Legislator Case Law & Legislation
1503/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no substantive law violation or insufficient reasoning.

Case Number 1503/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding corporate authority. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence concerning the validity of power of attorney documents issued by the company's representatives. The court determined that the lower court's reasoning was sufficient, logical, and based on the established facts without violating substantive law or constitutional requirements.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 559 no. 19, Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the contested judgment contains adequate reasoning based on the facts, as the appellant's claims regarding insufficient evidence evaluation do not constitute a violation of substantive law or a lack of legal basis.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation insufficient reasoning evidence evaluation corporate authority power of attorney judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 93 para. 3 of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1503 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1503/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SCA PACKAGING ΕΛΛΑΣ Α.Ε, Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Ειδών Συσκευασίας" (πρώην "ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ Α.Ε"), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (ΒΙ.ΠΕ.Θ Σίνδου) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σαχπατζίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Μαΐου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 350/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Απριλίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 7 Μαΐου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21.4.2008 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή, εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993 ΕλλΔνη 1995).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).

Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.

Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004), ενώ ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του θεμελιωτικό περιστατικό μη περιλαμβανόμενο στο δικόγραφο της αγωγής.

Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).

Εξ άλλου, από το άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όταν ποινικά στοιχειοθετείται το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, στοιχειοθετείται παράλληλα και η αναγκαία για, την αστική ευθύνη από αδικοπραξία παράνομη και υπαίτια πράξη εκείνου που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή, από την οποία πράξη μάλιστα προξενείται, κατ' αιτιώδη συνάφεια, στο νόμιμο κομιστή της επιταγής η ζημία της μη είσπραξης του ποσού της κατά το χρόνο της εμφάνισης της προς πληρωμή και έτσι γεννιέται παράλληλα και η ευθύνη του εκδότη για αποζημίωση του κομιστή, με ποσό ίσο εκείνου της επιταγής (ΑΠ 705/2007).

Περαιτέρω, από το άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου συνάγεται ότι η επιταγή μπορεί να εκδοθεί μέσω τρίτου προσώπου, ως αμέσου αντιπροσώπου, ο οποίος με τη θέση της δικής του υπογραφής εγκύρως δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο, στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου ενεργεί (άμεση αντιπροσώπευση), εφόσον γίνεται μνεία επί του σώματος της επιταγής ότι ο τρίτος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου (ΑΠ 1723/2007) και εφ' όσον η ενέργεια του αντιπροσώπου στηρίζεται σε εγγράφως παρασχεθείσα πληρεξουσιότητα (Ολ.

ΑΠ 19/2003, ΑΠ 93/2006). Με την έννοια αυτή, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, διαπράττεται μόνο από τον εκδίδοντα και δη τον υπογράφοντα την επιταγή. Επί έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με αντιπρόσωπο, δράστης (αυτουργός) του εν λόγω αδικήματος είναι ο αντιπρόσωπος, ενώ ο αντιπροσωπευόμενος τρίτος, για λογαριασμό του οποίου εκδίδεται αυτή (παραγγελέας ή διατάκτης), μπορεί να είναι ποινικά υπεύθυνος ως ηθικός αυτουργός ή ως συνεργός (ΑΠ 300/1992 και 697/1991 ποιν.).

Στην περίπτωση δε αυτή γεννιέται (όπως προαναφέρθηκε και για τον αυτουργό), παράλληλα η προς αποζημίωση ευθύνη του ηθικού αυτουργού ήτοι συνεργού, ο οποίος στο πεδίο εφαρμογής του ΑΚ ευθύνεται εις ολόκληρο με τον αυτουργό αντιπρόσωπο (άρθ. 914, 926).

Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 του κωδ/νου ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών" ρυθμίζονται τα θέματα "της οργανικής εκπροσώπησης" του νομικού προσώπου. της ανώνυμης εταιρίας. Ειδικότερα ορίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε. ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα (τρίτοι) μπορούν να εκπροσωπήσουν την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις.

