Legislator Case Law & Legislation
1502/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as grounds are irrelevant because the lower court's decision rests on independent legal bases.

Case Number 1502/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court erred in finding the insured's refusal to pay premiums constituted a tort, but the court noted the decision relied on two independent grounds: the refusal and the invalidity of the cancellation. Since the appellant did not challenge the second ground, which alone supported the verdict, the appealed errors were deemed irrelevant. Consequently, the appeal was rejected, the costs were shifted to the appellant, and the appeal bond was forfeited.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure: Appeals against a judgment based on multiple independent grounds are inadmissible if the appellant fails to challenge the grounds that independently support the decision, rendering the appealed errors irrelevant to the final ruling.

Keywords

AI generated
irrelevant appeal grounds independent legal basis irrelevant appeal insurance contract dispute tort liability refusal costs allocation appeal bond forfeiture

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 7, 27, 31 and 32 of Law 2496/1997
Article 33 § 4 of Law 2496/1997
Article 7 § 7 of Law 2496/1997
Article 6 § 1 of Law 2496/1997
Article 6 § 2 of Law 2496/1997
Articles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Articles 349 and following of the Civil Code
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1502 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1502/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ρ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Ρέκκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4540/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3550/2022 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των αρθρ. 1 επ., 7, 27, 31 και 32 ν. 2496/1997, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τις διατάξεις των αρ. 189 επ. του ΕμπΝ και ο οποίος, κατά το άρθρο 33 § 4 αυτού, εφαρμόζεται και στις υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του ασφαλιστικές συμβάσεις, προκύπτει ότι, με τη σύμβαση της ασφάλισης, ο ασφαλιστής υποχρεούται αντί ασφαλίστρου να αποζημιώσει τις απώλειες ή ζημίες, οι οποίες ενδέχεται να συμβούν στον ασφαλιζόμενο από ορισμένα τυχαία ή ανωτέρας βίας περιστατικά ή ασθένειες, οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν, αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξή τους, κατά τη σύναψη της σύμβασης.

Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 § 7 του ως άνω νόμου, η ασφαλιστική αποζημίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι επέλθει η ζημία, προς κάλυψη της οποίας έχει συνομολογηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Ειδικότερα, στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται, είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας, που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (Α.Π.342/2022, Α.Π. 1957/2013). Επίσης, κατά το άρθρο 6 § 1 του ιδίου νόμου, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές, ενώ κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει την σύμβαση.

Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στο λήπτη της ασφάλισης, στον οποίο γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου, θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης. Από τη δεύτερη παράγραφο της διάταξης αυτής προκύπτει ότι εισάγεται διπλή υποχρέωση στον ασφαλιστή, ήτοι η καταγγελία της σύμβασης πρέπει να γίνει εγγράφως προς το λήπτη της ασφάλισης, αλλά, για να επέλθουν τα εκ του νόμου αποτελέσματα αυτής, πρέπει στο κείμενο να αναφέρονται οι συνέπειες της καθυστέρησης καταβολής ασφαλίστρου.

Για τη λύση, δηλαδή, της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν αρκεί μόνον η δήλωση του ασφαλιστή περί ακύρωσης της σύμβασης, λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων, η οποία κοινοποιείται στον ασφαλισμένο, αλλά απαιτείται δήλωση περί καταγγελίας με την επισήμανση, ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά παρέλευση ενός μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 167 Α.Κ. προκύπτει ότι η καταγγελία για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βούλησης του συμβαλλόμενου μέρους, η δε δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα όχι απλώς από την εκδήλωσή της στον εξωτερικό κόσμο, ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίον απευθύνεται, αλλά από την παραλαβή της.

Για να παραγάγει τα αποτελέσματά της, είναι αναγκαία η περιέλευσή της στον νόμιμο παραλήπτη, απαιτείται δε να περιέχεται σε έγγραφο, και μάλιστα συστημένο ή επί αποδείξει, καθώς ο τρόπος αυτός κοινοποίησης εξασφαλίζει τη δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίο και μόνον παραδίδεται (Α.Π.342/2022, Α.Π. 510/2009, Α.Π. 1951/2006).

Η επιλογή από το νόμο του τρόπου αυτού επίδοσης οφείλεται στη σημαντική έννομη συνέπεια, που αναφέρεται στη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης και την έκτοτε διακοπή της ασφαλιστικής κάλυψης. Κατά συνέπεια, επί συστημένης ταχυδρομικής επιστολής, δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη, ειδικώς δε για τις συστημένες επιστολές απαιτείται όχι μόνο παράδοση γραπτής ειδοποίησης, αλλά και η πάροδος εύλογου χρόνου για την παραλαβή της, οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του (Α.Π. 129/2023, Α.Π. 342/2022, Α.Π. 1951/2006).

