Legislator Case Law & Legislation
1503/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company's liability for power outage damage, ruling objective liability requires specific escape from danger.

Case Number 1503/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision awarding damages for power outage damage. The insurance company argued it was not liable because the damage resulted from a power cut rather than an escape of electricity from its network. The court held that objective liability for escape requires a specific escape from danger, which was absent in this case, thus overturning the lower court's finding of liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5, 17, and 25 of the Constitution; Article 914 of the Civil Code: Objective liability for escape from danger requires a specific escape from danger, not merely a dangerous state or power cut.

Keywords

AI generated
objective liability escape from danger power outage utility company damages constitutional liability civil code

Cited Legislation

AI generated
Article 5, paragraphs 1 and 5
Article 17, paragraph 1
Article 25, paragraph 1 of the Constitution
Article 914 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1503 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1503/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου Διανομής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρήσιο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12609/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 652/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 13-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 652/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 12609/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 7-5-2009 αγωγή της περί καταβολής αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε από πλημμύρα λόγω διακοπής ρεύματος (αντικειμενική ευθύνη), δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχτηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 19.495,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τη βασική, γενικού περιεχομένου, διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι στο ισχύον δίκαιο η αδικοπρακτική ευθύνη έχει ως βάση την υπαιτιότητα, προϋποθέτει δηλαδή, κατά κανόνα, δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος και γι' αυτό χαρακτηρίζεται ως υποκειμενική ευθύνη.

Παράλληλα με τη διάταξη αυτή όμως καθιερώνονται, είτε στον Αστικό Κώδικα, είτε σε ειδικούς νόμους και συγκεκριμένες περιπτώσεις εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης ανεξάρτητα από πταίσμα του ζημιώσαντος, που χαρακτηρίζονται ως περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης ή ευθύνης από διακινδύνευση. Η δικαιολογητική βάση της αντικειμενικής ευθύνης διαφέρει σε κάθε περίπτωση και επιβάλλεται, είτε γιατί κρίνεται ότι αυτός που δημιουργεί ή εξουσιάζει πηγές κινδύνων για την πρόκληση ζημιών από αυτές πρέπει να ευθύνεται και για την αποκατάσταση των ζημιών, που προκαλούνται, καθόσον λόγοι δικαιοσύνης επιβάλλουν, οι ζημιές που πηγάζουν από τους κινδύνους αυτούς, να βαρύνουν όχι τους ζημιωθέντες, αλλά αυτούς που δημιούργησαν ή εξουσιάζουν τους κινδύνους ανεξάρτητα από πταίσμα τους, όπως η ευθύνη για ζημιές από τα αυτοκίνητα (Ν.

ΓΠΝ/1911), η ευθύνη από την πτώση κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου με το έδαφος (άρθρο 925 Α.Κ.) και η ευθύνη για ζημία που προξένησε μη κατοικίδιο ζώο (άρθρο 924 παρ. 1 Α.Κ.), είτε γιατί κρίνεται ότι εκείνος που χρησιμοποιεί πρόσωπα και πράγματα για να αυξήσει την οικονομική του δραστηριότητα και να αποκομίσει κέρδος, εφ' όσον απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα από τη χρησιμοποίηση αυτών, πρέπει να φέρει και το βάρος των συναφών κινδύνων, όπως στην ευθύνη του προστήσαντος (άρθρο 922 Α.Κ.) και στην ευθύνη του εργοδότη για τα εργατικά ατυχήματα του προσωπικού του (Ν. 551/1915), είτε γιατί η αντικειμενική ευθύνη δικαιολογείται από λόγους επιείκειας, όπως στην ευθύνη του ανίκανου για καταλογισμό για εύλογη ικανοποίηση του παθόντος (άρθρο 918 Α.Κ.) ή στην ευθύνη για εύλογη αποζημίωση αυτού που προκάλεσε ζημία ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης (άρθρο 286 παρ. 1 Α.Κ.).

