Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and lack of error grounds regarding evidence and confession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Patras Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in admitting evidence obtained under duress and improperly treated an out-of-court confession as binding. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to demonstrate how the lower court violated procedural rules regarding evidence or the confession's admissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the exact procedural violation or error, and the court of first instance has freely evaluated evidence and confessions within its discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1502 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1502/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Σ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννακάκι, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-2-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Π.. Δ. Κ. Σ. «Ο., που εδρεύει στην ……. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Π. Δ., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Σωτήριο Σταυρόπουλο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κ……. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 173/2017 μη οριστική και 116/2019 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2019 αίτησή της καθώς και με τους από 4-1-2023 και 19-12-2022 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 16-9-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 116/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ.14/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κ….., που είχε απορρίψει την από 9-9-2013 αγωγή της κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσε την ακύρωση των αναφερομένων σ' αυτή δικαιοπραξιών (υπεύθυνων δηλώσεων και συναλλαγματικών πληρωτέων σε υποκατάστημα της δεύτερης αναιρεσίβλητης τράπεζας), διότι τις υπέγραψε υπό το κράτος παράνομης και αντίθετης προς τα χρηστά ήθη σοβαρής απειλής σε βάρος της εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Παραδεκτοί επίσης, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, τους οποίους η αναιρεσείουσα άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα με δύο ιδιαίτερα δικόγραφα, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 3-1-2023 και 4-1-2023 αντίστοιχα (βλ.
τις ../3-1-2023 και ../4-1-2023 πράξεις κατάθεσης πρόσθετων λόγων του Γραμματέα του Αρείου Πάγου κάτω από τα δικόγραφα αυτά) και επιδόθηκαν νομότυπα στις αναιρεσίβλητες, στις 4-1-2023 (βλ. τις υπ' αριθμ. …../4.1.2023 και …./4.1.2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών Επιμελητών στο Πρωτοδικείο Πατρών Χ. Π. και στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ.
Μ., αντίστοιχα), και στις 5-1-2023 (βλ. τις υπ'αριθμ…./5.1.2023 και …../5.1.2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών Επιμελητών στο Πρωτοδικείο Πατρών Χ. Π. και στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Μ.,αντίστοιχα), ήτοι τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε, δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του τελευταίου ν. 4912/2022, καταλαμβάνει και τα εκκρεμή ένδικα μέσα.
Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150, 151, 152 ΑΚ, όποιος εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή, που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη από τον άλλο ή από τρίτο, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (αρθρ.914 επ.
ΑΚ), εφόσον η απειλή περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση, κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία (ΑΠ 715/2011). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις η απειλή αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι:
α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απειληθέντος, εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απειλήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Ως αδικοπρακτική δε συμπεριφορά δόλια και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 150, 281, 288 και 919 του ΑΚ, ιδρύει αυτοτελή και πρωτογενή υποχρέωση αποζημίωσης, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, δηλαδή η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος της με την (δόλια) συμπεριφορά του υπαιτίου (ΑΠ 247/2018, ΑΠ 631/2015).
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 150-151 του ΑΚ, απειλή είναι η εξαγγελία κάποιου κακού για τον απειλούμενο, με την οποία ο τελευταίος περιάγεται σε κατάσταση ψυχολογικής πιέσεως και συνεπεία της οποίας αυτός φρονεί, ότι πρέπει να προβεί στην υπό του απειλούντος επιδιωκόμενη δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να αποφύγει την επέλευση του κακού.
Για την εφαρμογή δε των ως άνω διατάξεων απαιτείται: α) απειλή επικείμενου κακού για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου ή των προσώπων, που συνδέονται στενότατα με αυτόν, β) ο κίνδυνος επελεύσεως του κακού να είναι άμεσος και σπουδαίος, δηλαδή επικείμενος και πραγματικός και να είναι ικανός και προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, γ) η απειλή να έγινε προς το σκοπό να εξαναγκάσει τον απειλούμενο σε δήλωση, να οδήγησε πράγματι στη δήλωση βουλήσεως και μάλιστα παράνομα ή εναντίον των χρηστών ηθών (ΑΠ 314/2021, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 1040/2018, ΑΠ 1599/2014, ΑΠ 1912/2008).
Η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, δηλαδή το εξαγγελλόμενο κακό πρέπει να αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Επομένως, δεν μπορεί να συνίσταται στην άσκηση νόμιμου δικαιώματος. Εναλλακτικά, όμως, μπορεί να πρόκειται για ανήθικη απειλή, όταν το εξαγγελλόμενο κακό αντίκειται στα χρηστά ήθη ή δεν τελεί σε συνάφεια η απειλή με την επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης, παρότι αποτελεί άσκηση νόμιμου δικαιώματος ή όταν το απειλούμενο κακό δεν αποτελεί το κατάλληλο μέσο για το σκοπό που επιδιώκεται και ο επιδιωκόμενος ή ο απειλούμενος σκοπός είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη (ΑΠ 1040/2018,ΑΠ 1272/2004).
Η κρίση δε για αντίθεση της απειλούμενης πράξης στα χρηστά ήθη θα πρέπει να αναζητείται στις κρατούσες για την ηθική αντιλήψεις της δεδομένης εποχής, του δεδομένου τόπου και στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1040/2018,ΑΠ 214/1972). Συνακόλουθα τούτων, δεν πρόκειται περί απειλής, στην περίπτωση απλών υποδείξεων ή προειδοποιήσεων, αναφερομένων είτε σε κάποια υφιστάμενη ήδη δυσμενή κατάσταση για τον απειλούμενο, είτε σε γεγονότα, τα οποία θα επέλθουν ούτως ή άλλως και χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη του απειλούντος.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η απειλή ασκήσεως αγωγής ή χρησιμοποιήσεως άλλων εννόμων βοηθημάτων (αναφοράς, μήνυσης κλπ), και για αληθεύοντα ακόμη περιστατικά, προσλαμβάνει πρόδηλα αθέμιτο χαρακτήρα, όταν ο απειλών αποβλέπει με τη χρησιμοποίησή τους σε άλλα πλεονεκτήματα ουσιαστικά άσχετα προς εκείνα, στα οποία εξ αντικειμένου τείνουν τα εν λόγω έννομα βοηθήματα (ΑΠ 745/2020, ΑΠ 1040/2018).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 154 και 155 ΑΚ, που ορίζουν αντίστοιχα ότι "Η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής επέρχεται με δικαστική απόφαση, την ακύρωση έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν μόνον αυτός που πλανήθηκε ή απατήθηκε ή απειλήθηκε και οι κληρονόμοι τους" και ότι "Η αγωγή για ακύρωση απευθύνεται κατά του άλλου συμβαλλόμενου αν πρόκειται για μονομερή δικαιοπραξία ,απευθύνεται κατά εκείνου που αντλεί άμεσα από αυτήν έννομο συμφέρον", συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
α) Η ακύρωση επέρχεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία ισχύει αναδρομικά και αναπτύσσει συνέπειες erga omnes. Μέχρι τότε η ακυρώσιμη δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρη νομική ενέργεια και μόνο μετά την απαγγελλόμενη με τελεσίδικη, όπως προαναφέρθηκε, δικαστική απόφαση ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη λογιζόμενη ως μη γενόμενη.
Μάλιστα, ακόμη και στην περίπτωση που η ακύρωση ακυρώσιμης δικαιοπραξίας ασκείται με ένσταση, απλή επίκληση της ακυρωσίας της δικαιοπραξίας, χωρίς ταυτόχρονη άσκηση του δικαιώματος ακύρωσης, δεν αρκεί και έτσι δεν μπορεί καν να εξετασθεί παρεμπιπτόντως ως απλή ακυρωσία (δυνατότητα ακύρωσης), εφόσον η ακύρωση, κατά τα ανωτέρω, απαγγέλλεται με δικαστική απόφαση.
β) Ενάγοντες, κατά τη διάταξη του άρθρου 154 εδ. β ΑΚ, μπορούν να είναι μόνον αυτός που πλανήθηκε, απατήθηκε ή απειλήθηκε, ενώ, σχετικά με τα πρόσωπα εναντίον των οποίων ζητείται η ακύρωση, η ΑΚ 155 διακρίνει ανάμεσα σε συμβάσεις και μονομερείς δικαιοπραξίες και έτσι, όταν η ακυρώσιμη δικαιοπραξία είναι σύμβαση, εναγόμενος είναι ο αντισυμβαλλόμενος του πλανηθέντος, απατηθέντος ή απειληθέντος και οι κληρονόμοι του, όταν η ακυρώσιμη δικαιοπραξία είναι μονομερής απευθυντέα, εναγόμενος είναι ο λήπτης της δήλωσης και, σε περίπτωση που είναι μη απευθυντέα, εναγόμενος είναι αυτός που αντλεί άμεσα έννομο συμφέρον από τη δικαιοπραξία (ΑΠ 745/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Επομένως, ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.
Εξάλλου, οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ` αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 1319/2022,ΑΠ 1406/2021).
Επίσης, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες είναι αλυσιτελείς (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε στις 12-09-1994, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εταιρεία με την επωνυμία «Θ..