Κατά δε τo άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου, που αναφέρονται σε πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη της εταιρίας ή από τρίτους.

Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της (εκτός από τις υπαγόμενες κατά το καταστατικό στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης), μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά όργανό της.

Στην περίπτωση δε επιτρεπτής υποκατάστασης στο πλαίσιο εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 παρ.1 και 3 του Ν. 2190/1920 τo μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του Δ.Σ., είναι υποκατάστατο αυτού, ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό, ο δε δεσμός του με την εταιρία είναι αυτός του Δ.Σ.

Διαφορετική δε είναι η περίπτωση εκείνη κατά την οποία το όργανο της εταιρείας δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιό του ή το κατ' άρθ. 18 και 22 του Ν. 2190/1920 υποκατάστατό τους όργανο, αναθέτει σε τρίτο πρόσωπο εκπροσωπευτική δραστηριότητα για τη διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων επ' ονόματι του Α.Ε, χωρίς να αποτελεί (το τρίτο πρόσωπο) όργανο διοίκησης του Ν.Π που εκφράζει τη βούλησή του, αλλ' ενεργεί ως απλός αντιπρόσωπος ή εντολέας στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του Α.Κ.

προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής (ΑΠ 4/2006 Β' Τακτική Ολομέλεια).

ΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης σε συνδυασμό προς την έρευνα των προβαλλόμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Α)Με την από 4-5-2003 ένδικη αγωγή της, επί της οποίας έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρεία εκθέτει τα ακόλουθα, διευκρινίζοντας την αδικοπρακτική συμπεριφορά καθενός την αρχικά τριών εναγομένων (σελ. 3 της αγωγής). "......Ότι οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη), ενεργώντας από κοινού, για λογαριασμό της ανώνυμη εταιρίας με την επωνυμία "Φυσικά Φρούτα Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Α.Ε.", εξέδωσαν σε διαταγή της αναιρεσίβλητης τις εκεί αναφερόμενες δώδεκα επιταγές, συνολικού ποσού 23.039.209 δραχμών, (ήδη 67.613,23 ευρώ), σε χρέωση τους λογαριασμού που η εκδότρια εταιρία τηρούσε στην πληρώτρια τράπεζα, μολονότι γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν σ' αυτήν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλα.

Ότι τις επιταγές αυτές εμφάνισε η ίδια η αναιρεσείουσα στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκαν, ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων. Ότι την απόφαση για την έκδοση των αγωγικών επιταγών προκάλεσε στους ανωτέρω δύο εναγομένους Πρόεδρο της άνω εταιρίας και προϊσταμένη λογιστηρίου αυτής, αντίστοιχα, ο ήδη αναιρεσείων και πρώτος των εναγομένων, ο οποίος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντος συμβούλου της ίδιας παραπάνω εταιρίας, παρείχε σ' εκείνους με το...

ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μιχαήλ Ευθυμίου, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα για υπογραφή επιταγών μέχρι του ποσού των 2.000.0000 δραχμών, για πληρωμή υποχρεώσεων της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας, μολονότι γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα.

Ότι από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και των τριών η αναιρεσίβλητη υπέστη ζημία ίση με το συνολικό ποσό των επιταγών". Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρο ο καθένας, να της καταβάλουν το πιο πάνω ποσό, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη και να διαταχθεί σε βάρος τους προσωπική κράτηση, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Β) Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 350/2008 απόφασή του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο εναγόμενος εκκαλών είναι πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της με έδρα το Αιγάλεω Αττικής ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ ΑΕΒΕ", που δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας παντός είδους γεωργικών προϊόντων.

