Legislator Case Law & Legislation
1503/2012 AI generated

Appeal partially allowed for one plaintiff regarding insurance liability cap, dismissed for others due to inadmissibility.

Case Number 1503/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment, remanding the case for one plaintiff while dismissing the appeals of the remaining four. The court found the appeal regarding the insurance company's liability cap inadmissible because the specific argument was neither raised nor proposed before the Court of Appeal. Consequently, the appeal was accepted only for the first plaintiff, and the losing parties were ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 §2 KPolD; Art. 576 §2 KPolD: An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not lawfully proposed before the court issuing the appealed decision, and the appeal must explicitly state that the claim was lawfully proposed.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal unproposed claim insurance liability cap legal costs remittal to court procedural defect partial remittal

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 §2 KPolD
Art. 576 §2 KPolD
Art. 559 No. 8 KPolD
Art. 520 §3 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1503 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1503/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. συζ. Δ. Κ., 2. Χ. Κ., 3. Δ. Κ., 4. Ι. Δ. Κ. και 5. Ε. Δ. Κ., εκπροσωπούμενων υπό των ασκούντων την γονική μέριμνα γονέων Δ. και Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασίλειου Σπανουδάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Δ. Π. κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Της Α.Ε. "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Ντανάκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την ΓΑ 2739/ΕΓα/215/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:646/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 12-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά το πρώτο λόγο και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς λόγους, η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 10403/12-9-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23-3-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στον πρώτο εκ των αναιρεσιβλήτων (Γ. Π.). Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ.γ' ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος" προφανώς διότι ο νομοθέτης, δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις στη διαδρομή του χρόνου.

Κατά τη σαφή όμως έννοια της πιο πάνω διατάξεως που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, αδιάφορα αν συζούσαν με αυτόν ή διέμεναν χωριστά (Ολ.Α.Π. 21/2000, 762/1992) πράγμα που λαμβάνεται υπόψη μόνο κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως.

Έτσι, στην "οικογένεια του θύματος" περιλαμβάνονται κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως και κατά την κρατούσα νομολογία του Αρείου Πάγου, οι αγχιστείς συγγενείς πρώτου βαθμού του θύματος δηλαδή ο σύζυγος της θυγατέρας του θανατωθέντος (γαμβρός) ή η σύζυγος του υιού (νύφη του θανατωθέντος), όχι όμως και οι αγχιστείς περαιτέρω βαθμού, όπως είναι ο κουνιάδος του θανατωθέντος (αδέλφια του ή της συζύγου), ούτε ο γαμβρός του θανατωθέντος από αδελφή ή νύφη του θανατωθέντος από αδελφό (ΑΠ 1629/2007, 1236/2008, ΑΠ 1188/2005).

Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε, ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα της πρώτης εκ των αναιρεσειόντων, συζύγου του υιού (νύμφη) της θανούσας περί επιδικάσεως σ' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης με την αιτιολογία ότι η ως άνω δεν περιλαμβάνεται στην οικογένεια εκείνης, παρεβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του νόμου και ο περί τούτου από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.

πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Ο από το άρθ. 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι τα έγγραφα που προσκομίζονται είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Εξάλλου κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία αυτό, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατέστησαν αντικείμενο της απόδειξης.

Αντίθετα, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Προς τούτο, συνήθως αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός από αυτά.

Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας δεν δεσμεύεται μεν από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, εάν όμως καταλήγει σε αντίθετη κρίση, πρέπει να την αντικρούει ώστε να μην δημιουργείται αμφιβολία ότι την έλαβε υπόψη. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα και επικληθέντα από τους ενάγοντες εκκαλούντες νυν αναιρεσείοντες έγγραφα, προς απόδειξη του αγωγικού τους περί (αποκλειστικής) υπαιτιότητας του εναγομένου υπαιτίου οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου ισχυρισμού και ειδικότερα α) την υπ' αριθμ. 1591/2010 απόφαση του ποινικού δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου), με την οποία ο εναγόμενος υπαίτιος οδηγός κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 18 μηνών, β) τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, τις περιεχόμενες στα πρακτικά συνεδρίασης του ως άνω ποινικού δικαστηρίου, γ) την ένορκη βεβαίωση υπ' αριθμ. .../15-1-2007 την δοθείσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Εμμανουέλας Καμπάνη, δ) την από 17.4.2006 έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα του Α.

Κ..

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού από την περιεχομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα "έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν με επίκληση, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και την υπ' αριθμ. .../15.1.2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Εμμανουέλας Καμπάνη-Τσαγκαράκη που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες και έχει ληφθεί μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγομένων (βλ.

τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αριθμ. 4484β/9.1.2007 και 2173Δ/10.1.2007 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ... και Αθηνών, ...), ουδεμία δημιουργείται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και τα ως άνω, φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη, έγγραφα, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύει και να αξιολογεί το καθένα χωριστά.