Η περιπτωσιολογική ρύθμιση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης δημιουργεί ορισμένες φορές αξιολογική αντινομία, αφού είναι δυνατόν να υπάρχουν περιπτώσεις, που δεν ρυθμίζονται ειδικά, ενώ ρυθμίζονται άλλες περιπτώσεις με ίση ή μικρότερη ανάγκη ρύθμισης αυτών. Έτσι δεν ρυθμίζεται και η ευθύνη για ζημίες τρίτων από εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, από τη λειτουργία των οποίων δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος, ενώ και οι εκμεταλλευτές των εγκαταστάσεων αυτών αποκομίζουν από τη λειτουργία τους σημαντικό κέρδος, ενώ ρυθμίζεται και υπάρχει αντικειμενική ευθύνη, όπως προαναφέρθηκε, του κατόχου μη κατοικιδίου ζώου ή κτίσματος, από την κατοχή των οποίων γεννάται πολύ μικρότερος κίνδυνος.

Ειδικότερα η σύγχρονη εκρηκτική επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη παρήγαγε αναγκαία και ένα σύνολο πηγών κινδύνου, που αποτελούν απρόβλεπτη απειλή για τον άνθρωπο και τα αγαθά του. Τέτοιες πηγές κινδύνου προκλήσεως ζημιών συνιστούν λ.χ. τα (επίγεια, υδάτινα και εναέρια) μέσα μαζικής μεταφοράς, οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρισμού και τα δίκτυα διανομής του, οι ανάλογες εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας, φυσικού αερίου και άλλων εύφλεκτων και εκρηκτικών χημικών ουσιών και η αυτοματοποιημένη μαζική παραγωγή προϊόντων.

Η πρόκληση ζημίας από μία τέτοια πηγή κινδύνου περιάγει τον ζημιωθέντα σε δυσχερή θέση αποκαταστάσεως της ζημίας του, διότι η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης, που διέπει, όπως προαναφέρθηκε, το δίκαιο της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης, αποκλείει την αποζημίωση του από τον κάτοχο ή τον εξουσιαστή μίας τέτοιας πηγής κινδύνου, όταν η ζημία δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, οπότε η τυχαία ζημία βαρύνει εν τέλει τον παθόντα.

Επίσης, ο ζημιωθείς δυσχερέστατα αποδεικνύει το πταίσμα (όταν υπάρχει) εκείνου που τον ζημίωσε, ενώ ο τελευταίος, ως κάτοχος της ανάλογης τεχνογνωσίας, ευχερέστατα ανταποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πταίσμα. Έτσι το (αναίτιο) θύμα μίας σύγχρονης πηγής κινδύνων μένει αναποζημίωτο, πράγμα που συνιστά μη αποδεκτή δικαιϊκή πραγματικότητα και καταδεικνύει την αδυναμία πλέον της αρχής της υποκειμενικής ευθύνης να ρυθμίσει, με κοινωνικά δίκαιο τρόπο, τα σύγχρονα ζητήματα της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης.

Απαιτείται συνεπώς μία διαφορετική νομική αντιμετώπιση της ευθύνης από την πρόκληση ζημιών από τέτοιες πηγές ιδιαίτερων κινδύνων, η οποία πρέπει να είναι η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, ο οποίος αφενός δεν μπορεί να ελεγχθεί με την καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και αφετέρου απειλεί άτομα, που λόγω της δομής και οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών, είναι υποχρεωμένα να εκτίθενται σ` αυτόν.

Συνεπώς η αρχή της διακινδύνευσης συνεπάγεται ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας τέτοιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού άλλωστε αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα του.

Η ευθύνη από διακινδύνευση, η οποία είναι συνήθως εξωδικαιοπρακτική και μπορεί να συρρέει με την ευθύνη από αδικοπραξία ή σύμβαση, δεν προϋποθέτει κατά κανόνα πράξη, ούτε παράνομη συμπεριφορά ή πταίσμα του υπεύθυνου. Γεννάται είτε από φυσικά γεγονότα είτε από τεχνικές λειτουργίες ή και ανθρώπινη συμπεριφορά, που δεν είναι πράξη.

Απαιτεί όμως πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πηγής του κινδύνου και της ζημίας. Υπόχρεος σε αποζημίωση είναι ο κάτοχος ή εξουσιαστής της πηγής των ιδιαίτερων κινδύνων. Η επιβάρυνσή του δικαιολογείται ηθικά τόσο από τη νομική αναγνώριση από τη δικαιϊκή τάξη λειτουργίας των πηγών αυτών, όσο και από τα οικονομικά οφέλη (συνήθως μεγάλα) που αντλούνται από τέτοιες πηγές.