Ο ανωτέρω, αρχές του 2000, ήλθε σε συμφωνία με το Ε1, μεγαλομέτοχο και Πρόεδρο του Δ. Σ. της, με έδρα τη Σκύδρα του Ν. Πέλλας, ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΦΥΣΙΚΑ ΦΡΟΥΤΑ ΑΕΒΕ" και διακριτικό τίτλο "ΝΑΤΟΥΡΑ "ΦΡΟΥΙΤ ΑΕΒΕ", που ασχολείται με την εξαγωγή φρέσκων φρούτων και λαχανικών, για την σταδιακή εξαγορά του από 68% πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της ανωτέρω εταιρίας, αντί του συνολικού τιμήματος των 730.000.000 δραχμών.

Έτσι, δυνάμει των από 23-3-2000 και 2-6-2000 ιδιωτικών συμφωνητικών, ο Ε1, πώλησε και παρέδωσε αντίστοιχα στην άνω εκπροσωπούμενη από τον εκκαλούντα εταιρία, 64.120 και 138.040 ονομαστικές μετοχές του της εταιρίας "ΦΥΣΙΚΑ ΦΡΟΥΤΑ ΑΒΕΕ", αντί τιμήματος 250.000.000 και 130.000.000 δραχμών αντίστοιχα, το οποίο καταβλήθηκε ολοσχερώς.

Στο μεταξύ, την 18-5-2000, η εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ", συμμετείχε ως μέτοχος στην έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρίας NATURA, στην οποία αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, την οποία κάλυψε εξ ολοκλήρου η ίδια άνω εταιρία, καταβάλλοντας ποσό 350.000.000 δραχμών. Μετά τις ανωτέρω μεταβιβάσεις, η αγοράστρια εταιρία, στις 8-6-2000 συμμετείχε, δια του νομίμου εκπροσώπου της, εκκαλούντος, στην έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρίας NATURA, κατά την οποία αποφασίστηκε η εκλογή του νέου πενταμελούς Δ.Σ., αποτελούμενο από τους:

Ε1 Πρόεδρο, Χ1, Διευθύνοντα Σύμβουλο, ... Αντιπρόεδρο και ... και ..., μέλη. Την ίδια ημέρα, το νεοεκλεγέν Δ.Σ., αφού συγκροτήθηκε σε σώμα, κάνοντας χρήση του άρθρου 17 του καταστατικού της ανωτέρω εταιρίας, ανέθεσε την εκπροσώπηση, διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών της υποθέσεων στον παραπάνω Διευθύνοντα Σύμβουλο.

Συγκεκριμένα στον τελευταίο παραχωρήθηκε το δικαίωμα να εκπροσωπεί, συναλλάσσεται και δεσμεύει την εταιρία με μόνη την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία. Για τις εν λόγω δύο αποφάσεις (της γενικής συνέλευσης και του Δ.Σ. της εταιρίας), συντάχθηκαν τα υπ' αριθμ. 14 και 79/6-6-2000 πρακτικά, τα οποία νόμιμα καταχωρήθηκαν στις 8 Ιουνίου 2000 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), στο φύλλο 4690/16-6-2000.

Ακολούθως στις 20/6/2000, ο εκκαλών, με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας "NATURA ΦΡΟΥΙΤ ΑΒΕΕ", την οποία εκπροσωπούσε και δέσμευε κατά τα παραπάνω, δυνάμει του ταυτόχρονου ... ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μιχαήλ Ευθυμίου, διόρισε ως ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους, της από αυτόν εκπροσωπούμενης εταιρίας, τους ανωτέρω Ε1, επιχειρηματία, Πρόεδρο της εταιρίας και ..., λογίστρια, μέλος αυτής, όπως μεταξύ άλλων, ενεργώντας από κοινού επ' ονόματι και για λογαριασμό της εταιρίας, εκδίδουν επιταγές μέχρι του ποσού των 2.000.000 δραχμών, για την πληρωμή υποχρεώσεων αυτής.