Το ίδιο ισχύει και για τη φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, η οποία προφανώς εμπεριέχεται στην ως άνω γενική αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και την οποία, βεβαίως, δεν υπήρχε ανάγκη να αντικρούσει, αφού το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κατέληξε σε κρίση διαφορετική από εκείνη του ποινικού δικαστηρίου, δεδομένου ότι δέχθηκε την ύπαρξη (συν)υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, (κατά ποσοστό 60%) ενώ, εξ άλλου, το ύψος του ποσοστού συνυπαιτιότητας συνιστά ανέλεγκτη περί τα πραγματικά περιστατικά κρίση και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο, παρά το νόμο "δεν απέκρουσε ως αντιφατική και εντεύθεν αόριστη" την ένσταση περί συνυπαιτιότητας της θανούσας, που είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες με την προσθήκη των προτάσεών τους στο δικαστήριο της ουσίας είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα δηλαδή με τις κύριες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και όχι με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση αυτής.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται επίσης, η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο (απαράδεκτο) αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την προσκομισθείσα με επίκληση (με στοιχείο 11) από την εναγομένη-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η οποία, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί ειδικά στην έκκλητη δίκη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από την παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της εναγομένης-εφεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας προκύπτει σαφώς ότι η επικαλούμενη ως προσκομιζόμενη στον αριθμό 11 υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος είναι η υποβληθείσα σ' αυτήν μετά το ατύχημα δήλωση του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν ζημιογόνου αυτοκινήτου (και όχι δήλωση, η οποία συνετάγη για να χρησιμοποιηθεί ειδικώς στην έκκλητη δίκη).

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, σχετικά με το αίτημα των λοιπών, πλην της πρώτης, την οποία αφορά μόνον ο πρώτος λόγος αναίρεσης, αναιρεσειόντων, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, που προκλήθηκε από τον θάνατο της συγγενούς τους, η οποία τραυματίσθηκε θανάσιμα, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα: "οι εφεσίβλητοι, με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις τους, προέβαλαν την ένσταση οικείου πταίσματος της θανούσας (άρθρο 300 ΑΚ), την οποία μόνο ο πρώτος εφεσίβλητος επαναφέρει νομίμως με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, επανυποβάλλοντας αυτή με σύντομη περίληψη και αναφορά στις προσκομιζόμενες σε επικυρωμένο αντίγραφο προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, ενώ δεν πράττει το ίδιο η δεύτερη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος ενεργεί υποκειμενικά, ωφελεί μόνο τον πρώτο εφεσίβλητο και όχι τη δεύτερη, δεδομένου ότι μεταξύ αυτών υπάρχει σχέση απλής ομοδικίας (άρθρα 74 και 75 ΚΠολΔ). Εξαιτίας του θανάτου της Κ. Κ., μητέρας των δυο πρώτων εκκαλούντων και γιαγιάς του τετάρτου και της πέμπτης, υπέστησαν αυτοί ψυχική οδύνη, δεδομένου ότι μεταξύ αυτών και της θανούσας υπήρχαν αμοιβαία αισθήματα αγάπης και στοργής, για την αποκατάσταση δε αυτής, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού του πταίσματος του πρώτου εφεσιβλήτου, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πλην της δεύτερης εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική, καθώς και της κοινωνικής θέσης των διαδίκων φυσικών προσώπων, κρίνονται ως εύλογα τα ποσά των 20.000 ευρώ για τον καθένα από τους δυο πρώτους και των 10.000 ευρώ για τον καθένα από τους τέταρτο και πέμπτη των εκκαλούντων, λαμβανομένου δε υπόψη και του βαθμού συνυπαιτιότητας της θανούσας, μόνο όσον αφορά τον πρώτο εφεσίβλητο, κρίνονται ως εύλογα τα ποσά των 15.000 ευρώ για τον καθένα από τους πρώτη και δεύτερο των εκκαλούντων και των 8.000 ευρώ για τον καθένα από τους τέταρτο και πέμπτη τούτων".

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο κατ'ορθό τρόπο έλαβε υπόψη τον βαθμό πταίσματος του κριθέντος ως συνυπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αλλά και τη συνυπαιτιότητα της παθούσας και μάλιστα μία φορά (και όχι δύο όπως εσφαλμένα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες) για τον τελικό καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, και δεν υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αποδίδεται με τον τέταρτο, κατά το ένα σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 562§2, ο λόγος αναίρεσης, κατά κανόνα (με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην ίδια διάταξη) είναι παραδεκτός μόνον εάν στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, αλλιώς ο λόγος είναι απαράδεκτος.

Επίσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αλλιώς ο λόγος είναι αόριστος. Με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι "για τον προσδιορισμό της ευλόγου χρηματικής, λόγω ψυχικής οδύνης, ικανοποιήσεως, δεν ελήφθη υπόψη το εκ του νόμου θεσπισμένο ασφαλιστικό ποσό των 500.000 Ευρώ, που, κατά νόμο επαυξάνει την περιουσία του εφεσιβλήτου ασφαλισμένου και μέχρι του οποίου ευθύνεται εις ολόκληρον η ασφαλιστική εταιρεία".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμός-ένσταση, περί περιορισμού της ευθύνης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας προκύπτει ότι ουδόλως προτάθηκε από αυτήν ο ως άνω ισχυρισμός-ένσταση (περί περιορισμού της ευθύνης της μέχρι του ποσού των 500.000€).

Μετά απ' αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, δηλαδή μόνον κατά το μέρος που αφορά το αγωγικό αίτημα της πρώτης εκ των αναιρεσειόντων (Π. Κ.), να παραπεμφθεί στη συνέχεια η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 520 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ). Ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας εκ των αναιρεσιβλήτων, ασφαλιστικής εταιρείας (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά ένα μέρος, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται, την 269/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, ως προς την πρώτη των αναιρεσειόντων Π. Κ..

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκασή της από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Απορρίπτει την από 22-6-2011 αίτηση των λοιπών (πλην της πρώτης) εκ των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 269/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους εν λόγω αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας δεύτερης εκ των αναιρεσιβλήτων (ασφαλιστικής εταιρείας), την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