Η αποκλειστική προσήλωση στο δόγμα της υποκειμενικής ευθύνης συνεπάγεται την αδυναμία της έννομης τάξεως να αποκαταστήσει σημαντικό ποσοστό από τις ζημίες του σύγχρονου πολίτη και γι` αυτό επιβάλλεται ένας αναπροσανατολισμός στη λειτουργία του δικαίου της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, που θα κατευθύνεται στην αποκατάσταση της ζημίας με την παροχή στο ζημιωθέντα αξίωσης για πλήρη αποζημίωση, όταν η ζημία του αιτία έχει μία τέτοια πηγή κινδύνου, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται και ικανοποιούνται με πληρότητα τα συνταγματικά δικαιώματα του ατόμου για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, την προστασία της ζωής και της υγείας του (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 Συντ.), για την προστασία της ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ.), στην ευρύτητα μάλιστα που η έννοια της ιδιοκτησίας προστατεύεται από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της.

Τα συνταγματικά αυτά δικαιώματα στο πλαίσιο της γενικής αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου αποβλέπουν, μάλιστα, μετά τη ρητή καθιέρωση της αρχής της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), στην κατοχύρωση και προστασία των σχετικών έννομων αγαθών όχι μόνο απέναντι σε κυριαρχικές κρατικές επεμβάσεις, αλλά και απέναντι σε προσβολές τους από φορείς ιδιωτικής εξουσίας στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων.

Με την έννοια αυτή, η εξωδικαιοπρακτική ευθύνη (άρα και η ευθύνη από διακινδύνευση ως μέρος της) αποτελεί μία δευτερογενή προστατευτική λειτουργία των προαναφερόμενων έννομων ατομικών αγαθών και γι` αυτό προάγεται σε ουσιώδες στοιχείο της συνταγματικής τάξεως, αφού διαφορετικά η επιδιωκόμενη από το Σύνταγμα προστασία τους θα παρέμενε ατελής.

Συνεπώς, η προαναφερόμενη αρχή στην "ευθύνη από διακινδύνευση", δηλαδή η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται ικανοποιητικά τα αντίστοιχα ατομικά δικαιώματα.

Ο νομοθέτης, υλοποιώντας το πνεύμα των συνταγματικών αυτών διατάξεων, δεν καθιέρωσε ένα γενικό κανόνα (ρήτρα) για την ευθύνη από διακινδύνευση, αλλά ρύθμισε (εκτός από τα άρθρα 924 παρ. 1, 925 ΑΚ) περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Αυτές είναι: α) Η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (ν.

ΓΠΝ/1911). β) Η ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αεροσκάφος για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (ν. 1815/1988). γ) Η ευθύνη για ζημίες από πυρηνική ενέργεια (ν. 1758/1988, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1897/1990). δ) Η ευθύνη για ζημίες από ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ν. 1650/1986, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1892/1990). ε) Η ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα (ν. 563/1977).

στ) Η ευθύνη για ρύπανση με πετρέλαιο (ν. 314/1976). ζ) Η ευθύνη παραγωγού από ελαττωματικά προϊόντα (ν. 2251/1994), η) Η ευθύνη για εργατικά ατυχήματα που ρυθμίζεται στο ν. 551/1915. Κατά κανόνα, οι ρυθμισμένες από το ελληνικό δίκαιο περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση υπάγονται στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης, αλλά όμως υπάρχουν και περιπτώσεις, που προϋφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, όπως οι ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις ευθύνης του αεροπορικού μεταφορέα και του εργοδότη επί εργατικού ατυχήματος.

Στις αρρύθμιστες περιπτώσεις, όπως λ.χ. η ευθύνη για ζημίες από τις εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, η υποχρέωση του κατόχου ή εξουσιαστή της πηγής, από την οποία εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως, όπως αναφέρθηκε, στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις που επιβάλλουν και στους ιδιώτες το σεβασμό και την προστασία των αντίστοιχων έννομων αγαθών.

Επίσης, η θεμελίωση ευθύνης από διακινδύνευση στις ανωτέρω περιπτώσεις μπορεί να γίνει και με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων, που ήδη ισχύουν για τις προαναφερόμενες ρυθμισμένες περιπτώσεις, αφού ο νομοθέτης, ρυθμίζοντας μερικές μόνο περιπτώσεις κατά τον τρόπο αυτό, δεν ήθελε (ενόψει και της καθολικότητας των ανωτέρω συνταγματικών επιταγών) να ρυθμίσει εξαιρετικά μόνο αυτές και να αποκλείσει από μία παρόμοια ρύθμιση τις λοιπές, αλλά εξ αιτίας της περιπτωσιολογικής ρυθμίσεως που ακολούθησε, εκφράσθηκε στενότερα απ` ό,τι ήθελε.