Ζ. Κ. «Σ., ως πωλήτρια πλήρους απασχόλησης στο κείμενο στην Α.… Δήμου ………. κατάστημα εμπορίας ειδών οικιακής χρήσης και εξοχής που εκμεταλλευόταν η άνω εταιρεία, την οποία διαδέχθηκε στην εκμετάλλευση του εν λόγω καταστήματος, το έτος 1996, η εταιρεία με την επωνυμία «Π.. Κ. Κ. Σ. Ο..Ε.. και από τον Ιούλιο του 2007 η πρώτη εναγόμενη Ομόρρυθμη Εταιρεία (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία έχει ως αντικείμενο το λιανικό εμπόριο επίπλων, φωτιστικών και άλλων ειδών οικιακής χρήσης, συνέχισε δε και αυτή, όπως οι προηγούμενες δύο Ομόρρυθμες Εταιρείες, να απασχολεί την ενάγουσα ως υπάλληλο σε κατάστημά της, το οποίο βρίσκεται , στην παραλία Α…..
και έχει διακριτικό τίτλο Ό. Γ. Τ. «Σ., στο οποίο η ενάγουσα εκτελούσε ταυτοχρόνως και χρέη ταμία. Ο Κ. Γ. του Χ., που ήταν λογιστής της πρώτης εναγομένης από το έτος 2008, είχε αρχίσει να παρατηρεί μείωση του τζίρου του καταστήματος ήδη από τον ισολογισμό του έτους 2010, ο οποίος έκλεισε το 2011, συνεχίζοντας δε να παρακολουθεί κάθε μήνα τις λογιστικές καταστάσεις της επιχείρησης μέχρι και τον Απρίλιο με Μάιο του 2013, οπότε έκλεισε ο ισολογισμός του έτους 2012, διαπίστωσε ότι έλειπαν από το ταμείο αυτής περί τις 380.000 ευρώ, έλλειμα που αφορούσε τα έτη 2010, 2011 και 2012.
Το γεγονός αυτό γνωστοποίησε στον ομόρρυθμο εταίρο και συνδιαχειριστή της πρώτης εναγομένης Π. Δ., ο οποίος αρχικά δεν έδειξε την δέουσα σημασία, ενόψει του ότι επρόκειτο για οικογενειακή επιχείρηση, ταυτοχρόνως δε είχε πλήρη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της ενάγουσας λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας τους και της καθημερινής επαφής τους.
Ενόψει της στάσης αυτής του τελευταίου, ο Κ. Γ., προκειμένου να είναι συνεπής στο επαγγελματικό του καθήκον, το 2013 μίλησε για μια ακόμη φορά στον Π. Δ. και στα μέλη της οικογένειας του, τονίζοντάς τους ότι κάτι δεν πάει καλά στην επιχείρηση, στην προσπάθειά του δε να τους εξηγήσει το πρόβλημα, τους είπε "ή δεν κόβετε αποδείξεις ή κάποιος παίρνει τα χρήματα', μετά δε την απάντηση του Π.
Δ. ότι εκδίδονται κανονικά αποδείξεις, ο Κ. Γ., θέλοντας να επισημάνει τη σοβαρότητα της κατάστασης, αλλά και να εξοβελίσει την τυφλή - λόγω εμπιστοσύνης - πίστη του πελάτη του ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μην κόβονται αποδείξεις (γεγονός που, κατά την επαγγελματική του γνώμη, ήταν και η πιό πιθανή αιτία για το έλλειμα της εταιρείας, το οποίο ουσιαστικά συνίστατο σε κέρδη που δεν φαίνονταν, αφού δεν είχαν περαστεί, κατά την έκδοση απόδειξης, στην ταμειακή μηχανή του καταστήματος), του είπε : "Πρέπει να ψαχτείτε μεταξύ σας γιατί κάτι τρέχει''.
Κατόπιν αυτού και συγκεκριμένα από το Ιούνιο του 2013, οι νόμιμοι εκπρόσωποι και συνδιαχειριστές της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, Π. Δ. και Χ. Κ. (σύζυγός του), άρχισαν να έχουν σοβαρές υπόνοιες ότι η μείωση του τζίρου της τελευταίας πιθανότατα οφειλόταν στο ότι η ενάγουσα πωλούσε εμπορεύματα της εταιρείας, χωρίς να εκδίδει τα αντίστοιχα φορολογικά παραστατικά, ενόψει δε του ότι οι υπόνοιες αυτές κατέστησαν εντονότερες τον Ιούλιο του ιδίου έτους, καθώς οι εισπράξεις του καταστήματος δεν ήταν αντίστοιχες της μεγάλης εμπορικής κίνησής του, παρόλο που η δραστηριότητά της επιχείρησης εξακολουθούσε αμείωτη και ήταν εμφανές ότι πραγματοποιούσε ακόμη μεγαλύτερο τζίρο λόγω της θερινής περιόδου, κατά την οποία οι εισπράξεις έφταναν στα υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τις λοιπές περιόδους του έτους, καθόσον η Α….
αποτελεί θελκτικό τουριστικό προορισμό για το καλοκαίρι, ο Π. Δ. εγκατέστησε εντός του καταστήματος κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του χώρου και καταγραφής των δεδομένων μέσω κάμερας, προκειμένου να παρακολουθεί τις κινήσεις της ενάγουσας, ενόψει και του ότι διάφοροι πελάτες της επιχείρησης του είχαν κατά καιρούς επισημάνει ότι η τελευταία πωλούσε προϊόντα χωρίς να εκδίδει τις αντίστοιχες αποδείξεις.
Στις 08-08-2013, μετά το κλείσιμο του καταστήματος, ο Π. Δ. κάλεσε την ενάγουσα στο γραφείο του, όπου προσήλθαν επίσης η σύζυγός του Χ. Κ. (συνδιαχειρίστρια μαζί με αυτόν της πρώτης εναγομένης), καθώς και τα τέκνα του Κ. Δ. και Ε. Δ., συνοδευόμενα από τους φίλους τους Μ. Θ. και Α. Π.. Εκεί, ο Π. Δ. ενημέρωσε την ενάγουσα ότι πρόσφατα είχε διαπιστώσει ότι αυτή υπεξαιρούσε επί μεγάλο χρονικό διάστημα χρηματικά ποσά από το ταμείο της επιχείρησης και τη ρώτησε ευθέως αν αυτό αληθεύει, όταν δε εκείνη αρνήθηκε την οποιαδήποτε ανάμειξή της στην αναφερθείσα υπεξαίρεση, ο Π.
Δ. της επέδειξε μαγνητοσκοπημένο απόσπασμα από όσα είχαν καταγραφεί σε ψηφιακό δίσκο από το προρρηθέν κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και καταγραφής, στο οποίο φαινόταν η ίδια να παίρνει χρήματα από το ταμείο του καταστήματος, χωρίς να εκδώσει την απαραίτητη απόδειξη, μόνο δε τότε η ενάγουσα αναγκάσθηκε να παραδεχθεί ότι είχε προβεί στην εν λόγω παράνομη πράξη και ότι εκείνη ήταν η μοναδική φορά που είχε πάρει χρήματα από το ταμείο.
Κατόπιν αυτού, ο Π. Δ. της επέδειξε απόσπασμα από ψηφιακό δίσκο που κατέγραφε τις κινήσεις της την προηγούμενη ημέρα εκείνης που της είχε αρχικά δείξει, στο οποίο φαινόταν ολοκάθαρα ότι η ενάγουσα και πάλι υπεξαιρούσε χρήματα από το ταμείο, γεγονός που την ανάγκασε να παραδεχθεί ότι και εκείνη την ημέρα είχε προβεί στην παράνομη πράξη που αποτυπωνόταν στο σχετικό ψηφιακό δίσκο.
Με τον ίδιο τρόπο, συνέχισε ο Π. Δ. να επιδεικνύει στην ενάγουσα αντίστοιχα αποσπάσματα του χρονικού διαστήματος από 01-08-2013 έως 08-08-2013, στα οποία εμφανιζόταν η ίδια να προβαίνει εξακολουθητικά στην παράνομη πράξη της υπεξαίρεσης χρημάτων από το ταμείο του καταστήματος. Κατόπιν της αποκάλυψης ότι τελικά το πρόσωπο που υπεξαιρούσε συστηματικά χρήματα από το ταμείο της πρώτης εναγομένης ήταν η ενάγουσα, ο Π.
Δ. της ανακοίνωσε ότι θα καλέσει την Αστυνομία και θα ζητήσει την ποινική της τιμωρία, υποβάλλοντας σχετική μήνυση σε βάρος της, με την ενέργεια δε αυτή η ενάγουσα θα αντιμετώπιζε τον άμεσο κίνδυνο να καταλήξει κρατούμενη σε σωφρονιστικό κατάστημα λόγω και του κακουργηματικού χαρακτήρα της ως άνω αποδιδόμενης στην ίδια αξιόποινης πράξης.
Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα, προ του κινδύνου να εμπλακεί στην ποινική διαδικασία λόγω της μήνυσης που απειλούσε ότι θα υπέβαλε ο συνδιαχειριστής της πρώτης εναγομένης εταιρείας σε βάρος της, τον παρακάλεσε να μην απευθυνθεί στις Αρχές, αλλά "να καθίσουν να τα βρούν", τότε δε ήταν που αναγκάσθηκε να παραδεχθεί ότι το ποσό που είχε η ίδια υπεξαιρέσει ανερχόταν, όχι σε 300.000 ευρώ (που ήταν το ποσό που ο Π.
