοι της υπάρξεως λειτουργικής θέσεως σταθμεύσεως εντός του ιδίου κτιρίου. Στο αναιρετήριο αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί με την έφεση. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 22-7-2001 εφέσεως των αναιρεσειουσών, δεν περιλαμβάνεται στους λόγους εφέσεως σχετικός ισχυρισμός. Επομένως, δεδομένου ότι δεν συντρέχει μία από τις ανωτέρω αναφερόμενες εξαιρέσεις από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ. 1) και ειδικότερα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου ή την ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι η απόφασή του στερείται πληρότητας ως προς την αιτιολόγηση των παραδοχών της. Η αιτίαση όμως αυτή, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο και εξειδικεύεται με τις αναπτύξεις που περιέχονται σ' αυτό, αφορά όχι την παραδοχή ή μη εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας κρισίμων περιστατικών που θεμελιώνουν την κρίση του σχετικά με την ελαττωματικότητα της θέσεως σταθμεύσεως, αλλά ελλείψεις και ανεπάρκειες σχετικές με τις κρίσεις και τα επιχειρήματα στα οποία στηρίχθηκε η απόφαση για να καταλήξει στο πόρισμα ότι η ελαττωματικότητα της θέσεως αυτής δεν φθάνει σε πλήρη αχρήστευσή της, αφού αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη στάθμευση μικρών αυτοκινήτων.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 581 παρ. 3 ΚΠολΔ, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στο δικαστήριο της παραπομπής. Επομένως, αν η αναιρεθείσα απόφαση έχει εκτελεσθεί και το αίτημα της επαναφοράς δεν υποβλήθηκε στον 'Αρειο Πάγο, μπορεί να υποβληθεί στο δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε μετ' αναίρεση η υπόθεση. Εξάλλου, ελλείπει το έννομο συμφέρον για την παροχή έννομης προστασίας, όταν η αιτούμενη μορφή της προστασίας αυτής δεν είναι αναγκαία, διότι υπάρχει άλλη εναλλακτική οδός, δικαστική ή εξώδικη, που οδηγεί με απλούστερο και συντομότερο τρόπο στην ικανοποίηση του δικαιώματος.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 221 και 222 ΚΠολΔ, προϋπόθεση της εκκρεμοδικίας είναι η ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ πλειόνων αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας. Τέλος, το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέσθηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του.

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Εφετείου κατά την κατά παραπομπή εκδίκαση της υποθέσεως, ύστερα από την αναίρεση της προηγηθείσας 4114/2002 αποφάσεως του υποβλήθηκε εκ μέρους των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της ως άνω αναιρεθείσας 4114/2002 αποφάσεως.

Ειδικότερα ζητήθηκε, κατ' εκτίμηση, η επιστροφή στους εναγομένους, κατ' ίσα μέρη στον καθένα, του επιδικασθέντος σε κάθε ενάγουσα ποσού, το οποίο και καταβλήθηκε σ' αυτές σε εκτέλεση της 4114/2002 αποφάσεως. Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη 7181/2005 απόφασή του, έκανε δεκτή εν μέρει την αίτηση επαναφοράς. Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν παραδεκτώς ζητήθηκε η επαναφορά από το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής το οποίο ήταν αρμόδιο να κρίνει το σχετικό αίτημα.

Επομένως αυτό, δικάζοντας την αίτηση, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 14 και 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τα πρώτο και δεύτερο μέρη του, με τα οποία, υπό την επίκληση των σχετικών αναιρετικών λόγων (κατ' ορθήν υπαγωγή όχι και του λόγου του αριθμού 1 του ως άνω άρθρου), υποστηρίζονται τα αντίθετα, ήτοι ότι η αίτηση επαναφοράς μπορεί να υποβληθεί μόνον στον 'Αρειο Πάγο, που είναι το μόνο αρμόδιο δικαστήριο να τη δικάσει, και όχι στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω το υποβληθέν στο Εφετείο αίτημα επαναφοράς, με το κατά τα άνω κατ' εκτίμηση περιεχόμενο είναι ορισμένο και, επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο την αίτηση επαναφοράς, υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου διότι α) οι αναιρεσίβλητοι δεν έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την επαναφορά, αφού είχε εκδοθεί, ύστερα από αίτησή τους, διαταγή πληρωμής για το ίδιο ποσό και β) η επαναφορά των πραγμάτων κωλύονταν λόγω της εκκρεμοδικίας που δημιουργήθηκε με την εκ μέρους της αναιρεσείουσας άσκηση ανακοπής κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής.

Ο εξεταζόμενος όμως λόγος αναιρέσεως είναι και κατά τα μέρη του αυτά απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι στην προκείμενη περίπτωση αφενός η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν στερεί τους αναιρεσιβλήτους εννόμου συμφέροντος ν ζητήσουν την επαναφορά, αφού η παρεχόμενη εναλλακτικώς με αυτήν έννομη προστασία είναι απλούστερη και ταχύτερη, και αφετέρου μεταξύ των εν λόγων δύο μορφών έννομης προστασίας δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας, καθόσον η στηρίζουσα τη διαταγή πληρωμής βάση είναι διάφορη της αιτίας που στηρίζει την αίτηση επαναφοράς, εγκείμενης κατά τα προδιαληφθέντα στο γεγονός της αναιρέσεως της εκτελεσθείσας αποφάσεως, που εκ του πράγματος μόνον στην εν λόγω αίτηση προσήκει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί την από 2.12.2005 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 7181/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως μη ασκηθείσα, όσον αφορά την δεύτερη από τις αναιρεσείουσες.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση κατά τα λοιπά. Και

Καταδικάζει την πρώτη από τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9.6.08. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