Αν δεν γίνει η προσήκουσα γνωστοποίηση, δεν υφίσταται η καταγγελία, τυχόν δε αντίθετη συμφωνία, ότι με την απλή υπερημερία του ασφαλισμένου ως προς την καταβολή των ασφαλίστρων επέρχεται αυτοδικαίως λύση της σύμβασης, είναι άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 33 § 1 του άνω ν. 2496/1997, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαιοπραξία, που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών (Ολ.Α.Π. 14/2013, Α.Π.342/2022, Α.Π. 1276/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 28-12-2022 αίτηση αναιρέσεως της ασφαλιστικής εταιρίας "Η Εθνική Α.Ε.Ε.Γ.Α." προσβάλλεται η 3550/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 8-3-2018 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ανέφερε ότι το έτος 1993 συνήψε με την εναγόμενη-αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία σύμβαση ασφάλισης ζωής και νοσοκομειακής περίθαλψης του ιδίου και μελών της οικογενείας του, και ότι το έτος 2017 η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση με συστημένη ταχυδρομική επιστολή, που του απέστειλε, λόγω καθυστέρησης περί την καταβολή του ασφαλίστρου.

Ότι η καταγγελία είναι άκυρη, επειδή ο ενάγων δεν παρέλαβε τη συστημένη επιστολή, η οποία επιστράφηκε στην εναγόμενη ως αζήτητη, επιπλέον δε επειδή ασκήθηκε καταχρηστικά, ενόψει αφενός του μικρού ύψους του καθυστερούμενου ασφαλίστρου και της συνεπούς συμπεριφοράς σχετικώς του ενάγοντος επί 24 έτη, και αφετέρου του πραγματικού σκοπού της, που ήταν η λύση σύμβασης, επειδή είχε καταστεί ασύμφορη για την εναγόμενη λόγω χαμηλού ασφαλίστρου, και ότι κατόπιν των ανωτέρω ο ενάγων, προκειμένου να μην παραμείνουν ανασφάλιστοι ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειάς του, συνήψε με την εναγόμενη τρεις νέες ασφαλιστικές συμβάσεις υπέρ του ιδίου, της συζύγου και του γιου του, με οικονομικά επαχθέστερους όρους γι' αυτόν.

Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει νομιμοτόκως, ως αποζημίωση για την παράνομη, λόγω της καταχρηστικότητας της καταγγελίας, και υπαίτιας συμπεριφοράς της, το ποσό των 2.413,68 ευρώ, που κατέβαλε ο ίδιος μέχρι την άσκηση της αγωγής για ασφάλιστρα των τριών νέων ασφαλιστικών συμβάσεων, καθώς και 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η αγωγή απορρίφθηκε με την 4540/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ενάγων άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 3550/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε ως αόριστο το κονδύλιο της αγωγής περί καταβολής αποζημίωσης για θετική ζημία, δέχτηκε κατά τα λοιπά αυτήν, αναγνώρισε ότι η καταγγελία είναι άκυρη και η ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ισχυρή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα 1.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεχόμενη τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Την 16η Δεκεμβρίου 1993 ο ενάγων και ήδη εκκαλών (εφεξής ο ασφαλισμένος) [αναιρεσίβλητος] κατήρτισε με την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" (εφεξής η ασφαλιστική εταιρεία) [αναιρεσείουσα] σύμβαση ισόβιας ασφαλίσεως ζωής, με την οποία η ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε έναντι των συμφωνηθέντων ασφαλίστρων την υποχρέωση να καταβάλει αμέσως μετά τον θάνατο του ασφαλισμένου το χρηματικό ποσό των 450.000 δρχ., ήτοι 1320,61 ευρώ, ως ασφάλισμα στους δικαιούχους που ήταν αρχικά η σύζυγος του Χ.

Π. και η κόρη του Σ. Ρ., η οποία μετά την ενηλικίωση της τον Σεπτέμβριο του 2016 αποχώρησε από την σύμβαση, όπως και ο υιός του Ε. Ρ., που γεννήθηκε το ... Για την ως άνω σύμβαση υπογράφηκε το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο στο οποίο οριζόταν ως ημέρα έναρξης της ασφαλίσεως η 30η-11-1993, ενώ το ασφάλιστρο συμφωνήθηκε να είναι καταβλητέο ανά τρίμηνο ήτοι την 30η Νοεμβρίου, Φεβρουαρίου, Μαΐου και Αυγούστου κάθε έτους με την κάθε δόση για το πρώτο έτος να ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 48.861 δρχ., πλέον φόρων και χαρτοσήμου και θα αναπροσαρμοζόταν ανά έτος με βάση την τιμή ECU του εκάστοτε ασφαλιστικού έτους.