Δ. υπολόγιζε ότι είχε συνολικώς υπεξαιρεθεί), αλλά σε 150.000 ευρώ, προσφέρθηκε μάλιστα να αποδεχθεί ισόποσες του ανωτέρω ποσού συναλλαγματικές, προκειμένου να αποκαταστήσει τη ζημία που είχε προκαλέσει στην πρώτη εναγομένη. Όλα τα παραπάνω έλαβαν χώρα παρουσία του λογιστή της τελευταίας Κ. Γ., τον οποίον ο Π.
Δ. είχε καλέσει νωρίτερα, περί ώρα 21:30 της ημέρας εκείνης (08-08-2013), να προσέλθει στο κατάστημα (όπου και προσήλθε περί ώρα 22:00) για να είναι μάρτυρας αυτών που επρόκειτο να ακολουθήσουν, περί των οποίων εναργέστατα κατέθεσε ενόρκως ο Κ. Γ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσθέτοντας ότι ήταν αυτός που έψαξε και βρήκε (από τον, μεταγενεστέρως παρασταθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, δικηγόρο Α….
Π. Θ.), περί ώρα 23:00 της ιδίας ημέρας, τα απαιτούμενα σώματα έξι συναλλαγματικών, ποσού εκάστης 25.000 ευρώ, εκδόσεως όλων της πρώτης εναγομένης, εις διαταγήν της ιδίας, πληρωτέων στο κείμενο στην Α….. Αχαΐας κατάστημα της δεύτερης εναγομένης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), τις οποίες υπέγραψε αμέσως, χωρίς ουδεμία εκ μέρους των παρευρισκομένων παράνομη ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη απειλή, ως αποδέκτρια, η ενάγουσα, η οποία, μάλιστα, ζήτησε να καθορισθούν ανά δίμηνα οι ημερομηνίες λήξης των άνω συναλλαγματικών, λέγοντάς τους "Κάντε τα δίμηνα για να μπορώ να τα πληρώσω".
Πράγματι, στις εν λόγω συναλλαγματικές τέθηκαν ως ημερομηνίες λήξης η 31η-08-2013, η 31η-10-2013, η 31η-12-2013, η 28η-02-2014, η 30η-04-2014 και η 30η-06-2014, ενώ η ενάγουσα αποδέχθηκε και μία ακόμη συναλλαγματική, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξης την 30η-06-2014, την οποία εξέδωσε η πρώτη εναγομένη εις διαταγήν της ιδίας και είναι και αυτή πληρωτέα στο αυτό ως άνω κατάστημα της δεύτερης εναγομένης, για την οποία όμως δεν προέκυψε, ούτε η ενάγουσα προσδιορίζει στην αγωγή της, για ποιό λόγο εκδόθηκε και γιατί αυτή την αποδέχθηκε.
Επί πλέον, η ενάγουσα δέχθηκε, χωρίς παράνομη ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη απειλή εκ μέρους του Π. Δ. ή άλλου, να υπογράψει τις από 09-08-2013 δύο υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του Ν 1599/1986, στην πρώτη από τις οποίες δήλωσε επί λέξει:"Οφείλω στην εταιρία Π.. Δ. & Σ. Ο..Ε.. με ΑΦΜ ….. το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο έχω υπεξαιρέσει κατ' εξακολούθηση από το ταμείο της εταιρείας, το οποίο υπεύθυνα αναγνωρίζω και δεσμεύομαι να εξοφλήσω όπως παρακάτω :
Στις 31-08-2013 με συναλλαγματική 25.000 ευρώ, στις 31-10-2013 με συναλλαγματική 25.000 ευρώ, στις 31-12-2013 με συναλλαγματική 25.000 ευρώ, στις 28-03-2014 με συναλλαγματική 25.000 ευρώ, στις 30-04-2014 με συναλλαγματική 25.000 ευρώ, στις 30-06-2014 με συναλλαγματική 25.000 ευρώ", στη δε δεύτερη εξ αυτών δήλωσε επί λέξει: "Με την παρούσα έχω εισπράξει όλες τις αποδοχές μου από την εργασία μου στην εταιρεία με την επωνυμία Π..
Δ. και Σ. Ο. με ΑΦΜ …… και ειδικά δεν έχω καμία απαίτηση όσο αφορά τη σύμβαση εργασίας μου με την ως άνω εταιρεία', ταυτοχρόνως δε η πρώτη εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας. Κατόπιν, μάλιστα, απαίτησης του Π. Δ. η ενάγουσα μετέβη μαζί του, περί ώρα 12η νυκτερινή, στο Α.Τ. Α….., όπου η τελευταία υπέγραψε τις προρρηθείσες δύο υπεύθυνες δηλώσεις ενώπιον του Αστυνομικού Υπηρεσίας του ανωτέρω Α.Τ., ο οποίος και βεβαίωσε το γνήσιο της επ' αυτών υπογραφής της.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέγραψε τα προαναφερθέντα έγγραφα και αξιόγραφα υπό το κράτος σοβαρής απειλής επικειμένου κακού για τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, η οποία της προξένησε φόβο, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι, όπως η ίδια ισχυρίζεται στην υπό κρίση αγωγή της και έχει ήδη αποδειχθεί κατά τα ανωτέρω, αμφότερες οι ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις υπεγράφησαν από αυτήν, κατόπιν απαίτησης του Π.
Δ., ενώπιον του Αστυνομικού Υπηρεσίας του Α.Τ. Α….., προκειμένου να βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής της, πράγμα που σημαίνει ότι η ενάγουσα, αμέσως μετά τις απειλές που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε στο γραφείο της πρώτης εναγομένης, όπου δήθεν την κατακρατούσαν για αρκετές ώρες παράνομα, απαγορεύοντάς της την έξοδο και την τηλεφωνική επικοινωνία με οικεία της πρόσωπα, είχε τη δυνατότητα και την ευκαιρία να καταγγείλει την αμέσως προηγηθείσα απειλητική συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριάς της εταιρείας και να ζητήσει την άμεση προστασία της Αστυνομίας, υποβάλλοντας ταυτοχρόνως μήνυση σε βάρος του τελευταίου για τα ανωτέρω αδικήματα, με αποτέλεσμα να κινηθεί σε βάρος του η αυτόφωρη διαδικασία.
Παρά ταύτα, εκείνη προσήλθε στο εν λόγω Αστυνομικό Τμήμα, όπου και υπέγραψε τις παραπάνω υπεύθυνες δηλώσεις, χωρίς να εκμεταλλευθεί το γεγονός ότι βρέθηκε στον πλέον κατάλληλο τόπο για να υπερασπισθεί τον εαυτό της και τα προσωπικά και περιουσιακά της συμφέροντα και να αποτρέψει τις ενδεχόμενες καταστρεπτικές για τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα συνέπειες από την άδικη και παράνομη πράξη της απειλής κατά της ζωής της, αν αρνιόταν να υπογράψει τα έγγραφα, στην οποία, όπως η ίδια ισχυρίζεται, προέβαινε ο Π.
Δ. κατά τη διαδρομή τους προς το άνω Α.Τ., ακόμη και έξω από το γραφείο του αρμοδίου Αστυνομικού, όπου, όπως η ίδια ιστορεί στην αγωγή της, ο τελευταίος της είπε "πρόσεχε τι θα πεις, γιατί απόψε κιόλας θα σε σκοτώσω", ισχυρισμός που όμως αποδείχθηκε αβάσιμος, όπως δε προκύπτει από το σύνολο της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκης κατάθεσης του Κ.
Γ. (η οποία ως αξιόπιστη ελέγχεται, καθώς υπήρξε αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας των όσων διαδραματίστηκαν μέσα στο γραφείο του Π. Δ. τις βραδινές ώρες της 08ης-08-2013 μετά το κλείσιμο του καταστήματος, σε αντίθεση με τους μάρτυρες της ενάγουσας, οι οποίοι περιορίσθηκαν να καταθέσουν, η μεν Κ. Μ. δια ζώσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι δε λοιποί μέσω των, αναφερομένων στην αρχή του παρόντος κεφαλαίου, ενόρκων βεβαιώσεων, όσα τους μετέφερε η ενάγουσα, χωρίς να έχουν ιδία γνώση των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το υπό έρευνα περιστατικό της 08ης-08-2013), ανάμεσα στον Π.
Δ., τα παριστάμενα μέλη της οικογένειας του, τα συνοδεύοντα τα τέκνα του φιλικά πρόσωπα και την ενάγουσα, ουδεμία πράξη σωματικής ή λεκτικής βίας ή απειλής έλαβε χώρα σε βάρος της τελευταίας, από την οποία μάλιστα ουδόλως αφαιρέθηκε η δυνατότητα να μιλήσει, κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο γραφείο του Π.
Δ., με τους οικείους της, όπως η ίδια αναληθώς ισχυρίζεται στην αγωγή της, αντιθέτως ο Κ. Γ. κατέθεσε ότι η ενάγουσα μίλησε στο τηλέφωνο με κάποιο πρόσωπο, που ο άνω μάρτυρας θεώρησε ότι ήταν η μητέρα της, στο οποίο, προκειμένου να δικαιολογήσει την αργοπορία της το συγκεκριμένο βράδυ, είπε ότι θα αργούσε να αναχωρήσει από την εργασία της γιατί είχε παρουσιαστεί κάποιο θέμα με την απογραφή που έκαναν στο κατάστημα και ότι υπήρξε μόνο μια ένταση στην μεταξύ της ενάγουσας και του Π.
