Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on contract price disputes and enforcement procedures.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court's decision lacked legal basis and contained contradictions regarding oral contract formation and price terms. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning clear, consistent, and fully supported by the evidence and statutory requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is admissible if filed within the statutory period and must be examined on its merits, rejecting arguments based on vague factual descriptions or internal contradictions in the lower court's reasoning when the record is clear.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1503 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1503/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΙΝΤΡΑΚΑΤ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε" και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Κοτοβού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/11/2019 αίτησή της και τους από 30/7/2021 και 13/9/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 29-11-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 54/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 22-6-2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 153/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία είχε δεχθεί την από 21-3-2016 αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι από 30-7-2021 και 13-9-2021 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, ενώ κατά το άρθρο 694 του ίδιου Κώδικα, η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου...
αν η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνουν τμηματικά, η αμοιβή καταβάλλεται μόλις γίνει η παράδοση κάθε τμήματος. Κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων από δικονομική άποψη, για την έννοια του ορισμένου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της αγωγής με την οποία ο ενάγων επιδιώκει την καταβολή της εργολαβικής του αμοιβής, οφείλει να επικαλεστεί στο δικόγραφο αυτής (ΑΠ 597/2015) τη σύμβαση μίσθωσης έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση, που καταρτίσθηκε, το έργο, που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεσθεί, την εκτέλεση και παράδοση ή την προσφορά του έργου και τη συμφωνηθείσα αμοιβή και αν αυτή έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέσθηκαν (ΑΠ 508/2008, ΑΠ 1336/2008).
Ο ακριβής χρόνος κατάρτισης της εργολαβικής σύμβασης δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, εκτός αν ανακύπτει ζήτημα παραγραφής (Α.Π. 1569/2013, Α.Π. 1255/2010). Επομένως, δεν ανήκει στα θεμελιωτικά γεγονότα της εν λόγω αγωγής, με την έννοια της πληρότητας της ιστορικής βάσης αυτής, ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης έργου και συνεπώς αν λείπει δεν καθίσταται αόριστο το δικόγραφο, εκτός αν λόγω ειδικών περιστάσεων, όπως της παρεμβολής χρονικώς περισσοτέρων, διαφόρων κατά περιεχόμενο δικαίων, ανακύπτει θέμα εφαρμογής ενός από αυτά ή αν το στοιχείο του χρόνου παρεμβαίνει στον καθορισμό του επιδιωκομένου αποτελέσματος ή αν συνδέεται προς την ίδια την ουσία της επιδιωκόμενης καταστάσεως, όπως αυτή καθορίσθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Με την αυτή έννοια δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής η έγγραφη ή προφορική κατάρτιση της σύμβασης έργου, εφόσον για την εν λόγω σύμβαση δεν απαιτείται η τήρηση του εγγράφου τύπου, και ο τόπος συνομολόγησης αυτής, αν από το στοιχείο αυτό δεν επηρεάζεται η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι "η ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία ισχυρίζεται ότι δυνάμει σύμβασης μίσθωσης έργου, που καταρτίστηκε, το έτος 2010 και περί τους φθινοπωρινούς μήνες, άτυπα (=προφορικά), ανέλαβε το έργο της κατασκευής σταθμών βάσεων τηλεπικοινωνιών για εταιρείας τηλεφωνίας, μεταξύ των οποίων και της εταιρείας "VODAFONE" σε τούνελ της Εθνικής Οδού Αθηνών-Πατρών με ειδική αναφορά στις ονομασίες αυτού ανά τμήμα, προσδιορίζοντας επαρκώς την ταυτότητα του έργου, κατόπιν τεχνικών σχεδίων κατασκευής και αποπεράτωσης των εργασιών αυτών, όπως επίσης με βάση τα χορηγηθέντα σε αυτήν υλικά.
Επίσης, εκθέτει ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα θα προσδιοριζόταν με βάση τον τιμοκατάλογο της υπ' αριθμόν 035/2010 σύμβασης πλαισίου, που είχε υπογραφεί κατά την προηγούμενη εκτέλεση εργασιών, επισυνάπτοντας το σχετικό τιμοκατάλογο και ότι το έργο παραδόθηκε στις 24-3-2011, με ειδικότερη αναφορά στα ημερολόγια εργασιών, στα οποία γίνεται ακριβής περιγραφή των τεχνικών εργασιών ανά ημέρα, επισυνάπτοντας προς τούτο τα σχετικά ημερολόγια και κατ' αυτό τον τρόπο προσδιορίζοντας το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου.