Επίσης, στα παραρτήματα που συνόδευαν το ασφαλιστήριο ως αναπόσπαστα μέρη του και δέσμευαν τα μέρη, προβλεπόταν η απαλλαγή του ασφαλισμένου από την πληρωμή ασφαλίστρων σε περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητας (παράρτημα Β'), η ασφαλιστική κάλυψη των εξόδων νοσοκομειακής περίθαλψης με τις παροχές που περιγράφονταν στον πίνακα παροχών, όπως και των εξόδων εξωνοσοκομειακών διαγνωστικών εξετάσεων μέχρι του χρηματικού ποσού των 440,21 ευρώ.

Ειδικά ως προς την πληρωμή του ασφαλίστρου και τις συνέπειες της υπερημερίας του λήπτη της ασφαλίσεως, στα άρθρα 4 παρ. β' και 5 των Γενικών Όρων Συναλλαγών της ασφαλιστικής εταιρείας, που είχαν ενσωματωθεί στο συμβόλαιο ως αναπόσπαστο μέρος τους, προβλεπόταν ότι: Το ασφάλιστρο καταβάλλεται χωρίς η Εταιρεία να ειδοποιήσει ή ενοχλήσει τον Συμβαλλόμενο ή οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει δικαιώματα και απορρέουν από το Ασφαλιστήριο.

Η καταβολή του Ασφάλιστρου γίνεται κατά τις καθοριζόμενες στο Ασφαλιστήριο ημερομηνίες, στα γραφεία της έδρας της Εταιρείας ή στους εντεταλμένους για την είσπραξη του και η σχετική απόδειξη εκδίδεται σε έντυπο της εταιρείας και υπογράφεται από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για αυτό. Η υπενθύμιση της πληρωμής του ασφαλίστρου ή η προσκόμιση της απόδειξης για πληρωμή δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν τροποποίηση του γενικού αυτού κανόνα.

Η καταβολή του ασφαλίστρου αποδεικνύεται μόνον με τις ως άνω έντυπες αποδείξεις της εταιρείας και αποκλείεται κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο, ακόμα και ο όρκος (άρθρο 4 παρ. β'). Μετά την καταβολή της πρώτης δόσης των ασφαλίστρων, για την πληρωμή κάθε μίας από τις επόμενες δόσεις δίνεται προθεσμία 30 ημερών από την ημέρα που η δόση γίνεται απαιτητή.

Μέσα στην προθεσμία αυτή το ασφαλιστήριο βρίσκεται εν πλήρη ισχύ. Αν δεν πληρωθούν τα ασφάλιστρα μέσα στην ως άνω προθεσμία, το ασφαλιστήριο γίνεται αυτοδίκαια άκυρο, εφόσον προηγουμένως ειδοποιηθεί αποδεδειγμένα, ο ασφαλιζόμενος ή ο συμβαλλόμενος... Ως αποδεδειγμένη ειδοποίηση θεωρείται η αποστολή συστημένης επιστολής".

Με αυτό το περιεχόμενο όμως ο ως άνω υπ' αριθμ. 5 όρος κατά το σκέλος που προέβλεπε αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως σε περίπτωση υπερημερίας του ασφαλισμένου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ημερών από την δήλη ημέρα καταβολής τους και αφού είχε προηγουμένως ειδοποιηθεί ο τελευταίος, ήταν άκυρος σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 4 του Ν. 2496/1997 που ισχύει στην επίδικη σύμβαση, καθώς περιόριζε εις βάρος του λήπτη της ασφαλίσεως τις υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρείας για την έγκυρη καταγγελία και λύση της συμβάσεως τους όπως προβλέπονταν στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου, ήτοι την γραπτή ειδοποίηση που πρέπει να επιδοθεί στον λήπτη της ασφαλίσεως με δήλωση περί καταγγελίας της συμβάσεως και την επισήμανση ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου θα επιφέρει μετά την παρέλευση μηνός, την λύση της συμβάσεως.

