1503/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5346/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/10/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 24/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1503/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια όμως της διατάξεως αυτής δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετηθεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1503 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1503/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛ.ΤΑ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παυλάτο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ........................, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Δαλάτση-Μπαρμπαλιά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5346/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/10/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 24/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ΄από την εργασιακή σύμβαση.
΄Εχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ΄ αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι΄ αυτή κριτήρια. Το δικαίωμα του εργοδότη με το περιεχόμενο αυτό δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικά.
Κατά την έννοια όμως της διατάξεως αυτής δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετηθεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.
Τούτο δε, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα δικαιώματα του μισθωτού από την εργασία, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη, που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και τη διεύθυνση της επιχειρήσεως.
Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.
Α.Π. 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε το μήνα Ιούνιο του έτους 1972 από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Οργανισμό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος αυτού και το μήνα Ιανουάριο του έτους 1990 μετατέθηκε στην Αθήνα, όπου υπηρέτησε διαδοχικά ως προϊστάμενος σε διάφορους Τομείς και ως διευθυντής σε διάφορα Ταχυδρομικά Γραφεία του Ν.
Αττικής. Ο ανωτέρω, κατόπιν αιτήσεώς του, επελέγη από την οικεία Επιτροπή Αξιολογήσεως ως επιθεωρητής και, δυνάμει του υπ΄ αριθ. .......................... εγγράφου της Διευθύνσεως Ανθρωπίνων Πόρων, τοποθετήθηκε προσωρινά σε θέση επιθεωρητή της Διευθύνσεως Εσωτερικού Ελέγχου, ενώ στη συνέχεια, κατόπιν αποφάσεως του Συμβουλίου Υπηρεσιακών Μεταβολών και δυνάμει του υπ΄ αριθ. .....................
εγγράφου της αυτής Διευθύνσεως, τοποθετήθηκε για αόριστο χρόνο στην εν λόγω θέση. Όμως, αν και ήταν από τους πλέον ικανούς υπαλλήλους του αναιρεσείοντος και εκτελούσε πάντοτε τα καθήκοντά του, όπως και εκείνα του επιθεωρητή, με υπευθυνότητα, αμεροληψία και αντικειμενικότητα, στις 18-2-2003, δυνάμει της υπ΄ αριθ. .................
αποφάσεως της ανωτέρω Διευθύνσεως, διατέθηκε στην Περιφερειακή Διεύθυνση Συναλλαγής Αττικής για την εκτέλεση έργου επιθεωρητή αποκλειστικά στην περιοχή ευθύνης της Διευθύνσεως αυτής. Ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε τα νέα καθήκοντά του, χωρίς να αποδεχθεί τη μεταβολή των όρων της εργασιακής του σχέσεως και, θεωρώντας τη βλαπτική, διαμαρτυρήθηκε γι΄ αυτή ενώ στη συνέχεια με την ένδικη αγωγή του αξίωσε την επαναφορά του στην προηγούμενη θέση του.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι τα καθήκοντα αυτού ως επιθεωρητή της Περιφερειακής Διευθύνσεως Συναλλαγής Αττικής ήταν υποδεέστερα για τους αναφερόμενους στην εν λόγω απόφαση λόγους από εκείνα που ασκούσε ο ίδιος ως επιθεωρητής της Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΛΤΑ, η δε ως άνω μετακίνησή του δεν υπαγορεύτηκε από κάποια ουσιαστική ανάγκη του αναιρεσείοντος, αφού η Περιφερειακή Διεύθυνση Συναλλαγής Αττικής είχε αποστείλει πριν από τη μετακίνηση αυτή στη Διεύθυνση Επιθεωρήσεως το πρόγραμμα των καθολικών επιθεωρήσεων του έτους 2003 των υπαγομένων σ΄ αυτή καταστημάτων, καθώς και τις διοικητικές έρευνες, που ήταν σε εκκρεμότητα και επιπλέον, στην Περιφερειακή Διεύθυνση Συναλλαγής Αττικής κατά το χρόνο της μετακινήσεως υπηρετούσαν 38 υπάλληλοι, ενώ κατά το οργανόγραμμα έπρεπε να υπηρετούν σ΄ αυτή 28 συνολικά υπάλληλοι.
Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι το από 11-2-2003 ενημερωτικό σημείωμα του Διευθυντή της τελευταίας Διευθύνσεως, που απευθυνόταν προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του αναιρεσείοντος και αφορούσε την τοποθέτηση σ΄ αυτή τριών επιθεωρητών λόγω αποχωρήσεως δύο τομεαρχών, που εκτελούσαν σοβαρές διοικητικές έρευνες και υπαγωγής στην ίδια 136 υπηρεσιακών λειτουργών με 1174 υπαλλήλους, ήταν προσχηματικό, αφού ήταν μεταγενέστερο της καταρτίσεως του προγράμματος επιθεωρήσεων του έτους 2003 και απέβλεπε ουσιαστικά στη διευκόλυνση της μετακινήσεως του αναριεσιβλήτου, ο οποίος δεν ήταν αρεστός στη Διοίκηση, αφ΄ ενός μεν λόγω συντάξεως από τον ίδιο, με την ιδιότητά του ως επιθεωρητή, περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2002 πορίσματος για οικονομικές ατασθαλίες στο Ταχυδρομικό Γραφείο ..........., με το οποίο επέρριψε ευθύνες σε τρεις Διευθύνσεις, αφ΄ ετέρου δε για πολιτικούς και κομματικούς λόγους.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι η ανωτέρω ενέργεια του αναιρεσείοντος Οργανισμού είναι καταχρηστική, αφού δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ούτε έγινε προς όφελος των συμφερόντων αυτού, Κατόπιν των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 5-5-2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 του Ν. 2112/1920 και 648, 652, 653, 281 Α.Κ., αφού οι γενόμενες δεκτές ως άνω περιστάσεις καθιστούν μη δικαιολογούμενη και αντίθετη προς τα υπηρεσιακά συμφέροντα του αναιρεσείοντος τη μη εξακολούθηση της τοποθετήσεως του αναιρεσιβλήτου σε θέση επιθεωρητή στη Διεύθυνση Επιθεωρήσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας αυτού και δικαιολογούν την κρίση ότι η ενέργεια αυτή του αναιρεσείοντος δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών του και δεν έγινε προς το συμφέρον του.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθώς επίσης οι ίδιοι λόγοι της αναιρέσεως, κατά το τρίτο, πέμπτο και τέταρτο μέρος του, αντίστοιχα, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ακόμη, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερος και τρίτος, κατά το τρίτο μέρος τους, λόγοι της αναιρέσεως είναι αόριστοι και απορριπτέοι, διότι προσδιορίζονται μόνο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθώς επίσης και ο δεύτερος, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, που προσδιορίζεται μόνο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως και ο λόγος της αναιρέσεως, που προσδιορίζεται μόνο από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν καθόσον δεν εκτίθεται με πληρότητα σε τι συνίστανται οι επικαλούμενες πλημμέλειες.
Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια τού άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 11/1996, 469/1984). Έτσι, πράγμα του η μη λήψη υπόψη του από το δικαστήριο ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσέως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.
Α.Π. 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο, κατά το σχετικό μέρος τους, λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και μη προταθέντος ισχυρισμού, κατά τον οποίο η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού να μετακινήσει τον αναιρεσίβλητο υπάλληλό τους στην αναφερόμενη θέση συνιστά καταχρηστική άσκηση του εν λόγω δικαιώματός του.
Όπως, όμως προκύπτει από το δικόγραφο της από 15-12-2005 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, το οποίο ο Άρειος Πάγος επισκοπεί παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ο τελευταίος προέβαλε παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό ως λόγο εφέσεως. Άρα, οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση αφ' ενός μεν για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος ισχυρισμού του, κατά τον οποίο η απόφαση μετακινήσεως του αναιρεσιβλήτου υπαγορεύθηκε από τις ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες της Διεύθυνσης Συναλλαγής Αττικής και συνιστά μια απλή αλλαγή έδρας εργασίας λόγω αναθέσεως ειδικού έργου, αφ' ετέρου δε για λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και μη προταθέντος ισχυρισμού, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος κατέστη σ' αυτόν μη αρεστός λόγω συντάξεως από τον ίδιο του αναφερομένου πορίσματος και μετακινήθηκε από τη θέση του για πολιτικούς και κομματικούς λόγους.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, ενόψει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ενώ ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου, που συνάγεται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα, κατά το λόγο αυτό αναιρέσεως, είναι μόνο εκείνα, τα οποία προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα από τα άρθρα 339 και 432 - 465 Κ.Πολ.Δ.
και όχι και τα διαδικαστικά έγγραφα. Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο ή δεν προκύπτει, έστω και έμμεσα, ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, σύμφωνα με την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με το να δεχθεί ότι υφίσταται σ' αυτό λόγος εφέσεως περί του ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος να μετακινήσει αυτόν στην αναφερόμενη θέση συνιστά καταχρηστική άσκηση του εν λόγω δικαιώματος.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, με το δεύτερο, κατά το έκτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, σύμφωνα με την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, που προσκομίσθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον αυτού με τις προτάσεις του υπό τον αριθμό 7, με το να δεχθεί ότι τα νέα καθήκοντα του αναιρεσιβλήτου ήταν υποδεέστερα στη νέα θέση του για τους αναφερόμενους λόγους.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται ποιο είναι το εν λόγω έγγραφο και δεν εκτίθεται σ' αυτό το περιεχόμενό του, καθώς επίσης ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα του Δικαστηρίου.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.10.2006 αίτηση του Οργανισμού με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ (ΕΛ.ΤΑ)" για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 5346/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