Ζήτησε δε να της επιδικαστεί το χρηματικό ποσό των 39.855, 41 ευρώ το οποίο αρνείται να της καταβάλλει η εναγόμενη ανώνυμη Εταιρεία, μολονότι η τελευταία παρέλαβε τούτο, κατά τον προσήκοντα τρόπο, περιερχόμενη σε κατάσταση υπερημερίας περί την οφειλή της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή περιλαμβάνει το σύνολο των αναγκαίων εκείνων περιστατικών, που αντιστοιχούν στους δικαιοπαραγωγικούς όρους των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου για το εργολαβικό αντάλλαγμα ....
από την παράδοση του έργου, αφού από το συνδυασμό του τιμοκαταλόγου και του ημερολογίου εργασιών, στις οποίες αναφέρεται ότι εκτέλεσε η ενάγουσα εταιρεία στα πλαίσια της συναφθείσας σύμβασης μίσθωσης έργου προκύπτει και προσδιορίζεται επακριβώς το εργολαβικό αντάλλαγμα- αμοιβή της για το εκτελεσθέν από αυτήν έργου.
Συνεπώς, η ένδικη αγωγή τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και δεκτική δικαστικής αξιολόγησης για τον έλεγχο της νομικής βασιμότητας της αλλά και για να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις, ενώ συγχρόνως παρασχέθηκε η δυνατότητα στην εναγόμενη εταιρεία η δυνατότητα να αμυνθεί κατ' αυτής, όπως άλλωστε έπραξε αυτή ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την προβολή των σχετικών ενστάσεων". Με το να δεχθεί αυτά το Εφετείο κρίνοντας ότι η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, απορρίψαν το σχετικό πρώτο λόγο έφεσης δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου αυτής και επομένως, ο πρώτος λόγος της ένδικης αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη κατά τα προαναφερθέντα στοιχεία, ενώ ιδίως ως προς τον τελευταίο δήθεν δεν αναφέρει τον χρόνο παράδοσης του έργου, πράγμα που συνέχεται με την επιδίκαση τόκων επί του αιτηθέντος κεφαλαίου κατ' εφαρμογή του άρθρου 694 ΑΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση με το να δεχθεί την επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της ημερολογίων έργου δηλ.
κατά την παράδοση του έργου στις 24-3-2011, έσφαλε διότι έπρεπε να επιδικάσει τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, επειδή ουδέποτε έλαβε χώρα παράδοση του συμφωνηθέντος έργου κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 694 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι αν η αμοιβή συνίσταται σε χρήματα και δεν πιστώθηκε, είναι τοκοφόρα από την παράδοση του έργου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση νομικής εσφαλμένης εφαρμογής του κανόνος δικαίου του άρθρου 694 ΑΚ βάλει κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξ άλλου οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.
Α.Π. 26/2004). Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 410/2018, 396/2017, 1039/2015). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1258/2004). Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 397/2011). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).
Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 683/2010, 527/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης δέχθηκε τα ακόλουθα: Μεταξύ των διαδίκων εταιρειών καταρτίστηκε, στις 4.1.2010 η υπ' αριθμ. 035/2010 σύμβαση πλαίσιο, με την οποία, συμφωνήθηκαν οι προϋποθέσεις και οι όροι, κάτω από τους οποίους η εναγόμενη ανώνυμη Εταιρεία θα αναθέτει στην ενάγουσα ετερόρρυθμη Εταιρεία την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των οικοδομικών εργασιών καθώς, και των ηλεκτρομηχανολογικών και των τηλεπικοινωνιακών εργασιών σε σταθμούς βάσης (cell cites) κινητής και σταθερής τηλεφωνίας, ως υπεργολάβου, την κατασκευή των οποίων (σταθμών βάσης) αναλαμβάνει η εναγόμενη ως εργολάβος με συμβάσεις που καταρτίζει με εταιρείες κινητής και σταθερής τηλεφωνίες.