Περαιτέρω ως προς την διαδικασία πληρωμής των ασφαλίστρων, κατά τα πρώτα έτη λειτουργίας της συμβάσεως και κατ? εφαρμογή του άρθρου 4 των ΓΟΣ της ασφαλιστικής εταιρείας, ο ενάγων ως λήπτης της ασφαλίσεως κατέβαλε τα ασφάλιστρα στον αρμόδιο για την είσπραξη τους εισπράκτορα της εναγόμενης, από τον οποίο παραλάμβανε τις αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων.

Έτσι ο εισπράκτορας ενόψει της πληρωμής κάθε δόσεως, επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα και τον ενημέρωνε για το οφειλόμενο κάθε φορά χρηματικό ποσό και ακολούθως μετέβαινε στην οικία του και τα εισέπραττε από τον ενάγοντα, στον οποίο χορηγούσε απόδειξη πληρωμής. Κατά την λειτουργία όμως της συμβάσεως, η εναγόμενη μετέβαλε τον τρόπο πληρωμής των ασφαλίστρων, ώστε να μην μεσολαβεί εισπράκτορας αλλά ενόψει της πληρωμής κάθε δόσεως στις δήλες ημέρες πληρωμής που όριζε το συμβόλαιο, απέστελλε στον ενάγοντα έγγραφη ειδοποίηση πληρωμής των ασφαλίστρων με αναλυτική περιγραφή της οφειλής, όπως οφειλόμενο χρηματικό ποσό, ασφαλιστική περίοδο που κάλυπτε, κωδικούς πληρωμής κλπ και η οποία θα επείχε θέση αποδείξεως, σε περίπτωση πληρωμής του συνόλου του ποσού με κάποιο από τους οριζόμενους σε αυτήν τρόπους, μεταξύ των οποίων ήταν και η καταβολή με μετρητά ή με πιστωτική κάρτα σε κάποια από τα υποκαταστήματα της εναγόμενης.

Σε περίπτωση υπερημερίας του ενάγοντος, θα ακολουθούσε η αποστολή σε αυτόν συστημένης επιστολής από την εναγόμενη, με την οποία θα καλούνταν να εξοφλήσει την υποχρέωση του, με την προειδοποίηση ότι περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου, θα επέφερε μετά την πάροδο ενός μηνός την λύση της σύμβασης.

Έτσι κατά τα χρονικά διαστήματα από 30-5-2016 έως 30-8-2016, από 30-8-2016 έως 30-11-2016 και από 20-11-2016 έως 24-2-2017, η εναγόμενη απέστειλε τα ειδοποιητήρια πληρωμής στον ενάγοντα και επειδή ο τελευταίος δεν πλήρωσε εμπροθέσμως, του απέστειλε τις συστημένες επιστολές με το περιεχόμενο του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2496/1997, ήτοι τον ενημέρωνε για την υπερημερία του και τον προειδοποιούσε ότι αν δεν συμμορφωνόταν εντός προθεσμίας ενός μηνός από την κοινοποίηση της επιστολής, θα επερχόταν η λύση της επίδικης συμβάσεως ασφαλίσεως.

Τελικώς τα οφειλόμενα ασφάλιστρα για όλες αυτές τις ασφαλιστικές περιόδους, ο ενάγων τα κατέβαλε με χρήση της πιστωτικής του κάρτας στο κεντρικό υποκατάστημα της εναγόμενης. Μάλιστα για τα ασφάλιστρα της περιόδου από 30-11-2016 έως 24-2-2017 ύψους 506,25 ευρώ, ο ενάγων μετέβη, την 9η-12-2016 στο κεντρικό υποκατάστημα της εναγόμενης και εξόφλησε την οφειλή του, παρά το γεγονός ότι η ...

συστημένη επιστολή που του απέστειλε μέσω των ΕΛΤΑ η εναγόμενη, δεν παρελήφθη από τον ίδιο αλλά επέστρεψε ως "αζήτητη" στα ΕΛΤΑ και ακολούθως στην αποστολέα εναγόμενη και επομένως δεν διέτρεχε κίνδυνο έγκυρης λύσεως της συμβάσεως του αφού δεν υπήρχε πραγματική παράδοση της συστημένης επιστολής σε αυτόν ...

Περαιτέρω ως προς την καταβολή των ασφαλίστρων για το επίδικο χρονικό διάστημα ασφαλίσεως ήτοι από 28-2-2017 έως 30-5-2017, η εναγόμενη, τηρώντας την ίδια διαδικασία, απέστειλε εγκαίρως στον ενάγοντα το από 3-1-2017 ειδοποιητήριο πληρωμής των ασφαλίστρων που ανέρχονταν στο χρηματικό ποσό των 387,96 ευρώ και ήταν καταβλητέο μέχρι την 28η-2-2017.

