Legislator Case Law & Legislation
1503/2008 AI generated

1503/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1503/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμ.10001/21.3.2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 13891/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2282/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25.11.2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 21.03.2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ελένης Παναγιωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1503/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, το οποίο δημιουργεί και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό αυτής, ή που δεν αποδεικνύει άμεσα την πλήρωση της αίρεσης, ανεξαρτήτως της υπάρξεως της απαιτήσεως ή της πληρώσεως της αιρέσεως και της δυνατότητας αποδείξεως τους με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1503 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1503/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Χ1, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ιωάννα Βοζίκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου : Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΛΗΣΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Θεοφάνης Σαξώνης και Νικόλαο Κυριλλόπουλος .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμ.10001/21.3.2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 13891/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2282/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25.11.2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 21.03.2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ελένης Παναγιωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τα άρθρα 201 και 513 ΑΚ συνάγεται ότι αν με όρο της συμβάσεως πωλήσεως τα αποτελέσματα αυτής εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο, [αναβλητική αίρεση] τα έννομα αποτελέσματα της επέρχονται μόλις πληρωθεί η αίρεση, δηλαδή μόλις επέλθει το άνω γεγονός, και συνεπώς πριν από την πλήρωση της αίρεσης ο αγοραστής δεν υπέχει την κυρία υποχρέωση από την πώληση, δηλαδή της καταβολής του τιμήματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 ιδίου κώδικα, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ή αν διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη χρηματική απαίτηση εξαρτάται από αναβλητική αίρεση και ο δανειστής δεν αποδεικνύει εγγράφως, με το ίδιο το κατ' άρθρο 623 έγγραφο [δημόσιο ή ιδιωτικό που έχει αποδεικτική δύναμη έναντι του καθού], την πλήρωση της αιρέσεως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού.

Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, το οποίο δημιουργεί και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό αυτής, ή που δεν αποδεικνύει άμεσα την πλήρωση της αίρεσης, ανεξαρτήτως της υπάρξεως της απαιτήσεως ή της πληρώσεως της αιρέσεως και της δυνατότητας αποδείξεως τους με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Με την ανακοπή προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης έκδοσής της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε ή της μη έγγραφης απόδειξης της πλήρωσης της αίρεσης, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης.

Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.

Αν ο λόγος της ανακοπής είναι τυπικός, όπως συμβαίνει με αυτόν της μη κατά τον ανακόπτοντα έγγραφης απόδειξης της πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης από την οποία εξαρτάται η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, τότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ' αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου δεν καθίσταται και το ζήτημα της πλήρωσης ή μη της αναβλητικής αίρεσης, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής, γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης, ενώ ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν η εκ πλαγίου παραβίαση αφορά κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου.

Επομένως, οι διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο με αυτή δέχθηκε την έφεση της τώρα αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη ανακοπή κατά της, ύστερα από αίτηση της αναιρεσείουσας εκδοθείσης κατ' αυτής από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης διαταγής πληρωμής, και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο στην εκτεθείσα κρίση του οδηγήθηκε αφού δέχθηκε με αυτή ότι από τα αναφερόμενα στην απόφασή του έγγραφα που είχαν προσκομιστεί και στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, η απαίτηση της αναιρεσείουσας, 12.980.000 δρχ., αφορούσε μη καταβληθέν τίμημα συμβάσεως πωλήσεως εξοπλισμού [μιας κεντητικής μηχανής], που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, στο πλαίσιο όμως της .....

σύμβασης Γενικών Όρων Χρηματοδοτικής Μίσθωσης εξοπλισμού μεταξύ της αναιρεσίβλητης εταιρείας ως εκμισθώτριας και του Γ1 ως μισθωτή, και ότι τα αποτελέσματα της συμβάσεως πωλήσεως είχαν εξαρτηθεί, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, από την πλήρωση αναβλητικής αίρεσης, ήτοι α] από τη συνομολόγηση και αποδοχή δια της υπογραφής του παραρτήματος ειδικών όρων της άνω χρηματοδοτικής μίσθωσης από την εκμισθώτρια αναιρεσίβλητη και τον μισθωτή Γ1, και β] από την χορήγηση στην εκμισθώτρια έγγραφης βεβαίωσης του άνω μισθωτή περί ανεπιφύλακτης παραλαβής και αποδοχής του ανωτέρω εξοπλισμού [κεντητικής μηχανής] που θα περιείχε και ανέκκλητη εξουσιοδότηση εξοφλήσεως του τιμολογίου από την εκμισθώτρια [πιστοποιητικό αποδοχής εξοπλισμού].

Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι από τα ανωτέρω έγγραφα ναι μεν αποδεικνυόταν η από μέρους του μισθωτή χορήγηση του πιστοποιητικού αποδοχής, καθώς και η από τον τελευταίο υπογραφή του φέροντος ημερομηνία 22.5.2000 παραρτήματος των ειδικών όρων, πλην όμως το έγγραφο αυτό, δεν έφερε και την υπογραφή της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας, και συνεπώς δεν αποδεικνυόταν η συνομολόγηση και από αυτή των ειδικών όρων, συνακόλουθα ούτε και η πλήρωση του προαναφερόμενου υπό στοιχ.