Στην έγγραφη σύμβαση αυτή και ειδικότερα στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I αυτής, συμπεριλήφθηκαν σχετικοί τιμοκατάλογοι εργασιών. Η διάρκεια της σύμβασης πλαισίου συμφωνήθηκε αρχικά έως την 31-3-2010 και στη συνέχεια με βάση το Α' τροποποιητικό συμπλήρωμα της σύμβασης αυτής, παρατάθηκε η χρονική ισχύς της μέχρι την 31-12-2010.
Μεταξύ των όρων, που διαλαμβάνονταν στο συγκεκριμένο ιδιωτικό συμφωνητικό, περιλαμβανόταν και ο υπ' αριθμόν 16 όρος, με βάση τον οποίο οριζόταν ότι οι όροι της σύμβασης μπορούν να τροποποιηθούν μόνο μετά από γραπτή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών. Κατά την ερμηνεία του σχετικού όρου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Αστικού Κώδικα, προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη αποσκοπούσαν όντως στην τήρηση του εγγράφου τύπου αναφορικά όμως με την εκάστοτε ισχύουσα σύμβαση, της οποίας η διάρκεια ήταν δικαιοπρακτικά ορισμένη εκ των προτέρων και δεν θα καταλάμβανε αναγκαστικά το σύνολο των συμφωνιών, που θα σύναπταν τα μέρη στο μέλλον, επεκτεινόμενη στο σύνολο της μεταξύ τους συνεργασίας, αφού για κάθε συνεργασία τους, όπως πρόκειται να εκτεθεί στη συνέχεια, τηρούσαν όντως τον έγγραφο τύπο (βλ.
σχετ. το υπ' αριθμόν 540/2011, το οποίο υπογράφηκε ανάμεσα στα διάδικα μέρη την 08/08/2011, όπως και το υπ' αριθμόν 606/2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε την 12η Σεπτεμβρίου του έτους 2011 με χρόνο διάρκειας μέχρι την 30η Δεκεμβρίου του έτους 2011, όπου και πάλι συμπεριέλαβαν αυτούσιο και τον υπ' αριθμόν 17 όρο με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, κάτι, που επαναλήφθηκε και στο υπ' αριθμόν 620/2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, στα πλαίσια ανάληψης από την εναγόμενη εταιρεία έργων από εταιρείες τηλεφωνίας).
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι επιλεγόταν ανάμεσα στα μέρη ο έγγραφος τύπος χωρίς ωστόσο αυτό να αποκλείει τη δυνατότητα και προφορικής ανάθεσης εκτέλεσης παραγγελίας από εταιρεία τηλεφωνίας προς την εναγόμενη εταιρεία, ως εργολάβος, η οποία με τη σειρά της ανέθετε την εκτέλεση μέρους του έργου στην ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία, με την ιδιότητα της υπεργολάβου.
Στη συνέχεια, η εναγόμενη ανώνυμη Εταιρεία ανέθεσε στην ενάγουσα την εκτέλεση εργασιών αναγκαίων για την κατασκευή σταθμών βάσης σταθμών βάσης στην Εθνική Αθηνών - Πατρών, με τις κάτωθι ονομασίες: 1. Α3- Α4 SOUTH KOINA στην οποία συμμετείχαν οι εταιρείες VODAFONE, WIND και COSMOTE, 2. 3457 Α3-Α4 SOUTH στην οποία συμμετείχε μόνον η εταιρεία VODAFONE, 3. 3458 C1-C2 NORTH στην οποία συμμετείχε μόνο η εταιρεία VODAFONΕ, 4.
C1-C2 NORTH KOINA στην οποία συμμετείχαν οι εταιρείες VODAFONE, WIND και COSMOTE, 5. 3459 D1- D2 SOUTH, στην οποία συμμετείχε μόνο η εταιρεία VODAFONE και 6. 3459 D1-D2 SOUTH KOINA, στην οποία συμμετείχαν οι εταιρείες VODAFONE, WIND και COSMOTE. Ειδικότερα, για τις εργασίες (δομικές και τηλεπικοινωνιακές) αναγκαίες για την κατασκευή σταθμών βάσης των εταιρειών COSMOTE και WIND, που κατατέθηκαν στην ενάγουσα ως υπεργολάβος και εκτελέστηκαν από αυτήν, καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων οι υπ' αριθμ. 540/2011 και 620/2011 συμβάσεις και έχει καταβληθεί σε αυτήν το συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα, ύψους 29.790,58 ευρώ και 34.672,68 ευρώ αντίστοιχα.