Ο ενάγων, όμως, κατέστη υπερήμερος στην πληρωμή του και η εναγόμενη του απέστειλε μέσω ΕΛΤΑ την από 2-3-2017 συστημένη επιστολή με αριθμό συστημένου ..., με την οποία του υπενθύμιζε την οφειλή του και τον ειδοποιούσε ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής της ως άνω ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρων θα επέφερε, μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της συστημένης επιστολής, την λύση της προπεριγραφόμενης σύμβασης ασφαλίσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2496/1997.

Όπως προκύπτει από την από 28-4-2017 βεβαίωση που εξέδωσαν τα ΕΛΤΑ για την πορεία παραδόσεως της συστημένης επιστολής προκύπτει ότι την 10η-3-2017 τοιχοκολλήθηκε στην οικία του ενάγοντος ειδοποίηση για την παραλαβή της επιστολής από τα κατάστημα Καλλιθέας πλην όμως μέχρι την 4η-4-2017 δεν είχε εμφανισθεί ο ενάγων για να την παραλάβει οπότε χαρακτηρίσθηκε ως "αζήτητο" και επεστράφη στην εναγόμενη - αποστολέα.

Την 27η-4-2017, ο ενάγων, χωρίς να έχει παραλάβει την ως άνω συστημένη επιστολή και να έχει προβεί σε κάποια καταβολή εντός της προθεσμίας που του τίθετο με αυτήν, μετέβη στο κεντρικό υποκατάστημα της εναγόμενης ώστε να πληρώσει τα ασφάλιστρα για το χρονικό διάστημα από 28-2-2017 έως 30-5-2017. Εκεί όμως ενημερώθηκε από τους υπαλλήλους ότι η σύμβαση ασφαλίσεως του είχε λυθεί ύστερα από καταγγελία του [ορθό:

της] από την εναγόμενη. Αμέσως ο ενάγων συνέταξε στο έντυπο υποδείξεων και παραπόνων που διέθετε η εναγόμενη στα γραφεία της, επιστολή διαμαρτυρίας στην οποία επεσήμαινε στην αντίδικο του ότι δεν είχε λάβει καμία ειδοποίηση για την πληρωμή και ζητούσε την επαναφορά σε ισχύ της συμβάσεως του ως ίσχυε.

Με την από 12-5-2017 επιστολή της προς τον ενάγοντα, η εναγόμενη τον ενημέρωσε για την τηρηθείσα διαδικασία που είχε ως αποτέλεσμα την λύση της συμβάσεως του και συγκεκριμένα ότι του είχε αποστείλει και ειδοποιητήριο την 3η-1-2017 και μέσω ΕΛΤΑ την από 2-3-2017 συστημένη επιστολή στην οποία του έθετε προθεσμία ενός (1) μηνός για εξόφληση στην οποία δεν συμμορφώθηκε με αποτέλεσμα από την πάροδο άπρακτης της ως άνω προθεσμίας, ήτοι από 2-4-2017 να επέλθει η λύση της συμβάσεως του, απορριπτομένου από την ίδια του αιτήματος επαναφοράς της σε ισχύ.

Μάλιστα στην ίδια επιστολή, η εναγόμενη υποστήριξε ότι η μη παραλαβή της ... συστημένης επιστολής δεν ασκούσε έννομη επιρροή στο κύρος της καταγγελίας και δεν αποτελούσε λόγο για την επαναφορά σε ισχύ του συμβολαίου καθώς και για το χρονικό διάστημα από 30-11-2016 έως 28-2-2017, η υπό στοιχ. ... συστημένη επιστολή με την οποία τον προειδοποιούσε για λύση της συμβάσεως δεν παρελήφθη από τον ίδιο, ο οποίος όμως πλήρωσε εντός της τεθείσας με την ως άνω επιστολή προθεσμίας του ενός μηνός και έτσι παρέμεινε εν ισχύ η σύμβαση ασφαλίσεως του.