Βάσει του πληρεξουσίου αυτού, οι ανωτέρω δύο, στις 13/7/2000 και 28/7/2000, εξέδωσαν από κοινού για λογαριασμό της άνω εταιρίας, σε διαταγή της εφεσίβλητου, που τότε έφερε την επωνυμία "ΚΑΡΤΟΝ-ΠΑΚ Α.Ε.", και παρέδωσαν στην τελευταία, για την κάλυψη τιμήματος αγοράς προϊόντων της, δώδεκα μεταχρονολογημένες επιταγές, από τις οποίες οι έντεκα ποσού 2.000.000 δραχμών, καθεμία και η δωδέκατη 1.039.209 δραχμών, και συνολικά 23.039.209 δραχμών, πληρωτέες από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, σε χρέωση του υπ' αριθμ. ...

λογαριασμού, που η εκδότρια εταιρία τηρούσε στην πιο πάνω Τράπεζα. Και ειδικότερα: 1]την ... ποσού 2.000.000 δραχμών και ημερομηνία έκδοσης ..., 2]την ... ποσού 2.000.000 δραχμών, ημερομηνία έκδοσης ..., 3]την ... ποσού 2.000.000 δραχμών, ημερομηνία έκδοσης ..., 4]την ... ποσού 2.000.000 δραχμών, ημερομηνία έκδοσης ..., 5] την... ποσού 2.000.000 δραχμών, ημερομηνία έκδοσης ..., 6] την ...

ποσού 2.000.000 δραχμών, ημερομηνία έκδοσης ..., 7]την ...ποσού 2.000.000 δραχμών, ημερομηνία έκδοσης ..., 8] την ... ποσού 2.000.000 δραχμών, ημερομηνία έκδοσης ..., 9]την ... ποσού 1.039.209 δραχμών, ημερομηνία έκδοσης ..., 10] την ... ποσού 2.000.000 δραχμών, ημερομηνία έκδοσης ..., 11] την ... ποσού 2.000.000 δραχμών, ημερομηνία έκδοσης ...καl 12] την ...ποσού 2.000.000 δραχμών, ημερομηνία έκδοσης ... .

Λόγω του ότι η λήπτρια, εταιρία δεν τηρούσε λογαριασμό στην πληρώτρια τράπεζα, εμφάνισε αυτές προς πληρωμή εμπρόθεσμα στις Τράπεζες στις οποίες τηρούσε τέτοιον, ήτοι στη "Citibank" τις ανωτέρω με στοιχεία 1 έως 8 επιταγές, στην "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος" τις με στοιχεία 7 και 8 και στη "Eurobank Ergasias" τις με στοιχεία 9, 10, 11 και 12 επιταγές, αφού προηγουμένως τις μετέτρεψε σε λογιστικές επιταγές, με την έννοια όχι της πληρωμής τους σε μετρητά, αλλά σε πίστωση του λογαριασμού της που τηρούσε σ' εκείνες, με την προσθήκη της ρήτρας, "οπισθογραφείται αποκλειστικά για κατάθεση στο λογαριασμό της ΚΑΡΤΟΝ ΠΑΚ ΑΕ" στην Τράπεζα".

Οι επιταγές αυτές αν και εμφανίστηκαν εμπροθέσμως από τις παραπάνω κατέχουσες αυτές κομίστριες Τράπεζες, δεν πληρώθηκαν με αμοιβαίο μεταξύ αυτών (κομιστριών Τραπεζών) και της πληρώτριας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, συμψηφισμό, για έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότριας εταιρείας, όπως βεβαιώθηκε από τις άνω Τράπεζες κατόπιν και της ρητής εξουσιοδότησης της πληρώτριας.

Από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι κομίστρια των επίμαχων επιταγών ήταν η εφεσίβλητη εταιρία, η οποία στη συνέχεια βάσει αυτών ζήτησε και πέτυχε την έκδοση των υπ' αριθμ. 203 και 213α/2000 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, και όχι, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών, οι ανωτέρω τράπεζες, στις οποίες αυτές μεταβιβάστηκαν από τη λήπτρια εταιρία (εφεσίβλητη), απλώς προκειμένου να πληρωθούν από την άνω πληρώτρια τράπεζα, προς το σκοπό πιστώσεως του λογαριασμού της εφεσιβλήτου που τηρούσε σ' αυτές (ΑΠ Ποιν.