α' όρου, από τον οποίο, σωρευτικώς προς τον υπό στοιχ. β' όρο, είχαν εξαρτηθεί τα αποτελέσματα της συμβάσεως πωλήσεως. Ενόψει δε τούτων έκρινε το Εφετείο ότι ήταν βάσιμος ο σχετικός λόγος της ανακοπής ότι η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής εξαρτάτο και από την άνω αναβλητική αίρεση, η πλήρωση της οποίας δεν αποδεικνυόταν από τα έγγραφα που η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει για την έκδοση της διαταγής, και ακύρωσε τη διαταγή αυτή για τον τυπικό λόγο της μη έγγραφης απόδειξης της πλήρωσης του άνω όρου, δηλαδή για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης έκδοσης της.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο στήριξε την κρίση του σε επαρκή αιτιολογία που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων η επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της πωλήσεως τελούσε υπό την προεκτεθείσα αναβλητική αίρεση, και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 201 και 513 του ΑΚ.

Περαιτέρω, εφόσον κατά τις παραδοχές του η πλήρωσή της δεν αποδεικνυόταν από τα έγγραφα που είχαν προσκομιστεί στον Δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής και ειδικότερα από το από 22.5.00 παράρτημα ειδικών όρων, το οποίο δεν πληρούσε ως έγγραφο την απαίτηση του άρθρου 623 ΚΠολΔ διότι δεν έφερε και την υπογραφή της αναιρεσίβλητης, ακυρώνοντας τη διαταγή πληρωμής συμμορφώθηκε προς τις άνω διατάξεις των άρθρων 623, 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, και δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδει στην προσβαλλομένη, αντιστοίχως, τις ανωτέρω από τους αρ. 19 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η μνεία στην απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπέγραψε το άνω παράρτημα ειδικών όρων διότι η Γ2 που είχε υπογράψει ως εγγυήτρια τους γενικούς όρους της χρηματοδοτικής σύμβασης μισθώσεως αρνείτο να υπογράψει και το παράρτημα ειδικών όρων, είναι προφανές ότι είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της.

Κατ' ακολουθία ο αυτός πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά μέρος του με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους ίδιους, όπως εκτιμάται, αναιρετικούς λόγους, για έλλειψη αιτιολογίας, ασάφειες και αντιφάσεις λόγω της άνω εκ περισσού παραδοχής της απόφασης και εντεύθεν της παρά το νόμο κήρυξης της ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, είναι αλυσιτελής.

Ακολούθως, και οι λόγοι της αναιρέσεως δεύτερος από τον αριθ. 20, τρίτος από τον αριθ. 11γ, τέταρτος από τον αριθ. 8, και ο πέμπτος απόν αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνάπτονται με την ίδια ως άνω πλεοναστική παραδοχή και με τους οποίους προβάλλεται, αντιστοίχως α] παραμόρφωση του παραρτήματος ειδικών όρων, διότι αυτό φέρει πράγματι την υπογραφή της Γ2, β] μη λήψη υπόψη της κατάθεσης του μαρτυρά της ......, από την οποία προκύπτει ότι στην από .....

επιστολή της αναιρεσίβλητης δεν αναφέρεται όρος σχετικός με την υπογραφή του παραρτήματος και από την εγγυήτρια, γ] μη λήψη υπόψη του συναφούς ισχυρισμού της ότι η ανωτέρω Γ2 είχε υπογράψει ως εγγυήτρια τους γενικούς όρους της σύμβασης και ότι στην προαναφερόμενη επιστολή δεν αναφερόταν ως όρος η υπογραφή από την ίδια και των ειδικών όρων, και 4] χωρίς απόδειξη δέχθηκε ως αληθές ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπέγραψε τους ειδικούς όρους λόγω της μη υπογραφής τους και από την εγγυήτρια, είναι ομοίως αλυσιτελείς για τον ίδιο προεκτεθέντα λόγο.

Τέλος, ο άνω τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το υπόλοιπο μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας κατά τους οποίους: α] ο μοναδικός όρος της συμβάσεως πωλήσεως ήταν η περιέλευση στην αναιρεσίβλητη, εκμισθώτρια του πιστοποιητικού παραλαβής, και β] καταχρηστικώς η αναιρεσίβλητη επικαλείτο την έλλειψη υπογραφής της στο ανωτέρω παράρτημα διότι, κατά τη συναλλακτική πρακτική αυτή είχε υπογράψει το πρωτότυπο το οποίο όμως είχε στα χέρια του ο μισθωτής Γ1, είναι αβάσιμος καθόσον μεν αφορά την υπό στοιχ.

α' αιτίαση διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός του λόγου της ανακοπής, καθόσον δε αφορά την υπό στοιχ. β' αιτίαση, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν στοιχειοθετούν την ένσταση του άρθρ.281 ΑΚ. Ακολούθως τούτων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 25-11-2004 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 2282/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