Τελικώς λόγω της άρνησης της εναγόμενης να εισπράξει τα ασφάλιστρα από τον ενάγοντα, ο τελευταίος, ο οποίος ενέμενε στην σύμβαση, προέβη την 21η-6-2018, σε δημόσια κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του χρηματικού ποσού των 1.381,31 ευρώ έναντι της οφειλής του για ασφάλιστρα κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2017 έως 10-3-2018.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και αφού αποδείχθηκε ότι η από 2-3-2017 συστημένη επιστολή της εναγόμενης με το περιεχόμενο που όριζε το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2496/1997 (καταγγελία της συμβάσεως ασφαλίσεως με προθεσμία συμμορφώσεως ενός μηνός για τον λήπτη της ασφαλίσεως) δεν παρελήφθη από τον ενάγοντα αλλά επεστράφη στον αποστολέα της ως αζήτητη, η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως ασφαλίσεως λόγω υπερημερίας του ενάγοντος - λήπτη της ασφαλίσεως κατέστη άκυρη και δεν επέφερε την λύση της επίδικης συμβάσεως μετά την 2α-4-2017 που έληξε η προθεσμία συμμορφώσεως του ενός (1) μηνός που έθετε η εναγόμενη με την επιστολή της.

Όπως δε έχει ήδη κριθεί, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο των ΓΟΣ της ασφαλισμένης που έχουν προσαρτηθεί στην σύμβαση ασφαλίσεως, στο οποίο προβλεπόταν η αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως με την πάροδο του μηνός από την όχληση, καθώς αποτελεί ρύθμιση που περιορίζει τα δικαιώματα του ενάγοντος - λήπτη της ασφαλίσεως και άρα είναι άκυρη σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 3 του Ν. 2496/1997.

Επομένως την 27η-4-2017 που ο ενάγων μετέβη στο κεντρικό υποκατάστημα της εναγόμενης για να πληρώσει την δόση ασφαλίστρων του χρονικού διαστήματος από 28-2-2017 έως 30-5-2017, η εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη να αποδεχθεί την πληρωμή καθώς η σύμβαση ασφαλίσεως παρέμενε εν ισχύ και άρα η άρνηση της να δεχθεί την πληρωμή, επιμένοντας στην εγκυρότητα της εκ μέρους της καταγγελίας παρότι γνώριζε ότι η συστημένη επιστολή της δεν είχε επιδοθεί στον ενάγοντα αλλά της είχε επιστραφεί ως αζήτητη συνιστούσε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά καθώς εν γνώσει της παραβίαζε το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2496/1997 αλλά και τις γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς της που απορρέουν από τις αρχές της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ), που στην συγκεκριμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο ενάγων εκπλήρωνε με επιμέλεια τις υποχρεώσεις από το έτος 1993, επέβαλαν στην εναγόμενη να δεχθεί την πληρωμή και να μην εμμείνει στους ισχυρισμούς της για λύση λόγω καταγγελίας.

Με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της ... η εναγόμενη προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος την οποία θεμελίωσε στην συμπεριφορά του ενάγοντος από την 27η-4-2017 έως και την έγερση της αγωγής, η οποία της είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι δεν επιθυμούσε πλέον την συνέχιση της επίδικης συμβάσεως ασφαλίσεως αφού την 22α-8-2017, ο ίδιος, η σύζυγος του και ο υιός του Ε.

Ρ., ήτοι οι δικαιούχοι της επίδικης ασφαλίσεως, προέβησαν στην κατάρτιση νέων συμβάσεων ασφαλίσεως ζωής και κάλυψης εξόδων νοσοκομειακής περίθαλψης με την ίδια, εκδηλώνοντας κατ? αυτόν τον τρόπο την εμπιστοσύνη τους προς αυτήν και την πρόθεση τους να καλύπτονται μόνον από αυτές τις συμβάσεις. Ως προς την ένσταση λοιπόν αυτή, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι πράγματι ο ενάγων, αλλά και η σύζυγος του και ο υιός του Ελευθέριος κατήρτισαν την 22α-8-2017 συμβάσεις ασφαλίσεως ζωής ισόβιας διάρκειας και κάλυψης εξόδων νοσοκομειακής περίθαλψης για τις οποίες υπογράφηκαν αντιστοίχως τα ...

ασφαλιστήρια συμβόλαια. Οι ως άνω ασφαλισμένοι όμως, δεν προχώρησαν στην κατάρτιση αυτών των συμβάσεων επειδή θεωρούσαν ότι η επίδικη από 16-12-1993 σύμβαση είχε λυθεί και επιθυμούσαν να δεσμευθούν από νέες ευνοϊκότερες για τους ίδιους συμβάσεις όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγόμενη, αλλά επειδή είχαν αντιληφθεί ότι για την επαναφορά σε ισχύ της από 16-12-1993 συμβάσεως έπρεπε να στραφούν δικαστικά κατά της εναγόμενης λόγω της παράνομης επιμονής της στην καταγγελία και λύση της και εύλογα δεν επιθυμούσαν κατά το χρονικό διάστημα που θα μεσολαβούσε να παραμένουν ανασφάλιστοι.