Οπωσδήποτε, όμως, στις αρρύθμιστες αυτές περιπτώσεις, όταν προϋφίσταται συμβατικός δεσμός μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, προκειμένου να επιρριφθεί στον κάτοχο ένα επιζήμιο αποτέλεσμα, που προκλήθηκε από μια τέτοια πηγή κινδύνων, πρέπει πρωτίστως να διαπιστωθεί ότι τούτο τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το σχετικό αντικείμενο ή την επικίνδυνη δραστηριότητα, να έχει δηλαδή η ζημία ως άμεση αιτία μία τέτοια πηγή κινδύνου, αποτελώντας αποκλειστική συνέπεια αυτής καθ' εαυτής της κινδυνώδους λειτουργίας του αντικειμένου ή της δραστηριότητας, που θα μπορούσε να προκληθεί και χωρίς τον ανωτέρω συμβατικό δεσμό (ΑΠ 1904/2022).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ 2/2019, ολΑΠ 4/2018, ΑΠ 245/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 7-5-2009 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε στην ασφαλισμένη της εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." το ποσό των 19.945,52 ευρώ για τις ζημίες που υπέστη η τελευταία την 2-8-2007, λόγω πλημμύρας, στο κατάστημά της στην Θεσσαλονίκη και έτσι υποκαταστάθηκε στα δικαιώματά της.

Η ζημία αυτή της ασφαλισμένης της οφείλεται στη βλάβη του δικτύου της αρχικά εναγομένης εταιρίας "....", στη θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα στη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος του δικτύου της αναιρεσείουσας, λόγω βλάβης του υπογείου καλωδίου του, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η λειτουργία του συστήματος άντλησης υδάτων, που ήταν εγκαταστημένο στο ως άνω κατάστημα της ασφαλισμένης της, με περαιτέρω αποτέλεσμα να πλημμυρίσει και να προκληθεί η ανωτέρω ζημία.

Το γεγονός αυτό οφειλόταν σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης καθόσον κατ' ακριβή προς τούτο μεταφορά "... [ι] αθέτησε με την αμελή συμπεριφορά της την υποχρέωσή της για ασφαλή και συνεχή παραγωγή, μεταφορά και παροχή ηλεκτρικής ενέργειας [ως αποκλειστική πάροχος] προς την εν λόγω καταναλώτρια, μη καταβάλλοντας την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και διαψεύδοντας την εμπιστοσύνη της για συνεχή και αδιάλειπτη παροχή, κατ' αποκλειστικότητα ενός τόσο σημαντικού αγαθού, όπως ο ηλεκτρισμός...

παράνομη συμπεριφορά που στοιχειοθετείται και στο γεγονός ότι η διακοπή παροχής του ρεύματος από την εναγόμενη συνιστά αντισυναλλακτική συμπεριφορά ...καθώς αποκλίνει από εκείνη την συμπεριφορά που πρέπει να επιδείξει ο μέσος εκπρόσωπος του επαγγελματικού κύκλου της εναγόμενης... [ιι] ως υπεύθυνη για τη συντήρηση και λειτουργία των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την αδιάλειπτη και χωρίς διακοπές παροχή του προς το ένδικο κατάστημα...

και [ιιι] ευθύνεται διότι σ' αυτήν έχει ανατεθεί η πραγματοποίηση του ενεργειακού προγράμματος της χώρας και διαθέτει το αποκλειστικό προνόμιο της κατασκευής, λειτουργίας και εκμετάλλευσης αφενός του εθνικού δικτύου μεταφοράς του ηλεκτρικού ρεύματος και των αναγκαίων γραμμών και δικτύων διανομής αυτού και αφετέρου της διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας μέσω πρωτογενών και δευτερογενών δικτύων διανομής και των σχετικών υποσταθμών...