Ωστόσο, για τις εργασίες (οικοδομικές, ηλεκτρομηχανολογικές και τηλεπικοινωνιακές) για την κατασκευή σταθμών βάσης για λογαριασμό της εταιρείας VODAFONE δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος αλλά αυτή καταρτίστηκε άτυπα (=προφορικά) μεταξύ των διαδίκων. Συγκεκριμένα, η εκτέλεση των εργασιών αυτών (για λογαριασμό της εταιρείας VODAFONE) ανατέθηκε στην ενάγουσα από την εναγόμενη κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ τους, περί το Φθινόπωρο του 2010, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με επίκληση μεταξύ τους ηλεκτρονική αλληλογραφία και ιδίως από τα με ημερομηνία 22-10-2010 ηλεκτρονικά μηνύματα, που αντάλλαξαν μεταξύ τους και στα οποία γίνεται αναφορά στα σχέδια και στην τεχνική περιγραφή των επίδικων έργων με τις ανωτέρω ονομασίες (Α3-Α4 SOUTH,C1-C2 NORTH, D1-D2 SOUTH) και στους ιδιαίτερους κωδικούς που αφορούσαν στον πάροχο VODAFONE (VF 3457, VF 3458, VF 3459).
Εκτός της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, τούτο επιβεβαιώνει ο ενόρκως εξετασθείς Γ. Μ. του Ν., ο οποίος στην υπ' αριθμόν 2073/2016 ένορκη βεβαίωσή του ανέφερε μεταξύ άλλων "ήμουν εργαζόμενος την περίοδο εργασιών των τούνελ της Πάτρας. Φόρτωνα το ηλεκτρο- μηχανολογικό υλικό, τις μεταλλικές κατασκευές και τα παρελκόμενα για την εγκατάσταση και για τις τρεις εταιρείες κινητής τηλ/νίας.
Φόρτωνα από την Intrakat-Wind- Vodafone & Cosmote. Τα διένεμα στους σταθμούς (τούνελ Πάτρας) κι εργαζόμουν παράλληλα στην εγκατάσταση τους, όπως τοποθέτηση μεταλλικών καναλιών, ιστών, κεραιών, μηχανημάτων μαζί με άλλους τεχνικούς. Τα έργα ήταν διαφορετικά και είχαν κάποια κοινά σημεία. Από όσο γνωρίζω έχουν πληρωθεί τα έργα της cosmote-wind και είναι απλήρωτο το έργο της Vodafone το οποίο δουλεύει κανονικά".
Επίσης, η εξετασθείσα μάρτυς Μ. Γ. στην υπ' αριθμόν 2075/13-6-2016 ένορκη βεβαίωσή της ανέφερε μεταξύ άλλων: "...Ήμουν υπεύθυνη της ηλεκτρονικής επικοινωνίας με τους αντίστοιχα υπεύθυνους της Intrakat: Παραλάμβανα τα δελτία αποστολής της Intrakat: δεν είχαν τιμές, αλλά είχε συμφωνηθεί ότι στο τέλος θα τιμολογούνταν με τις τιμές του προηγούμενου τιμοκαταλόγου.
Για τις άλλες δύο εταιρείες, η συνεργασία εξελίχθηκε ομαλά, για τη Vodafone ενώ το έργο προχωρούσε δεν έστελναν σύμβαση παρά μόνο όταν το παρέλαβαν και στις έντονες αντιδράσεις για πληρωμή, έστειλαν μία σύμβαση μετά την ολοκλήρωση του έργου με διαφορετικό τιμοκατάλογο από τον προηγούμενο με χαμηλότερες τιμές και με πολύ αυστηρούς όρους.
Μερικές φορές φορτώνονταν τα υλικά από τις εταιρείες και πήγαιναν απευθείας τα υλικά στην Πάτρα. Ήμουν υπεύθυνη προσωπικού για τα άτομα, που εργάζονταν. Ενημερωνόμουν για τις εργασίες, που γίνονταν στο τούνελ από τους τεχνικού Έγραφα το ημερολόγιο έργου προς την Intrakat. Παραλάμβανα τις πιστοποιήσεις ηλεκτρονικά και τιμολογούσα".