Η πρόθεση δε αυτή του ενάγοντος ήταν γνωστή στην εναγόμενη καθώς πέραν της από 27-4-2017 έγγραφης διαμαρτυρίας του που συνοδευόταν με αίτημα επαναφοράς σε ισχύ της συμβάσεως του, προέβη την 21η-6-2018, ήτοι πριν την πρώτη συζήτηση της αγωγής και σε δημόσια κατάθεση υπέρ της εναγόμενης του χρηματικού ποσού 1.381,31 ευρώ ως οφειλόμενα ασφάλιστρα από την επίδικη σύμβαση ασφαλίσεως.

Ενόψει των ανωτέρω και αφού αποδείχθηκε ότι η από 2-3-2017 καταγγελία από την εναγόμενη της από 16-12-1993 σύμβασης ασφαλίσεως που είχε καταρτίσει με τον ενάγοντα ... ήταν άκυρη λόγω μη παραλαβής από τον ενάγοντα της υπό στοιχ. ... συστημένης επιστολής που περιείχε την καταγγελία και άρα ότι η από 16-12-1993 [ενν.: σύμβαση] δεν είχε λυθεί όταν ο ενάγων την 27η-4-2017 προσήλθε στα γραφεία της εναγόμενης για να καταβάλει τα ασφάλιστρα της περιόδου από 28-2-2017 έως 30-5-2017, το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής με την οποία ζητείτο η αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας έπρεπε να γίνει δεκτό ως κατ' ουσία βάσιμο, απορριπτομένης ως αβάσιμης της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που προέβαλε η εναγόμενη.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη δέχθηκε μεν την ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2496/1997 αλλά απέρριψε το αναγνωριστικό της ακυρότητας αίτημα, δεχόμενο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών ως βάσιμων των λόγων εφέσεως με τους οποίους ο ενάγων παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου με τον δεύτερο λόγο εφέσεως, ο ενάγων παραπονείται και για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της βάσεως της αγωγής του που είχε ως νόμιμο λόγο ευθύνης της αντιδίκου του την αδικοπραξία. Με αυτό το περιεχόμενο, ο δεύτερος λόγος εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσία βάσιμος καθώς όπως έχει γίνει ήδη δεκτό, η από 27-4-2017 άρνηση της εναγόμενης να δεχθεί από τον ενάγοντα την πληρωμή των ασφαλίστρων της χρονικής περιόδου από 28-2-2017 έως 30-5-2017, επικαλούμενη τη λύση της μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως λόγω της από 2-3-2017 καταγγελίας που γνώριζε όμως ότι είχε καταστεί άκυρη λόγω μη παραλαβής της από τον αντισυμβαλλόμενό της, συνιστά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά που παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2496/1997 και είναι αντίθετη με τις αρχές της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών (άρθρο 288 ΑΚ), καθώς εμμένοντας στο κύρος της καταγγελίας και την λύση της συμβάσεως, προκάλεσε εύλογη αβεβαιότητα και ανασφάλεια στον ενάγοντα.

Συνεπώς η συμπεριφορά της πληροί το πραγματικό του άρθρου 914 ΑΚ ... Κατόπιν τούτων και μετά την έρευνα όλων των λόγων της, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ... να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί και να δικασθεί η από 8-3-2018 ... αγωγή από το παρόν Δικαστήριο ... να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη εν μέρει και να αναγνωρισθεί ότι η από 2-3-2017 καταγγελία από την εναγόμενη της από 16-12-1993 συμβάσεως ασφαλίσεως που είχε καταρτίσει με τον ενάγοντα ... είναι άκυρη και ότι η ως άνω σύμβαση ασφαλίσεως δεν έχει λυθεί λόγω της ως άνω καταγγελίας. Επίσης, συνεπεία της προπεριγραφόμενης στην παρούσα παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης παράνομη καταγγελία [ορθό: παράνομης καταγγελίας] της συμβάσεως ασφαλίσεως, ως αντιβαίνουσα [ορθό: αντιβαίνουσας] στο άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2496/1997 και στις αρχές της καλής πίστης, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση το χρηματικό ποσό των 1.000 ευρώ ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η καταγγελία εκ μέρους της εναγόμενης-αναιρεσείουσας της από 16-12-1993 ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων δεν είναι έγκυρη, επειδή δεν περιήλθε στο πρόσωπο του ενάγοντα-αναιρεσίβλητου, και ότι κατά συνέπεια η σύμβαση αυτή εξακολουθεί να είναι ισχυρή και να παράγει αποτελέσματα, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 § 2 ν. 2496/1997 και 167 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώνει περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την εγκυρότητα της καταγγελίας.