Τμήμα 1807/2006 Δημ. Νόμος). Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εκκαλών ήταν αυτός που ασκούσε τον διαχειριστικό έλεγχο της εταιρίας, ενημερωνόταν καθημερινά για τις συναλλαγές και τις οικονομικές της υποχρεώσεις και παρείχε προφορικά στους ανωτέρω, που είχαν, δυνάμει του άνω πληρεξουσίου, δικαίωμα υπογραφής επιταγών, κάθε φορά τη συναίνεσή του για την έκδοση των αγωγικών επιταγών.

To ανωτέρω επιβεβαίωσαν τόσο ο μάρτυρας απόδειξης, ... όσο και αυτός της ανταπόδειξης ... . Συγκεκριμένα ο πρώτος, αναφερόμενος στις ένδικες επιταγές, κατέθεσε ότι "για κάθε επιταγή ειδοποιούσανε τον Χ1 να δώσει το οκέυ", ότι "ό,τι γινόταν, γινόταν με τη σύμφωνη γνώμη του Χ1", ο δε δεύτερος ότι, "ο Ε1 για κάθε επιταγή που υπέγραφε ενημέρωνε τον Χ1, η ενημέρωση ήταν καθημερινή".

Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι ο εκκαλών γνώριζε την οικονομική κατάσταση της εκδότριας, αφού πριν την εξαγορά της, ορκωτοί λογιστές διενήργησαν οικονομικό έλεγχο. Ενόψει των ανωτέρω δεκτών γενομένων, είναι προφανές: 1]ότι ο εκκαλών κατά τον ανωτέρω πραγματικό χρόνο εκδόσεως των επίμαχων επιταγών, γνώριζε ως βέβαιο το γεγονός ότι ήδη τότε η εκπροσωπούμενη από αυτόν εκδότρια εταιρία, δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της.

Κατά τον ίδιο χρόνο εκείνος γνώριζε ως βέβαιο και το γεγονός ότι και στο μέλλον απεριορίστως και άρα και κατά το χρόνο εμφανίσεως των επιταγών προς πληρωμή από το κομιστή τους, θα υπήρχε η ίδια έλλειψη διαθεσίμων, αφού όπως προεκτέθηκε ο ίδιος γνώριζε την κακή οικονομική κατάσταση της εταιρίας ήδη από το χρόνο εξαγοράς της, όπως δέχεται και το υπ' αριθμ. 23/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Έδεσσας, που εκδόθηκε επί μηνύσεως του εκκαλούντος κατά του Ε1 (βλ.

αυτό φυλ. 5), λόγο για τον οποίο και μεταγενεστέρως αυτή κηρύχθηκε σε πτώχευση με χρόνο παύσεως πληρωμών την 1-8-2000. 2] Ότι. την απόφαση για την έκδοση των εν λόγω επιταγών προκάλεσε στους άνω υπογραφείς αυτών, με πειθώ, ο εκκαλών. Αυτός, με την ιδιότητα του κυρίου μετόχου και ουσιαστικού διευθυντή, της οφειλέτιδος εταιρίας, παρείχε σχετικές εντολές και ανέθεσε στους ανωτέρω με το προαναφερόμενο πληρεξούσιο την υπογραφή, ως εκδοτών, επιταγών, ενώ κάθε φορά συναινούσε στην από εκείνους έκδοση των επιδίκων, γνωρίζοντας την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότριας εταιρίας.

Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο εκκαλών με την 8/2007, ήδη αμετάκλητη (βλ. από 8-1-2007 βεβαίωση του Γραμματέα Πρωτοδικών Έδεσσας), απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας κηρύχθηκε αθώος της πράξης της ηθικής αυτουργίας στην έκδοση ακαλύπτων επιταγών. Τούτο διότι αυτή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο (ΑΠ 71/1977 ΝοΒ 25-984), που συνεκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (αρθρ. 339, 340 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ.- Με το παρατιθέμενο στην παράγραφο ΙΙ κεφ. Α' της παρούσας περιεχόμενο αίτημα η αγωγή, περιέχει όλα τα κατ' άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ αναγκαία στοιχεία, για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, ως ηθικού αυτουργού, στις εφαρμοστέες, αναφορικά μ' αυτόν διατάξεις των άρθρων 46 ΠΚ, 914, 926 του ΑΚ και 79 Ν. 5960/1933 και ήταν ορισμένη.

Συνεπώς το Εφετείο που την έκρινε ως τέτοια, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρο, το αγωγικό δικόγραφο και ο αντίθετος πρώτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνεται αβάσιμος.

Με τις πιο πάνω επί της ουσίας παραδοχές που παρατίθενται στην παράγραφο

ΙΙ κεφ. Β' της παρούσας το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς με την έννοια του "πράγματος" που θεμελιώνουν την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, όσο συνδέεται με την ποινικώς αξιόλογη ευθύνη του με την ιδιότητα του ηθικού αυτουργού στην έκδοση των ένδικων τραπεζικών επιταγών εκ μέρους των υπ' αυτού διορισθέντων πληρεξουσίων και περιέχονται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής.

Συνεπώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του μη προταθέντα "πράγματα" και ο αντίθετος πρώτος λόγος του αναιρετήριου κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνεται αβάσιμος. V.- Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 211, 914, 297, 298, 926, του ΑΚ, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1 περ.

α' ΠΚ 11 και 79 του Ν. 5960/1933, 18 παρ. 1 και 2, 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 2190/1920 καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαίτιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατ' επέκταση της ποινικής αξιόλογης συμπεριφοράς του της ηθικής αυτουργίας στην έκδοση των ενδίκων επιταγών εκ μέρους των υπ' αυτού διορισθέντων πληρεξουσίων, στο πλαίσιο των εξουσιών του ως υποκατάστατου της Ανώνυμης Εταιρείας για λογαριασμό της οποίας εκδόθηκαν οι ίδιες επιταγές και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής.

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

VI.- Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εφ' όσον άλλωστε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά που επισημαίνονται στο αναιρετήριο για την εφαρμογή των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, και ειδικότερα:

α) "ο ορισμός του αναιρεσείοντος ως καταστατικού εκπροσώπου της Ανώνυμης Εταιρείας επιτρεπτώςκατ' εφαρμογή του αρθ. 17 του καταστατικού της με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της β) "Η παροχή προς τον αναιρεσείοντα με την ίδια καταστατική απόφαση γενικής διαχειριστικής εξουσίας για όλες τις υποθέσεις της εταιρείας" και γ) "ο στο πλαίσιο της ίδιας διαχειριστικής εξουσίας διορισμός εκ μέρους του αναιρεσείοντος με συμβολαιογραφικό έγγραφο ως ειδικών πληρεξουσίων της εκδότριας των επιταγών εταιρείας των δύο άλλων αρχικών συνεναγομένων του οι οποίοι στο πλαίσιο της ίδιας ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας με την ιδιότητα του πληρεξουσίου της ίδιας εταιρείας εξέδωσαν τις ένδικες επιταγές για λογαριασμό της".

VI.- Οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δηλαδή της κατά πληρεξουσιότητα εξουσίας των δύο συνεναγομένων του αναιρεσείοντος στην έκδοση των δώδεκα ένδικων επιταγών και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση α)με το ότι δεν προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος έκδοσης των επιταγών του ήταν μεταχρονολογημένες και β)υπήρξε υπέρβαση της χορηγηθείσας πληρεξουσιότητας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-4-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 350/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