Οι καταθέσεις αυτές ενισχύονται τόσο από τα επισυναφθέντα στο από 22 Οκτωβρίου 2010 έγγραφο σχέδια και τεχνική περιγραφή του έργου και για τις τρεις εταιρείες τηλεφωνίας, που απεστάλησαν ηλεκτρονικά από το Γ. Σ. με αποδέκτη τον Κ. Κ. σχετικά με το έργο στην Πάτρα υπό στοιχεία Α3-Α4 South (VF 3457- CM 5887- WD 7534) και το συνημμένο Α3-Α4 South rar, από το οποίο προκύπτει η αποστολή σχεδίων ανάμεσα στους τεχνικούς των δύο διάδικων μερών, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σύμφωνα με τα οποία αποκλείεται η πρόσβαση τεχνικών κλιμακίων της ενάγουσας εταιρείας στους χώρους και εγκαταστάσεις των βάσεων τηλεφωνίας και η διενέργεια τέτοιων περίπλοκων εργασιών χωρίς τη συναίνεση από την πλευρά της εναγόμενης εταιρείας και των εταιρειών αυτών για ικανό χρονικό διάστημα σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιουδήποτε κινήτρου για την ενάγουσα να προβεί δια των προστηθέντων αυτής οργάνων σε εκτέλεση του έργου χωρίς την ύπαρξη συμφωνίας και του εξ αυτού του λόγου προσδοκία είσπραξης αμοιβής.
Αντίθετα με τους δύο προηγούμενους μάρτυρες, που τυγχάνουν αυτόπτες και αυτήκοοι των όσων κατέθεσαν και εισέφεραν στη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο ενόρκως εξετασθείς Γ. Σ. του Κ. δεν συνεισέφερε οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό αναφορικά με την ανάθεση από την εναγόμενη- ανάληψη αντίστοιχα από την ενάγουσα εταιρεία του έργου, αν και είχε επικοινωνία με τον Κ.
Κ., με ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (e-mail), η οποία ως γεγονός επιβεβαιώθηκε από τη μάρτυρα Μ. Γ.. Απλά και μόνο περιορίζεται στην ακολουθούμενη πρακτική της εναγόμενης εταιρείας "... Ωστόσο, η εταιρεία μας δεν υπέγραψε ποτέ σύμβαση με την "...." για την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών, δεν υπάρχει καμία εγκεκριμένη πιστοποίηση εργασιών, όπως ενημερώθηκα από το λογιστήριο, ενώ δεν έχει αποστείλει ποτέ τιμολόγιο για την πληρωμή της ζητούμενης αμοιβής", ενώ δεν παρέχει οποιαδήποτε διασάφηση ή εξήγηση για μία τέτοια επικοινωνία και αποστολή σχεδίων και τεχνικών περιγραφών του έργου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Συνεπώς, προέκυψε τόσο η ανάθεση όσο και η εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου από την ενάγουσα εταιρεία, χωρίς να συναφθεί έγγραφη σύμβαση, η έλλειψη της οποίας ωστόσο δεν αναιρεί το γεγονός της εκτέλεσης του έργου. Αφού εκτελέστηκαν οι εργασίες για την κατασκευή σταθμών βάσης της εταιρείας Vodafone στην περιφερειακή οδό Πατρών, η εναγόμενη εταιρεία απέστειλε στην ενάγουσα ένα σχέδιο σύμβασης έργου, το υπ' αριθμ. 606/12-9-2011 συμφωνητικό συνεργασίας, προκειμένου να υπογραφεί από την ενάγουσα εταιρεία και με το οποίο ρυθμίζονταν οι όροι και οι προϋποθέσεις, κάτω από τις οποίες γινόταν σε αυτήν από την εναγόμενη η εκτέλεση εργασιών, που αφορούσαν σε κατασκευή σταθμών βάσης για λογαριασμό της VODAFONE.