Συγκεκριμένα, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα ότι η από 2-3-2017 συστημένη ταχυδρομική επιστολή της εναγόμενης, που περιείχε την καταγγελία, δεν παρελήφθη από τον ενάγοντα, αλλά τοιχοκολλήθηκε στην οικία του ειδοποίηση για την παραλαβή της από το ταχυδρομικό κατάστημα και, όταν αυτός δεν την παρέλαβε, η επιστολή επιστράφηκε στην εναγόμενη, ορθά εξήγαγε το συμπέρασμα ότι η καταγγελία της σύμβασης δεν είναι έγκυρη, επειδή δεν έλαβε χώρα πραγματική περιέλευση στον ενάγοντα της σχετικής δήλωσης βουλήσεως της εναγόμενης με την αυτοπρόσωπη παραλαβή της συστημένης επιστολής εκ μέρους του ενάγοντος, όπως απαιτείται, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, χωρίς να αρκεί για την εγκυρότητα της δικαιοπραξίας της καταγγελίας η ταχυδρομική αποστολή της επιστολής και η τοιχοκόλληση του σχετικού ειδοποιητήριου στην οικία του ενάγοντος.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 6/2016, Α.Π. 28/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 267/2021).

Η ως άνω αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 6/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, που προέβαλε νομότυπα η εναγόμενη κατά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων αποδέχτηκε την εγκυρότητα της καταγγελίας συνάπτοντας αργότερα ο ίδιος, η σύζυγος και ο γιος του τρεις νέες ασφαλιστικές συμβάσεις με αυτήν, γεγονός που της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί η ένδικη αγωγή, δεχόμενο ανέλεγκτα (το Εφετείο) ότι οι ανωτέρω δεν προέβησαν στη σύναψη των νέων συμβάσεων επειδή αποδέχτηκαν την εγκυρότητα της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, αλλά επειδή επιθυμούσαν να μην παραμείνουν ανασφάλιστοι καθ' όσον χρόνο επιδίωκαν δικαστικά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της, και ότι η πρόθεση αυτή του ενάγοντος ήταν γνωστή στην εναγόμενη, ενόψει της από 27-4-2017 έγγραφης διαμαρτυρίας του προς αυτήν, με την οποία εκδήλωνε την εμμονή του στην επίδικη σύμβαση, και της από 21-6-2018 δημόσιας κατάθεσης του καθυστερούμενου ασφάλιστρου αυτής, επομένως η σύναψη των νέων συμβάσεων δεν μπορούσε να της δημιουργήσει εύλογη πεποίθηση περί της αποδοχής της εγκυρότητας της καταγγελίας, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, χωρίς να συνάγεται κάτι αντίθετο από την επιπλέον παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ενάγων κατά το παρελθόν είχε καθυστερήσει επανειλημμένα την καταβολή του ασφαλίστρου, αφού το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου, δεν επαρκεί για τη θεμελίωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.

Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ. με τις ανωτέρω αιτιάσεις.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1349/2022, Α.Π. 136/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως και με σκέλος του πρώτου λόγου αυτής η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρέβη τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 Α.Κ., δεχόμενο ότι η άρνηση της εναγόμενης να εισπράττει ασφάλιστρα, εμμένοντας στην εγκυρότητα της καταγγελίας, συνιστά αδικοπραξία, δεδομένου ότι η άρνηση του δανειστή να εισπράξει την παροχή έχει ως συνέπεια μόνο την περιαγωγή του σε υπερημερία κατ' άρθρα 349 επ. Α.Κ. Ωστόσο, το Εφετείο δέχτηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης με διπλή αιτιολογία, και συγκεκριμένα, αφενός λόγω της άρνησής της να δεχτεί από τον ενάγοντα την πληρωμή των ασφαλίστρων με την επίκληση της καταγγελίας, και αφετέρου λόγω του παράνομου χαρακτήρα της καταγγελίας αυτής, που αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 6 § 2 ν. 2496/1997 και τις αρχές της καλής πίστης. Εφόσον δε η αναιρεσείουσα δεν προσβάλλει τη δεύτερη ως άνω αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς την παραδοχή της αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτοι.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού αιτήματός του, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2022 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Η Εθνική Α.Ε.Ε.Γ.Α." για αναίρεση της 3550/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