σ' αυτήν, τέλος ανήκει και η κατασκευή, συντήρηση και λειτουργεία εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ως και δικτύων μεταφοράς και διάθεσης αυτής ικανών να ανταποκριθούν στις δημόσιες και ιδιωτικές ανάγκες ολόκληρης της χώρας. Πρόκειται, δηλαδή, για ευθύνη από διακινδύνευση της εναγόμενης, καθόσον κατέχει μία σύγχρονη πηγή κινδύνου [ηλεκτρισμός], που απειλεί καθημερινά τον αναγκαστικά εκτιθέμενο στον κίνδυνο αυτό άνθρωπο της εποχής μας, με πρόκληση ζημιών που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ή, πολύ περισσότερο, να εμποδίσει...

είναι κάτοχος της πηγής αυτής των ιδιαίτερων κινδύνων και αντλεί όλα τα οφέλη από τη λειτουργία της, εισπράττοντας προς τούτο πάγια και ανταποδοτικά τέλη, λόγω της αποκλειστικότητάς της, είναι υπόχρεη να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το εάν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητά της...".

Με το ιστορικό αυτό η αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 19. 495,52 ευρώ, σωρεύοντας παραδεκτά τις νομικές βάσεις από ενδοσυμβατική ευθύνη, αδικοπρακτική ευθύνη, ευθύνη από τις διατάξεις περί προστασίας του καταναλωτή (Ν. 2251/1994) και από αντικειμενική ευθύνη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 12609/2018 απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις παραπάνω βάσεις της αγωγής, πλην της βάσης από αντικειμενική ευθύνη, την οποία απέρριψε ως νομικά αβάσιμη. Κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 12609/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 26-3-2019 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 652/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως προς τις παραπάνω βάσεις της αγωγής από τη σύμβαση, την αδικοπραξία και την ευθύνη από τις διατάξεις περί προστασίας του καταναλωτή, ενώ έγινε δεκτή η έφεση ως προς τις διατάξεις από την αντικειμενική ευθύνη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η αρχικά εναγόμενη "...", η οποία κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν κυρία και εκμεταλλεύτρια του ζημιογόνου υπογείου καλωδίου, ευθύνεται, ...

για αποζημίωση της ζημιωθείσας εταιρίας "... Ε.Π.Ε.", έστω και αν η ζημία δεν προήλθε από κάποια πράξη ή παράλειψη αρμοδίων υπαλλήλων της, αλλά από ενδογενές, ανυπαίτιο γι' αυτήν, αίτιο της τεχνικής λειτουργίας των εγκαταστάσεων της και συγκεκριμένα του υπογείου καλωδίου της. Οι εγκαταστάσεις της γενικότερα, μέρος των οποίων ήταν και το ένδικο υπόγειο καλώδιο, συνιστούν ένα πλήρες, μονοπωλιακό μάλιστα, δίκτυο παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και απ' αυτές λόγω της φύσεως τους εκπορεύεται ένας ιδιαίτερος κίνδυνος, που αφενός δεν μπορεί να ελεγχθεί με την καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και αφετέρου απειλεί άτομα [φυσικά ή νομικά] που λόγω της δομής και οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών είναι υποχρεωμένα να εκτίθενται σ' αυτόν, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση η περιουσία της άνω επιχείρησης.

Η αρχή της διακινδύνευσης συνεπάγεται ότι η Δ.Ε.Η. ως κάτοχος και εξουσιαστής μιας τέτοιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένη, αφού άλλωστε αντλεί οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκλήθηκε στην άνω επιχείρηση από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα κάποιου υπαλλήλου ή οργάνου της.

Απαιτείται βέβαια πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πηγής του κινδύνου [υπόγειου καλωδίου] και της ζημίας της εταιρίας "... Ε.Π.Ε." που συντρέχει εν προκειμένω, αφού η διακοπή της λειτουργίας του εγκατεστημένου από την ανωτέρω εταιρία συστήματος άντλησης των υδάτων του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα προήλθε από τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, που οφειλόταν σε βλάβη του υπογείου καλωδίου του δικτύου της …, όπως συνομολογείται στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από την καθολική της διάδοχο νυν εφεσίβλητη ... .

Δεδομένου δε ότι, η ένδικη αγωγή περιέχει σωρευτικά με τις λοιπές ... απορριφθείσες βάσεις [της ενδοσυμβατικής ευθύνης, της αδικοπρακτικής ευθύνης και της ευθύνης από τις διατάξεις περί προστασίας του καταναλωτή Ν. 2251/1994] τέτοια πραγματική και νομική βάση περί ευθύνης από διακινδύνευση, και συντρεχόντων των αναγκαίων για την στοιχειοθέτησή της στοιχείων, ήτοι: [ι] της δραστηριότητας της Δ.Ε.Η. [δίκτυο παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας] που άλλωστε είναι νομοθετημένη, και ήδη έχει περιέλθει στην συνεχίζουσα τη δίκη καθολική της διάδοχο "...