Στο συγκεκριμένο σχέδιο, η διάρκεια ισχύος της συμφωνίας ορίζονταν με αναδρομική ισχύ, δηλαδή, από την 3/1/2011 έως 30/12/2011. Τελικά, η έγγραφη αυτή σύμβαση, δεν υπογράφτηκε, καθώς οι διάδικοι δεν συμφώνησαν ως προς το σύνολο των όρων, που συμπεριλήφθηκαν σε αυτήν. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι κατά την προφορική συμφωνία των διαδίκων για την ανάθεση των ένδικων έργων, που έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε τον Φθινόπωρο του 2010, συμφωνήθηκε ότι η τιμολόγηση των επιμέρους εργασιών, που ήταν αναγκαίες για την, εκτέλεση των έργων, θα γινόταν σύμφωνα με τον αναλυτικό., τιμοκατάλογο, που περιλαμβάνονταν στην αρχική υπ' αριθμ. 035/2010 σύμβαση πλαίσιο.
Σχετικά κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης Κ. Κ. στην υπ' αριθμ. 2074/13.06.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θήβας Α. Β., όπου ανέφερε ανάμεσα στα άλλα: "Το κόστος των εργασιών συμφωνήθηκε ότι θα ήταν αυτό του ήδη υπάρχοντος τιμοκαταλόγου από την προηγούμενη σύμβαση" και αφετέρου δε η μάρτυρας απόδειξης Μ.
Γ. στην υπ' αριθμ. 2075/13.06.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου: "Τα δελτία αποστολής από την Intrakat δεν είχαν τιμές, αλλά είχε συμφωνηθεί ότι στο τέλος θα τιμολογούνταν με τις τιμές του προηγούμενου τιμοκαταλόγου". Εξάλλου, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδίως από τα ενσωματωμένα στην αγωγή ημερολόγια έργου με ημερομηνία 24-3-2011, στα οποία εμφαίνονται αναλυτικά οι εκτελεσθείσες εργασίες, τα υλικά και ο εξοπλισμός, που εγκαταστάθηκε, καθώς και το έργο, στο οποίο αφορούν σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα δελτία αποστολής διαφόρων ειδών (καλωδίων, κεραιών κλπ) αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα παρέδωσε στην εναγόμενη έως τις 24-3-2011, τα ανωτέρω ανατεθέντα σε αυτήν έργα- σταθμούς βάσεις στην Εθνική Αθηνών - Πατρών, αναφορικά με την εταιρεία VODAFONE, στα οποία εκτέλεσε τις ακόλουθες συμφωνημένες εργασίες έναντι των ακόλουθων αμοιβών...(αναφέρονται οι αμοιβές για καθένα των εκτελεσθέντων έργων και τα χρησιμοποιηθέντα υλικά)".
Στη συνέχεια η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το συνολικό ποσό της αμοιβής στη ενάγουσας ανέρχεται σε 39.855,41 ευρώ, και ότι η απαίτηση αυτή έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, απορρίπτοντας τον αντίστοιχο ισχυρισμό της εναγομένης ότι δεν είχε λάβει χώρα έγκριση και η πιστοποίηση του έργου δεχόμενη ότι "όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 26.11.2015 εξώδικης διαμαρτυρίας- πρόσκλησης και δήλωσης της ενάγουσας εταιρείας, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη την 4η Δεκεμβρίου (βλ.
σχετ. την υπ' αριθμ. 2520Δ'/2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Κ.), η ενάγουσα προέβη σε όχληση προς την εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει το χρηματικό ποσό των 39.940,82 ευρώ πλέον του αναλογούντος σε αυτό το ποσό ΦΠΑ, ποσοστό 23% (9.186,39 ευρώ), κατόπιν αποστολής ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e-mails) στην εναγόμενη, προκειμένου η τελευταία να συμπράξει στην πράξη πιστοποίησης χωρίς τελικά να συμπράξει και να λάβει χώρα η πιστοποίηση της εκτέλεσής του, με συνέπεια να έχει λάβει χώρα όχληση και ως εκ τούτου να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η βαρύνουσα την εναγόμενη εταιρεία οφειλή, σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 340 του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι δεν υπήρχε έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, που να προβλέπει αυτό, αναφορικά με το συγκεκριμένο έργο, αλλά ούτε η συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών διεπόταν από την υπ' αριθμ. 035/2010 σύμβαση- πλαίσιο, η ισχύς της οποίας είχε λήξει.
Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη μιας τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ούτε από την υπ' αριθμ. 6536/2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Σ. Κ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Χ. Σ., ούτε από την υπ' αριθμ. 19564/24.06.2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα, Γ. Σ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αχαρνών Ε. Χ., οι οποίοι (μάρτυρες) κατέθεσαν ότι η συνήθης διαδικασία, που ακολουθεί η εναγόμενη, όταν συνεργάζεται με υπεργολάβους είναι να εγκρίνει η ίδια την έγγραφη πιστοποίηση των εργασιών, που εκτέλεσε ο υπεργολάβος, να εκδίδει ο εκάστοτε υπεργολάβος τιμολόγιο και μετά η ίδια να προβαίνει στην πληρωμή της συμφωνηθείσας αμοιβής χωρίς να αναφέρονται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Σε κάθε περίπτωση, εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου και συνεπώς η αξίωση της ενάγουσας για καταβολή της αμοιβής του ύψους 39.855, 41 για τα προαναφερθέντα εκτελεσθέντα έργα, την οποία η εναγόμενη αρνείται να της καταβάλει, έχει καταστεί απαιτητή, ληξιπρόθεσμη και τοκοφόρος από την παράδοση του έργου στην εναγόμενη, ήτοι από 24.3.2011, παρά τα όσα διατείνεται αβάσιμα η εναγόμενη εταιρεία".
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της υπ' αριθμ. 153/2017 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο τρίτος, επομένως, πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, προβάλλεται η από τον αρ. του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τόσο ως προς την προσφυγή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σ' αυτούς όσο και ως προς το ότι κατέληξε σε ερμηνευτική κρίση που δεν είναι σύμφωνη με εκείνη που υπαγορεύεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Διότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε έστω και έμμεσα κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς το σαφές περιεχόμενο της ένδικης προφορικής σύμβασης ανάθεσης έργου, αλλά με την προσφυγή στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, επιχειρηματολόγησε υπέρ της προφορικής σύναψης της τελευταίας, και αυτή (προσφυγή) αναφερόταν στον υπ' αριθμ. 16 όρο της σύμβασης πλαισίου που διείπε τις άλλες σχέσεις των συμβαλλομένων μερών, ο οποίος όριζε, κατά τα προαναφερθέντα, την επιλογή του γραπτού τύπου ως προς την μεταγενέστερη τροποποίηση των όρων της σύμβασης πλαισίου και όχι τις ενδεχόμενες μελλοντικές συμβάσεις και τον τύπο που αυτές θα περιβληθούν.
Επί πλέον, το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε πιο πάνω και έτσι που έκρινε, απορρίπτοντας την έφεση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις και δεν αντιφάσκουν, ούτε είναι ενδοιαστικές κατά τρόπο που καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, εν όψει του ότι η ένδικη σύμβαση παρέπεμπε μόνο στις τιμές της σύμβασης πλαισίου, η δε αναφορά της απόφασης του Εφετείου στη μη συμφωνία των μερών ως προς τις τιμές εκτέλεσης του έργου αναφέρονταν στην αποσταλείσα σύμβαση από την εναγομένη στην ενάγουσα, η οποία περιείχε διαφορετικές από τις πιο πάνω τιμές και δικαιολογούσε διηγηματικώς το έννομο συμφέρον της ενάγουσας για την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Ούτε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφάσεις ως προς τον τρόπο και τη διαδικασία παραλαβής του ένδικου έργου για το οποίο επίσης δεν ίσχυε η προδιαγραφόμενη διαδικασία της αρχικής σύμβασης πλαίσιου. Επομένως, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος με τον οποίον η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση περιέχει ενδοιαστικές και αντιφατικές διατάξεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 681, 694 ΑΚ "αφού δεν προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις αν είχε συμφωνηθεί ότι μπορούσε σύμβαση σαν την επίδικη να συναφθεί προφορικά, ποιο ήταν το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης έργου, αν αυτή ενέπιπτε στο πεδίο της συμβάσεως πλαισίου, ποιες ήταν οι συμφωνημένες αμοιβές τιμοκαταλόγου και αν οι τιμές με τις οποίες υπολογίστηκε το επίδικο τίμημα περιλαμβάνονταν όλες ή μέρος αυτών στον τιμοκατάλογο της συμβάσεως πλαίσιο" είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-11-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, καθώς και τους από 30-7-2021 και 13-9-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει της αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