Α.Ε.", [ιι] της ένταξης του κινδυνογόνου υπόγειου καλωδίου στο δίκτυο της και [ιιι] της διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος λόγω βλάβης του υπογείου καλωδίου, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας της άνω εταιρίας, μη διακοπτόμενης αυτής λόγω της ύπαρξης του συστήματος άντλησης υδάτων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εφεσίβλητη, σημειουμένου επιπροσθέτως ότι η κινδυνώδης φύση του δικτύου της εναγόμενης που συνιστά ζήτημα αποδείξεως είναι απόρροια της φύσεως τόσο της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται και διανέμεται απ' αυτό, όσο και της προηγμένης τεχνολογίας που χρησιμοποιείται βάσιμα κρίνεται ότι η αρχικά εναγόμενη "...." και ήδη η καθολική διάδοχός της εφεσίβλητη, οφείλει χωρίς άλλο να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε από τη λειτουργία των εγκαταστάσεων της στην -σε κάθε περίπτωση αναίτια- εταιρία "...

Ε.Π.Ε.", συνολικού ύψους, κατά τα ήδη προρρηθέντα και μη αμφισβητούμενα, δεκαεννέα χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και πενήντα δύο λεπτών [19.495,52 €]. Εφόσον δε, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στην τελευταία ασφαλισμένη της το άνω ποσό ως ασφαλιστική αποζημίωση, υποκαταστάθηκε ... αυτοδικαίως, από το χρόνο καταβολής της αποζημιώσεως, στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της έναντι της "...." και ήδη εφεσίβλητης "...

Α.Ε.", και συνεπώς, πρέπει v' αναγνωριστεί η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Συνακόλουθα πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη δεκτού γενομένου ως βάσιμου του πρώτου λόγου της έφεσης ...

που συνδέεται με τη σωρευόμενη αγωγική βάση περί ευθύνης της αρχικά εναγόμενης "...." και της καθολικής διαδόχου της "... Α.Ε.", η οποία εσφαλμένα ... απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη αναγκαίως δε και κατά η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης που θα καθορισθεί εξαρχής...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι είναι νόμιμη η αγωγή ως προς τη σωρευόμενη βάση της ευθύνης από διακινδύνευση, δέχθηκε κατά το μέρος αυτό την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει την ανωτέρω βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, στη συνέχεια, κρατώτας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή, κατά την προαναφερόμενη βάση, ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 19.495,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 5, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων που προβλέπουν περιπτωσιολογικά την ευθύνη από διακινδύνευση, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αποδίδοντας σε αυτές περιεχόμενο που δεν έχουν και συνάγοντας από αυτές, εσφαλμένα, αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση χωρίς διαφυγή της κινδυνώδους κατάστασης του ηλεκτρικού ρεύματος από το δίκτυο της αναιρεσίβλητης με πτώση, έκρηξη, διαρροή ή οποιονδήποτε άλλο ανάλογο τρόπο, καθόσον, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ζημία της ενάγουσας δεν προήλθε από τη διαφυγή ηλεκτρικού ρεύματος από το υπόγειο δίκτυο της εναγομένης, δηλαδή από αυτή καθ' εαυτή την κινδυνώδη λειτουργία της ένδικης εγκατάστασης μεταφοράς του ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά από την διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην επιχείρηση της ασφαλισμένης στην ενάγουσα εταιρίας, στα δικαιώματα της οποίας αυτή υποκαταστάθηκε, με αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσίβλητης από διακινδύνευση. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια και επειδή δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να κρατηθεί, να δικαστεί και να απορριφθεί η έφεση της αναιρεσίβλητης, με την οποία παραπονείται για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής της από την ευθύνη διακινδύνευσης ως μη νόμιμης. Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσίβλητη, τόσο για το δεύτερο βαθμό όσο και για την παρούσα δίκη (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 652/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την έφεση και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από την ευθύνη από διακινδύνευση.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που είχε καταθέσει.

Καταδικάζει την εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης-αναιρεσείουσας και ορίζει αυτά στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