Δ. συνομιλία, γεγονός που κρίνεται απολύτως φυσιολογικό, ενόψει της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί εκείνο το βράδυ, δηλαδή της αρχικής άρνησης της ενάγουσας ότι είχε υπεξαιρέσει χρήματα από το ταμείο της επιχείρησης, της μετέπειτα ομολογίας της, στην οποία προέβαινε σταδιακά, κάθε φορά που έβλεπε στον ψηφιακό δίσκο τον εαυτό της να αφαιρεί χρήματα από το ταμείο σε διαφορετικές περιπτώσεις του χρονικού διαστήματος από 01-08-2013 έως 08- 08-2013 και της εν συνεχεία διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, αφενός για το ύψος του ποσού, στο οποίο η ενάγουσα θα περιόριζε την ομολογία της ως προς την υπ' αυτής γενομένη υπεξαίρεση, που η ίδια δέχθηκε να είναι αυτό των 150.000 ευρώ, αφετέρου για τον τρόπο και το χρόνο αποπληρωμής του εν λόγω ποσού, που η ίδια πρότεινε να γίνει μέσω των προρρηθεισών συναλλαγματικών σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ανά δίμηνο, αφού, όπως η ίδια τους είπε, με τη χρονική αυτή απόσταση λήξης των συναλλαγματικών θα μπορούσε να αποπληρώσει το υπ' αυτής ομολογηθέν ως υπεξαιρεθέν ποσό, ιδιαίτερης δε μνείας χρήζει το σημείο της ένορκης κατάθεσης του Κ.
Γ. ότι η ίδια η ενάγουσα του υπαγόρευσε το κείμενο της πρώτης υπεύθυνης δήλωσης ότι είχε υπεξαιρέσει το ποσό των 150.000 ευρώ, λέγοντας σε αυτόν εκλαϊκευμένα, λόγω της άγνοιάς της ως προς το νομικό όρο της "κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης", ότι "κλέβει συνέχεια". Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αναγκάσθηκε να υπογράψει τα προαναφερόμενα έγγραφα και αξιόγραφα υπό την απειλή μόνο της υποβολής σε βάρος της σχετικής μήνυσης εκ μέρους της εργοδότριάς της εταιρείας και γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο αυτής θα ήταν βάσιμο και ότι θα αντιμετώπιζε συνακόλουθα την ποινική τιμωρία της, απειλή που όμως τυγχάνει επιτρεπτή και νόμιμη..., καθώς στρεφόταν κατά της δράστιδος της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης, η δε πρώτη εναγόμενη αποσκοπούσε, μέσω των συνδιαχειριστών της, με τη μεν πρώτη υπεύθυνη δήλωση να εξαναγκάσει την ενάγουσα να επανορθώσει αποκλειστικά και μόνο τη ζημία που πράγματι είχε προκληθεί σε αυτήν από την παραπάνω αξιόποινη πράξη που η τελευταία είχε τελέσει σε βάρος της, με τη δε δεύτερη υπεύθυνη δήλωση να συναινέσει η ίδια στη λύση της σύμβασης εργασίας της με τον απειλήσαντα - νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριάς της, κατά της οποίας στρεφόταν η εν λόγω αξιόποινη πράξη.
Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται, προσκομίζοντας και επικαλούμενη σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, ότι το περιεχόμενο της δεύτερης υπεύθυνης δήλωσης τυγχάνει ψευδές και ότι είναι προϊόν παράνομης απειλής, διότι η πρώτη εναγόμενη της όφειλε δεδουλευμένες αποδοχές κατά τα έτη 2011 και 2012, δεν παραλλάσσει τα ανωτέρω, καθώς, κατόπιν της αποκάλυψης της υπεξαίρεσης στην οποία προέβαινε η ενάγουσα, η πρώτη εναγόμενη ήταν επόμενο να επιθυμεί τη λύση της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και να αρνείται οποιαδήποτε ενδεχόμενη οφειλή της προς την τελευταία, ενόψει της μεγάλης οικονομικής ζημίας, την οποία η ίδια είχε ήδη υποστεί εξαιτίας της.
Χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός ότι η πρώτη εναγόμενη, μέσω της συνδιαχειρίστριάς της Χ….. συζύγου Π. Δ., το γένος Κ….., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κ…., λίγες μόλις ημέρες μετά την υπογραφή των ανωτέρω υπεύθυνων δηλώσεων από την ενάγουσα, την από 26-08-2013 ( …..-629) μήνυση σε βάρος της τελευταίας για το αδίκημα της υπεξαίρεσης του χρηματικού ποσού των 150.000 ευρώ, το οποίο την κατηγορούσε ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από το 2010 έως τον Αύγουστο του 2013, με αφορμή δε τη μήνυση αυτή, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της ενάγουσας για το έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και, μετά τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης, στα πλαίσια της οποίας επιβλήθηκαν σε αυτήν, δυνάμει της υπ' αριθ. ../02-02-2015 διάταξης της Ανακρίτριας Κ….., οι περιοριστικοί όροι ....παραπέμφθηκε αυτή ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών για να δικασθεί για την πράξη, κατ' ορθότερο νομικό αυτής χαρακτηρισμό, της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, τελεσθείσας από διαχειριστή, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2010 έως και τον Αύγουστο του 2013, δυνάμει του υπ' αριθ. 1/27-01-2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κ…..
το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμο τον προβληθέντα και εκεί (όπως και στην παρούσα δίκη) ισχυρισμό της ενάγουσας (εκεί κατηγορουμένης) ότι η ανάληψη υποχρέωσής της από τις έξι συναλλαγματικές, ποσού εκάστης 25.000 ευρώ και η υπογραφή της σχετικής με αυτές από 09-08-2013 υπεύθυνης δήλωσης ήταν προϊόν αφόρητης ψυχολογικής πίεσης, απειλών και σωματικής βίας από τους νομίμους εκπροσώπους της εργοδότριάς της εταιρείας, Π.
Δ. και Χ. Κ., προκειμένου να αποφύγουν να της καταβάλουν τις αποδοχές που της όφειλαν για όλο το χρονικό διάστημα της σύμβασης εργασίας της, δεχόμενο ότι από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων που είχαν δοθεί κατά την κυρία ανάκριση προέκυψε ότι η κατηγορουμένη από μόνη της και χωρίς καμία περαιτέρω πίεση, μετά την αρχική της άρνηση ότι αφαιρούσε χρήματα από το ταμείο της εταιρείας, παραδέχθηκε την αξιόποινη συμπεριφορά της και προσδιόρισε η ίδια το συνολικό ύψος των αφαιρεθέντων από αυτήν χρημάτων σε 150.000 ευρώ και τον τρόπο της τμηματικής εξόφλησής του που προαναφέρθηκε, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η κατηγορουμένη δεν κατήγγειλε οποιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά του Π.
Δ., όταν μετέβη μαζί του στο Α.Τ. Α…. για τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής της. Τα ίδια, εξάλλου, είχε δεχθεί προγενέστερα και η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Κ…. στην υπ' αριθ. ../27-10-2015 διάταξή της, με την οποία απέρριψε, ....την από 09-04-2014 (…..) έγκληση της εδώ ενάγουσας κατά του Π. Δ. για τις πράξεις της εκβίασης, της απειλής και της παράνομης κατακράτησης, τις οποίες φερόταν αυτός, κατά την άνω απορριφθείσα έγκληση, να έχει τελέσει σε βάρος της εγκαλούσας στις 08-08-2013 στα γραφεία της (εδώ πρώτης εναγομένης) εταιρείας με την επωνυμία «Π..
Δ. και Σ. Ο..Ε... Σημειωτέον ότι η σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα αναγκάσθηκε να υπογράψει τις δύο υπεύθυνες δηλώσεις και τα προαναφερθέντα αξιόγραφα μόνο και μόνο για να αποφύγει την ευόδωση της μήνυσης, που νομίμως απείλησε ότι θα καταθέσει σε βάρος της ο Π.
Δ. και την, εντεύθεν, ποινική τιμωρία της, δεν μπορεί να καμφθεί από το προσκομιζόμενο απ' την ίδια υπ' αριθ. πρωτ. …./12-08-2013 πιστοποιητικό του Κέντρου Υγείας ….., σύμφωνα με το οποίο στις 09-08-2013 προσήλθε η ενάγουσα στο έκτακτο ιατρείο του άνω Κέντρου Υγείας και εξετάσθηκε από τον εφημερεύοντα ιατρό Δ. Α., ο οποίος διαπίστωσε ότι αυτή έφερε "εκδορά (νυχιά) στο δεξιό βραχιόνιο (έξω πλευρά) και μώλωπα μικρού μεγέθους στην έσω πλευρά του αριστερού γονάτου", το οποίο δεν αρκεί από μόνο του για την παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της υπό κρίση αγωγής και τούτο διότι οι ως άνω όλως ελαφρές σωματικές βλάβες δεν σημαίνει ότι συνδέονται αιτιωδώς με τη διαδικασία διατύπωσης των επίδικων δηλώσεων βούλησης, στις οποίες η ίδια η ενάγουσα προέβη κατά τα ως άνω αναφερόμενα, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν προκληθεί από την ίδια, είτε στη διάρκεια του εξεταζόμενου περιστατικού, στα πλαίσια της σύγχυσης και του πανικού της από την αποκάλυψη της παράνομης συμπεριφοράς της, είτε σε άλλο, άσχετο, χρονικό σημείο, η σχετική δε κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται έτι περαιτέρω από το ότι η μητέρα της ενάγουσας Ε.
Σ., ενώ στην υπ' αριθ. …./05-11-2013 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της Συμβολαιογράφου …. Σ. Τ. - Φ. δεν έκανε λόγο για τραύματα που έφερε η θυγατέρα της κατά την επάνοδό της στο σπίτι "περί ώρα 03:30 της 09-08-2013", θορυβημένη προφανώς από την ερώτηση που υπέβαλε, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία, ο εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων της πρώτης εναγόμενης Σωτήριος Σταυρόπουλος στην εξεταζόμενη με επιμέλεια της ενάγουσας - θυγατέρας της μάρτυρα Κ.
Μ., για το πώς κρίνει το γεγονός ότι η μητέρα της τελευταίας στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωσή της "δεν αναφέρει τίποτα για χτυπήματα", έσπευσε να δώσει και την υπ' αριθ. …../28-09-2018 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κ…., όπου αναφέρει κατά λέξη "Είδα ότι στο δεξί της μπράτσο είχε μια νυχιά και μελανιές και μια μελανιά στο πόδι της", κατάθεση που επαναλαμβάνεται και από τις Μ.
Τ. του Γ. και Μ. Κ. του Γ. στις υπ' αριθ. …./28-09-2018 και …./28-09-2018 αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κ……, οι οποίες επιστρατεύθηκαν από την ενάγουσα 1) για να της αποδώσουν και μάλιστα οψίμως (αφού οι άνω ένορκες βεβαιώσεις δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας) τις ίδιες ακριβώς σωματικές βλάβες, για τις οποίες μίλησε στην τελευταία ένορκη βεβαίωσή της η Ε.
Σ. (νυχιά και μώλωπες στο μπράτσο και μια μελανιά στο πόδι), ξεπερνώντας ακόμη και αυτές τις οποίες διαπίστωσε ο ιατρός Δ. Α. στις 09-08-2013, που ήταν μια εκδορά στο δεξί βραχιόνιο και ένας μικρός μώλωπας στο αριστερό γόνατο και 2) για να θεμελιώσουν την δήθεν απειλητική συμπεριφορά του Π. Δ. στο γεγονός ότι, ενώ περί τα τέλη Αυγούστου 2012 με αρχές Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, ο λογιστής της πρώτης εναγομένης Κ.
Γ. της είχε προτείνει, παρουσία αμφοτέρων των συνδιαχειριστών της τελευταίας, να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της και να λαμβάνει το επίδομα ανεργίας, ύψους 360 ευρώ, για ένα έτος, κατά τη διάρκεια του οποίου θα συνέχιζε να εργάζεται στην εταιρεία, όπου θα της έδιναν "μαύρα" 500 ευρώ το μήνα και ότι μετά τη λήξη του έτους θα την επαναπροσλάμβαναν, η ενάγουσα δεν δέχθηκε, παρά το ότι ο Κ.
Γ. επέμεινε στην πρότασή του, το κατά τα άνω όμως βεβαιωθέν από τις ανωτέρω μάρτυρες γεγονός αποδεικνύεται ουσία αβάσιμο, αφού περί αυτού δεν κάνει λόγο η ενάγουσα ούτε στην ένδικη αγωγή της, ούτε στην από 14-07-2014 ... εργατική αγωγή που άσκησε κατά της πρώτης εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κ…., με την οποία διεκδικεί τις εκεί μνημονευόμενες και φερόμενες ως οφειλόμενες αποδοχές της, αλλά ούτε και η μάρτυράς της Κ.
Μ. κατέθεσε κάτι σχετικό στην περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη υπ' αριθ. …./2014 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεσή της. Η αναξιοπιστία άλλωστε των μαρτύρων της ενάγουσας καταδεικνύεται και από το ότι 1) έσπευσαν να υιοθετήσουν όλους τους ισχυρισμούς της σχετικά με την παράνομη σε βάρος της συμπεριφορά του Π.
Δ., μεταξύ των οποίων και ότι αυτός δήθεν τη χτύπησε στο πρόσωπο (τη χαστούκισε) με δύναμη και την έσπρωξε, με αποτέλεσμα να πέσει αυτή στο δάπεδο και να χτυπήσει, πλην όμως, αφενός δεν διαπιστώθηκε από τον ιατρό που την εξέτασε την επόμενη ημέρα (09-08-2013) οποιοσδήποτε μώλωπας ή εκδορά στο πρόσωπο της ενάγουσας, αφετέρου οι διαπιστωθείσες στο δεξιό βραχιόνιο και στην εσωτερική πλευρά του αριστερού γονάτου της όλως ελαφρές σωματικές βλάβες που προαναφέρθηκαν, είναι ασύμβατες με μια (ενδεχόμενη) πτώση της στο έδαφος, η οποία θα έπρεπε να ήταν και αρκετά σφοδρή λόγω της επικαλουμένης προηγηθείσας σπρωξιάς, με αποκορύφωμα 2) τη μαρτυρία της Κ.
Μ. ότι, στη δήθεν προσπάθειά του να απειλήσει την ενάγουσα με γυαλί από ένα σπασμένο ποτήρι, ο Π. Δ. έκοψε το δάχτυλό του, το οποίο αιμορράγησε τόσο, ώστε να λερωθεί με αίμα το παντελόνι του και παρ' όλα αυτά, αυτός δεν δίστασε να μεταβεί με την ενάγουσα στο Α.Τ. Α…… με ματωμένο παντελόνι, ισχυρισμός που δεν αντέχει στην κοινή λογική και στα διδάγματα της κοινής πείρας που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπ' όψιν από το Δικαστήριο, ιδίως ενόψει του πάντα υπαρκτού κινδύνου να κατήγγελλε τελικώς η ενάγουσα στο άνω Α.Τ.
τις προηγηθείσες παράνομες πράξεις του, μη υποκύπτοντας την τελευταία στιγμή στις απειλές του. Τέλος, ούτε τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα ιατρικά πιστοποιητικά της Νευρολόγου του Αιγινήτειου Νοσοκομείου Δ. Κ., σύμφωνα με τα οποία η ενάγουσα πάσχει από γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, με φοβική νεύρωση και κρίσεις πανικού σε έδαφος χρονίσασας καταθλιπτικής συνδρομής, εξαιτίας της οποίας η παραμικρή επιβολή βίας και απειλής της επιφέρει αδυναμία κριτικής σκέψης, απώλεια συγκέντρωσης και κρίση πανικού, η δε στέρηση της προσωπικής της ελευθερίας την καθιστά αδύναμη να πράξει ορθά, είναι δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, αφού το παλαιότερο αυτών έχει ημερομηνία 08-01-2015, είναι δε απορίας άξιον για ποιό λόγο η ενάγουσα δεν προσκόμισε ιατρικά πιστοποιητικά της κρίσιμης χρονικής περιόδου, ιδίως ενόψει της ειδικής σε αυτά μνείας (με σχεδόν πανομοιότυπη διατύπωση) ότι η άνω ψυχική της διαταραχή χρονολογείται "από ετών" (στο από 08- 01-2015 πιστοποιητικό), "από 5ετίας τουλάχιστον" (στο από 23-09-2015 πιστοποιητικό), "από 6ετίας τουλάχιστον" (στο από 21-09-2016 πιστοποιητικό) και "από 7ετίας τουλάχιστον" (στο από 28-02-2018 πιστοποιητικό), κατά τρόπον ώστε όλα τελικώς να ανάγονται, αναφορικά με την εμφάνιση των ψυχολογικών προβλημάτων της ενάγουσας, στο έτος 2010, χρόνος κατά τον οποίον, σύμφωνα με το υπ' αριθ.
…/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κ……., άρχισε η κακουργηματική δράση της τελευταίας και δη η κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση από την πρώτη εναγόμενη του συνολικού ποσού των 150.000 ευρώ, για την οποία η ενάγουσα έχει παραπεμφθεί να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξαναγκάστηκε στην υπογραφή των παραπάνω αναφερομένων εγγράφων κατόπιν παράνομης ή αντίθετης προς τα χρηστά ήθη σοβαρής απειλής αυτής εκ μέρους του συνδιαχειριστή της πρώτης εναγομένης εταιρείας, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε.
Επί πλέον, πρέπει να απορριφθεί το, παραδεκτώς υποβληθέν το πρώτον με τις ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις της, αίτημα της εκκαλούσας - ενάγουσας να προσκομισθούν τα ευρισκόμενα στην κατοχή της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης έγγραφα και συγκεκριμένα τα τιμολόγια αγοράς, οι ισολογισμοί και οι απογραφές της αποθήκης του καταστήματος της για τις χρήσεις από 2008 έως και 2013, προκειμένου να διαπιστωθεί 1) εάν υπάρχει πράγματι διαφορά μεταξύ των υπαρχόντων εντός της καταστήματος της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης εμπορευμάτων, που θα αντιστοιχούν (με τα άνω τιμολόγια αγοράς από αυτήν) με τα εμφανιζόμενα ως πωληθέντα στους πελάτες της και 2) εάν υπήρχε πράγματι απώλεια χρηματικών ποσών ύψους 76.000 (380.000 : 5) ευρώ ανά έτος "και να μην έχει γίνει αντιληπτή, κυρίως δε να μην έχει εμφανισθεί στην πρώτη απογραφή αποθήκης και στον πρώτο ισολογισμό", για το λόγο ότι, από τα εκτιθέμενα στο σχετικό αίτημα περιστατικά, δεν προκύπτει έννομο συμφέρον της εκκαλούσας - ενάγουσας για την επίδειξη των αιτουμένων εγγράφων, αφού αυτά δεν είναι πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού της, αντιθέτως, μέσω της εν λόγω επίδειξης αυτή επιδιώκει να προσδιορισθεί το ύψος της ζημίας που έχει υποστεί η πρώην εργοδότριά της - πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη, θέμα το οποίο όμως δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, αφού το κρίσιμο σε αυτήν ζήτημα είναι κατά πόσον οι, εκπεφρασμένες στις δύο υπεύθυνες δηλώσεις που υπέγραψε και στις έξι συναλλαγματικές που αποδέχθηκε η εκκαλούσα - ενάγουσα, δηλώσεις βούλησης απηχούσαν την πραγματική βούλησή της να προβεί σε αυτές χωρίς τη μεσολάβηση παράνομων και αντίθετων προς τα χρηστά ήθη απειλητικών τακτικών των εκπροσώπων της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης, οι οποίες, εάν είχαν λάβει χώρα, πράγμα το οποίο ουδόλως αποδείχθηκε, θα καθιστούσαν ελαττωματική τη βούλησή της, έτσι ώστε αυτή να δικαιούτο να ζητήσει την ακύρωση των δηλώσεών της, ενώ ακριβώς για τον ίδιο λόγο κρίνεται απορριπτέο και το παραδεκτώς και επικουρικώς υποβληθέν αίτημα της εκκαλούσας - ενάγουσας να διατάξει το παρόν Δικαστήριο τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από Οικονομολόγο - Φοροτεχνικό, ώστε να διαπιστωθεί εάν υπήρξε διαρροή χρημάτων της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης το επίδικο χρονικό διάστημα και ποιό το ύψος αυτής".Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν στο σύνολό της και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά αβάσιμη.
4. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 150, 151, 152, 154 και 184 ΑΚ, σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 375 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγιναν δεκτά, δεν υπήρξε απειλή επικειμένου κινδύνου για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα της αναιρεσείουσας, ικανού να προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, και μάλιστα προς το σκοπό να οδηγηθεί αυτή, μέσω ψυχολογικής πιέσεως, σε δήλωση βουλήσεως ορισμένου περιεχομένου, αφού, ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υπέγραψε τις δύο υπεύθυνες δηλώσεις και τις συναλλαγματικές, προκειμένου να αποφύγει την υποβολή μηνύσεως σε βάρος της και την εντεύθεν ποινική τιμωρία της, μετά τη σχετική απειλή που διατύπωσε ο συνδιαχειριστής της πρώτης αναιρεσίβλητης, ο οποίος όμως εδικαιούτο, κατά το νόμο, να προβεί στην υποβολή μήνυσης, για την προστασία των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, λόγω της τελεσθείσας από την αναιρεσείουσα υπεξαίρεσης και, ως εκ τούτου, η απειλή της πράξης αυτής (υποβολής μήνυσης) δεν είναι παράνομη ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.
Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τη μη συνδρομή των απαιτούμενων στοιχείων για την πλήρωση του πραγματικού των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και, συνακόλουθα, την επέλευση της έννομης συνέπειας των διατάξεων αυτών, ήτοι την ακυρωσία των επίδικων δικαιοπραξιών, την οποία αρνήθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, στηρίζουν το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου και καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: 1) Ότι ο λογιστής της πρώτης αναιρεσίβλητης, διαπίστωσε ότι έλειπαν από το ταμείο αυτής περί τις 380.000 ευρώ, έλλειμα που αφορούσε τα έτη 2010, 2011 και 2012. 2) Ότι κατόπιν αυτού και επειδή οι νόμιμοι εκπρόσωποι και συνδιαχειριστές της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, Π.
Δ. και Χ. Κ. (σύζυγός του), άρχισαν να έχουν σοβαρές υπόνοιες ότι η μείωση του τζίρου της τελευταίας πιθανότατα οφειλόταν στο ότι η εργαζόμενη στο κατάστημα αναιρεσείουσα πωλούσε εμπορεύματα της εταιρείας, χωρίς να εκδίδει τα αντίστοιχα φορολογικά παραστατικά, ο Π. Δ. εγκατέστησε εντός του καταστήματος κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του χώρου και καταγραφής των δεδομένων μέσω κάμερας, προκειμένου να παρακολουθεί τις κινήσεις της αναιρεσείουσας, ενόψει και του ότι διάφοροι πελάτες της επιχείρησης του είχαν κατά καιρούς επισημάνει ότι η τελευταία πωλούσε προϊόντα χωρίς να εκδίδει τις αντίστοιχες αποδείξεις.3) Ότι στις 08-08-2013, μετά το κλείσιμο του καταστήματος, ο Π.
Δ., μετά την άρνησή της, σε σχετική ερώτησή του, ότι υπεξαιρούσε επί μεγάλο χρονικό διάστημα χρηματικά ποσά από το ταμείο της επιχείρησης, της επέδειξε μαγνητοσκοπημένα αποσπάσματα από όσα είχαν καταγραφεί σε ψηφιακό δίσκο από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και καταγραφής, στο οποίο φαινόταν η ίδια να παίρνει χρήματα από το ταμείο του καταστήματος, χωρίς να εκδώσει την απαραίτητη απόδειξη, και όταν της ανακοίνωσε ότι θα καλέσει την Αστυνομία και θα ζητήσει την ποινική της τιμωρία, υποβάλλοντας σχετική μήνυση σε βάρος της, η αναιρεσείουσα, προ του κινδύνου να εμπλακεί στην ποινική διαδικασία λόγω της μήνυσης που απειλούσε ότι θα υπέβαλε ο συνδιαχειριστής της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας σε βάρος της, παραδέχθηκε ότι το ποσό που είχε η ίδια υπεξαιρέσει ανερχόταν σε 150.000 ευρώ και προσφέρθηκε να αποδεχθεί ισόποσες του ανωτέρω ποσού συναλλαγματικές προκειμένου να αποκαταστήσει τη ζημία που είχε προκαλέσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη, δεχόμενο έτσι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το όλο νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει του ότι το αποδεικτικό πόρισμα κρίνεται από την όλη συλλογιστική της αποφάσεως και όχι από μεμονωμένα περιστατικά που έγιναν ή δεν έγιναν δεκτά, ότι το υπεξαιρεθέν από την αναιρεσείουσα χρηματικό ποσό ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 150.000 ευρώ. 4) Ότι περί ώρα 23:00 της ίδιας ημέρας, τα απαιτούμενα σώματα έξι συναλλαγματικών, ποσού εκάστης 25.000 ευρώ, εκδόσεως όλων της πρώτης αναιρεσίβλητης, εις διαταγήν της ιδίας, πληρωτέων στο κείμενο στην Α….. .
κατάστημα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, υπέγραψε αμέσως, χωρίς ουδεμία εκ μέρους των παρευρισκομένων παράνομη ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη απειλή, ως αποδέκτρια, η αναιρεσείουσα, η οποία, μάλιστα, ζήτησε να καθορισθούν ανά δίμηνα οι ημερομηνίες λήξης των άνω συναλλαγματικών. 5) Ότι επί πλέον, η αναιρεσείουσα δέχθηκε, χωρίς παράνομη ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη απειλή εκ μέρους του Π.
Δ. ή άλλου, να υπογράψει τις από 09-08-2013 δύο υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του Ν 1599/1986, στην πρώτη από τις οποίες δήλωσε ότι οφείλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο είχε υπεξαιρέσει κατ' εξακολούθηση από το ταμείο της εταιρείας, και το οποίο αναγνώρισε και δεσμεύθηκε να εξοφλήσει κατά τα προαναφερόμενα, στη δε δεύτερη εξ αυτών δήλωσε ότι έχει εισπράξει όλες τις αποδοχές της από την εργασία της στην πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία και ότι δεν έχει καμία απαίτηση όσο αφορά τη σύμβαση εργασίας της με αυτήν. 6) Ότι μετά από απαίτηση του Π.
Δ. η αναιρεσείουσα μετέβη μαζί του, περί ώρα 12η νυκτερινή, στο Α.Τ. Α…., όπου η τελευταία υπέγραψε τις προρρηθείσες δύο υπεύθυνες δηλώσεις ενώπιον του Αστυνομικού Υπηρεσίας του ανωτέρω Α.Τ., ο οποίος και βεβαίωσε το γνήσιο της επ' αυτών υπογραφής της. Πέραν των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για τη θεμελίωση του αποδεικτικού αυτού πορίσματος.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγοι του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, και οι τέταρτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι του δικογράφου των από 19-12-2022 προσθέτων λόγων, καθώς και ο από 4-1-2023 πρόσθετος λόγος, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, κατ` επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις (ελλείψεις και ασάφειες), είναι απαράδεκτοι, αφού αυτές αναφέρονται αποκλειστικά σε πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου και της αναιρεσείουσας, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία, όμως, όπως και η μη ιδιαίτερη ή διεξοδική ανάλυση των επιχειρημάτων του, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς του, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι, δηλαδή, η υπογραφή των υπευθύνων δηλώσεων και των συναλλαγματικών δεν ήταν προϊόν απειλής, διατυπώνεται, όπως αναφέρθηκε, με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα, η προβαλλόμενη με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το οικείο μέρος, έλλειψη ότι το Εφετείο, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη και το ύψος του ελλείματος και το συνολικό ποσό της φερομένης απ'αυτήν υπεξαιρέσεως, δεν ερεύνησε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της για το επίμαχο χρονικό διάστημα και τις απογραφές αποθήκης, μαζί με τα τιμολόγια αγοράς και τους ισολογισμούς της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το ίδιο διάστημα, αναφέρεται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και, συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Ο τρίτος αναιρετικός λόγος, ως προς την αιτίαση, ότι το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα έφερε εκδορές και μώλωπες και, επίσης, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν επόμενο να επιθυμεί τη λύση της σύμβασης εργασίας τους και να αρνείται οποιαδήποτε οφειλή της προς αυτήν, παρά ταύτα έκρινε, με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία, ότι η απειλή αυτή είναι σύννομη, παραλείποντας να αιτιολογήσει την προς αυτήν καταβολή της αναλογούσας αποζημίωσης όχι λόγω τέλεσης αξιόποινης πράξης αλλά λόγω καταγγελίας της σύμβασης, είναι απαράδεκτος, αφού οι εν λόγω αιτιάσεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλ' αναφέρονται αποκλειστικά σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Ο τέταρτος πρόσθετος λόγος, ως προς την (επικουρικά) προβαλλόμενη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διευκρινίζει και δεν διασαφηνίζει αν, για το ουσιώδες ζήτημα της φερομένης ως τελεσθείσας απ'αυτήν υπεξαιρέσεως, έλαβε υπόψη προς άμεση απόδειξη την ανωτέρω βιντεοσκόπηση και την επ'αυτής στηριχθείσα κατάθεση του μάρτυρος της πρώτης αναιρεσίβλητης λογιστή Κ.
Γ. ή εάν τα εξετίμησε ελεύθερα, είναι απαράδεκτος, αφού σε περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα δικονομικού δικαίου, έστω και αν αυτός αποτελεί επώνυμο λόγο αναίρεσης, όπως είναι ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ., δεν μπορεί, υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας της αιτιολογίας, να ιδρυθεί ο προκείμενος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ, λόγος αναίρεσης.
Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, είναι απαράδεκτος και ο όγδοος πρόσθετος λόγος, ως προς την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε το αίτημά της για επίδειξη εγγράφων (τιμολογίων αγοράς, ισολογισμών και απογραφών αποθήκης για τις χρήσεις 2008-2013) και για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, διότι η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια δεν ιδρύεται σε περίπτωση παραβίασης των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 450 § 2 και 451 ΚΠολΔ (ΑΠ 756/2017, ΑΠ 808/2015) και 368 ΚΠολΔ (ΑΠ 1089/2007), πέραν του ότι η αποδοχή ή απόρριψη του σχετικού αιτήματος για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η δε σχετική κρίση επ' αυτού κείται εκτός αναιρετικού ελέγχου.
Ο έκτος πρόσθετος λόγος, ως προς την (επικουρικά) προβαλλόμενη αιτίαση, ότι το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι υπήρξε υπεξαίρεση ποσού 150.000 ευρώ για το οποίο υπέγραψε την πρώτη υπεύθυνη δήλωση, δεν αιτιολογεί και δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο υπέγραψε την δεύτερη υπεύθυνη δήλωση, αφού αρκούσε η πρώτη, είναι απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη έλλειψη δεν αφορά ουσιώδη ισχυρισμό, αλλά αναφέρεται σε πραγματικό επιχείρημα της αναιρεσείουσας, που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων καθώς και στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Ο έβδομος πρόσθετος λόγος, ως προς την (επικουρικά) προβαλλόμενη αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι διαπιστώθηκε από ιατρό που την εξέτασε αυθημερόν ότι έφερε "εκδορά (νυχιά) στο δεξιό βραχιόνιο (έξω πλευρά) και μώλωπα μικρού μεγέθους στην έσω πλευρά του αριστερού γονάτου", δέχτηκε στη συνέχεια, με αιτιολογίες ανεπαρκείς, ασαφείς και ενδοιαστικές, ότι "οι ως άνω όλως ελαφρές σωματικές βλάβες δεν σημαίνει ότι συνδέονται αιτιωδώς με τη διαδικασία διατύπωσης των επίδικων δηλώσεων βούλησης, στις οποίες η ίδια η αναιρεσείουσα προέβη κατά τα ως άνω αναφερόμενα, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν προκληθεί από την ίδια, είτε στη διάρκεια του εξεταζόμενου περιστατικού, στα πλαίσια της σύγχυσης και του πανικού της από την αποκάλυψη της παράνομης συμπεριφοράς της, είτε σε άλλο, άσχετο, χρονικό σημείο", είναι απαράδεκτος, διότι η πρώτη παραδοχή, ότι δηλαδή οι όλως ελαφρές σωματικές βλάβες δεν συνδέονται αιτιωδώς με τη διαδικασία διατύπωσης των επίδικων δηλώσεων βούλησης, στηρίζει επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα, ενώ η δεύτερη ως άνω έχει διατυπωθεί πλεοναστικώς και δεν άσκησε καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Η περιλαμβανόμενη (επικουρικά) στον ένατο πρόσθετο λόγο, ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό της περί υπογραφής των υπεύθυνων δηλώσεων και των συναλλαγματικών ευρισκόμενη σε κατάσταση αγχώδους διαταραχής, φοβικής νεύρωσης και πανικού, από τα οποία έπασχε, όπως προέκυπτε από ιατρικά πιστοποιητικά, είναι απαράδεκτη, διότι αφορά όχι σε παραδοχές, αλλά σε επιχειρήματα του δικαστηρίου, προκειμένου να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η υπογραφή της στις ανωτέρω υπεύθυνες δηλώσεις δεν ήταν αποτέλεσμα ασκήσεως ψυχολογικής βίας και σωματικής απειλής.
Τέλος, και ο από 4-1-2023 πρόσθετος λόγος, ως προς την (επικουρικά) προβαλλόμενη αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του παραδοχές για το εάν η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε γνωστοποιήσει εγγράφως στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ότι είχε εγκαταστήσει στο κατάστημά της σύστημα βιντεοεπιτήρησης και εάν είχε ενημερώσει και την ίδια περί αυτού, αναρτώντας μάλιστα και ενημερωτικές πινακίδες, είναι απαράδεκτος, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, σε περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα δικονομικού δικαίου, έστω και αν αυτός αποτελεί επώνυμο λόγο αναίρεσης, όπως είναι ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ., δεν μπορεί, υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας της αιτιολογίας, να ιδρυθεί ο προκείμενος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ, λόγος αναίρεσης, πέραν του ότι ο παραπάνω λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω βιντεοσκόπηση ως έγγραφο, για το οποίο, εξάλλου, δεν αναφέρει η αναιρεσείουσα ότι προσκομίστηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη και έγινε επίκλησή του. 5.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996).
Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 109/2019).
Με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι δεν προέβη σε υπεξαίρεση χρημάτων της πρώτης αναιρεσίβλητης, γεγονός που προκύπτει από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της από το 2010 και εντεύθεν, τις απογραφές αποθήκης, τα τιμολόγια αγοράς και τους ισολογισμούς της πρώτης αναιρεσίβλητης για τις χρήσεις 2008-2013.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι όπως σαφώς συνάγεται από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που συγκροτούν και την ιστορική βάση της αγωγής της, και τους αντέκρουσε αναλυτικώς, απορρίπτοντας αυτούς με ειδικές, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως κατ' ουσίαν αβασίμους, με την παραδοχήν ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από εκείνα που προεβλήθησαν από την ενάγουσα για την στοιχειοθέτησή τους.
Υπό την προσαπτόμενη δε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δια του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, μομφή πλήττεται κατ' ουσίαν η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και η, βάσει αυτής, αρνητική αξιολόγηση και απόρριψη των προειρημένων αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας. 6.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου, ενώ η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις ή λόγους έφεσης των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.
Επίσης, τέτοια αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αυτή, με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 123/2016). Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, ενώ η ανάγκη της επίδειξης εγγράφων εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1372/2018,ΑΠ 373/1993).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήσεως του διαδίκου, με την παραπάνω έννοια, όχι δε και όταν το δικαστήριο απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τη σχετική αίτηση, διότι στην περίπτωση αυτή δεν αφήνει αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 1006/2007). Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το εφετείο, ότι εσφαλμένα απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για επίδειξη εγγράφων (τιμολογίων αγοράς, ισολογισμών και απογραφών αποθήκης για τις χρήσεις 2008-2013), είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, η αίτηση για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης δεν εμπίπτει στο εννοιολογικό περιεχόμενο της αίτησης κατ' άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ και συνεπώς η αγνόηση σχετικού αιτήματος από το Δικαστήριο, υποβαλλόμενου νομίμως από τον εκάστοτε ενδιαφερόμενο διάδικο, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει τη συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια.
Η δικαιολογητική βάση της παραδοχής αυτής συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι αναφορικά με υποβληθέν αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης η αποδοχή ή απόρριψη του σχετικού αιτήματος υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η δε σχετική κρίση επ' αυτού κείται εκτός αναιρετικού ελέγχου. Συνάγεται εκ των ανωτέρω ότι ακόμη και σε περίπτωση πλήρους σιωπής και αγνόησης του σχετικού αιτήματος από το Δικαστήριο δεν θεμελιώνεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 427/2022, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1597/2018).
Κατά συνέπεια, ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, είναι απαράδεκτος. 7. Κατά το άρθρο 444 αριθμ.3 του ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση.
Στην έννοια των μηχανικών απεικονίσεων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών ή ακουστικών εντυπώσεων, που πραγματοποιείται με οποιοδήποτε μηχανικό μέσο. Έτσι, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 444 αρ.3 ΚΠολΔ, θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα και οι βιντεοταινίες, βιντεοκασέτες και οπτικοακουστικοί δίσκοι/DVD), που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο με τις προϋποθέσεις που λαμβάνεται υπόψη κάθε ιδιωτικό έγγραφο (ΑΠ 119/2023, ΑΠ 846/2017, ΑΠ 813/2010).
Η εν αγνοία, όμως, και χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών βιντεοσκόπηση ή μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας ενέχει παγίδευσή του και συνεπώς, αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας. Γι' αυτό, ασχέτως του χώρου όπου έγινε η συνομιλία, η μαγνητοταινία και οι λοιποί φορείς ήχου και εικόνας, στους οποίους αυτή, χωρίς τη συναίνεση του ετέρου των συνομιλητών, αποτυπώθηκε, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί εναντίον του σε πολιτική δίκη, ανεξαρτήτως του προσώπου που επιχείρησε τη μαγνητοφώνηση ή βιντεοσκόπηση, δηλ.
έστω κι αν πρόκειται για πρόσωπο που μετέσχε στη μαγνητοφωνηθείσα συζήτηση (Ολ ΑΠ 1/2001, ΑΠ 2169/2014, ΑΠ 1092/2009). Η απαγόρευση αυτή, όμως, αναφέρεται στη χρήση αυτής της ίδιας της μηχανικής απεικόνισης ως αποδεικτικού μέσου και όχι στην απόδειξη πραγματικών γεγονότων, τα οποία απλώς σχετίζονται με περιστατικά που αποτυπώθηκαν, έστω και παρανόμως, σε υλικό φορέα ήχου και εικόνας, και τα οποία μπορούν να αποδειχθούν και με μάρτυρες.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχ. α' του ν. 2472/1997, όπως ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, και τις αιτιολογικές σκέψεις 14-17 στο προοίμιο της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, τα δεδομένα ήχου και εικόνας, εφόσον αναφέρονται σε πρόσωπα, συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η δε εγκατάσταση συστήματος βιντεοεπιτήρησης σε κατάστημα πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις νομιμότητας που τίθενται στα άρθρα 6, 7, 8, 12 και 19 της με αριθμ. 1/2011 Οδηγίας της Αρχής και, επομένως, θα πρέπει να έχει γνωστοποιηθεί στην Αρχή, κατ' άρθρο 6 ν. 2472/1997, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (εδ.α) ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν(εδ.β) ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (εδ.γ). Ο αναιρετικός λόγος του εδ.α' ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1607/2022, ΑΠ 88/2021, ΑΠ 639/2009).
Εξάλλου, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του εδ. β', ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο (ΑΠ 179/2019, ΑΠ 433/2019).
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1016/2017, ΑΠ 29/2017), όχι όμως με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, εκτός εάν προσκομίζεται προς απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 477/2017, ΑΠ 67/2011).
Οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 511/2016), ενώ δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 1685/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αρ. 11α και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο για την σύνταξη του αποδεικτικού πορίσματός του έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, ήτοι μαγνητοσκοπημένα αποσπάσματα της παρανόμως κτηθείσας βιντεοσκόπησης, για την οποία δεν υπήρχε η ειδική άδεια της Αρχής, καθώς και την βασισμένη σ' αυτή κατάθεση του μάρτυρος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων λογιστή Κ.
Γ., παραλείποντας να κηρύξει απαράδεκτο των αποδεικτικών αυτών. Επίσης, με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το οικείο σκέλος, προσθέτους λόγους, από τον αριθ.11β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι για την σύνταξη του αποδεικτικού πορίσματός του έλαβε υπόψη προς άμεση απόδειξη αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε, ήτοι μαγνητοσκοπημένα αποσπάσματα της παρανόμως κτηθείσας βιντεοσκόπησης.
Οι λόγοι αυτοί, αναφορικά με τα μαγνητοσκοπημένα αποσπάσματα της βιντεοσκόπησης, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποσπάσματα ως έγγραφο, ούτε και έγινε επίκληση αυτών με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες από τους αρ. 8α και 8β και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν επιτρέπει ο νόμος και αποδείξεων που δεν προσκομίστηκαν, καθώς και της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου του πιο πάνω αποδεικτικού μέσου.
Εξάλλου, αναφορικά με την κατάθεση του μάρτυρος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων Κ. Γ., κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, η κατάθεση του μάρτυρα αυτού στηρίχτηκε στα όσα διημείφθησαν μεταξύ των εκπροσώπων της πρώτης αναιρεσείουσας με την παρουσία του, ήτοι σε γεγονότα διαφορετικά από το αντικείμενο της βιντεοσκόπησης, και ως εκ τούτου δεν αποτελούσε απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, το δε εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Επομένως, οι ανωτέρω, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το οικείο μέρος, πρόσθετοι λόγοι είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο προβάλλεται η από τον αρ.8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τον ισχυρισμό που προέβαλε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα και επανέφερε στο Εφετείο, ότι τα μαγνητοσκοπημένα αποσπάσματα της παρανόμως κτηθείσας βιντεοσκόπησης, είναι ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού, όπως εκτέθηκε, δεν έγινε επίκληση από τις αναιρεσίβλητες του πιο πάνω αποδεικτικού μέσου και ως εκ τούτου, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ήταν αλυσιτελής, το εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, σε κάθε δε περίπτωση ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, το εφετείο δεν έλαβε υπόψη το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο, αλλά στήριξε το αποδεικτικό πόρισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα άλλα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
8. Κατά την διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 υπό τον τίτλο "βελτίωση σχέσεων κράτους - πολίτη και καταπολέμηση της γραφειοκρατίας", γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με τα αναφερόμενα στο νόμο αυτό έγγραφα, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημοσίου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου.
Από την διατύπωση της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό και προς τον σκοπό της, όπως εμφαίνεται και στον τίτλο της, συνάγεται ότι αυτή δεν εφαρμόζεται κατά την ενώπιον των δικαστηρίων, αποδεικτική διαδικασία, επί της οποίας τυγχάνουν εφαρμογής οι ειδικές περί αποδείξεως διατάξεις του ΚΠολΔ και, συνεπώς, η κατά την διάταξη αυτή υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και μόνο ως μαρτυρία τρίτου δύναται να χρησιμεύσει, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη, κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1583/2021, ΑΠ 1048/2020).
Ωστόσο, οι ανωτέρω υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986, όταν προέρχονται από τους διαδίκους, μπορούν να εκτιμηθούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι περιέχουν εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με τον τρίτο, κατά τα οικεία μέρη, πρόσθετο λόγο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθ.11α, 12 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο και έτσι έλαβε υπόψη προς άμεση απόδειξη τις ως άνω δύο υπεύθυνες δηλώσεις, συναγάγοντας από το περιεχόμενο αυτών ομολογία της αναιρεσείουσας περί υπεξαιρέσεως ποσού 150.000 ευρώ, μολονότι οι εν λόγω δηλώσεις ήσαν προϊόν ασκήσεως, σε βάρος της, βίας και απειλής και αποτελούσαν έτσι απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, ενώ, εξάλλου, προσέδωσε στα αποσπάσματα της βιντεοσκόπησης μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη αποδεικτική δύναμη.
Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη αιτίαση, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί απαραδέκτου των ως άνω αποδεικτικών μέσων ισχυρισμός προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, ούτε και ότι συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ 2 ΚΠολΔ.
Ανεξαρτήτως αυτού, ο ανωτέρω λόγος, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενόψει του ότι η ίδια η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε τις ανωτέρω υπεύθυνες δηλώσεις, με συνέπεια να μη μπορεί να επικαλεσθεί λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμος, αφού το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι οι εν λόγω δηλώσεις δεν είναι προϊόν απειλής, παραδεκτώς έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε αυτές με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεν συντρέχει η επικαλούμενη, κατ' εκτίμηση των λοιπών αναιρετικών λόγων του αναιρεσείοντος, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11α και 14 ΚΠολΔ (πρβλ.
ΑΠ 977/2017). Άλλωστε, η επικαλούμενη εξώδικη ομολογία δεν αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, που συνίστατο στο αν οι δηλώσεις αυτές ήταν ή όχι προϊόν απειλής, αλλά σε γεγονός (υπεξαίρεση), που αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο γεγονός, οπότε συνεκτιμάται ελεύθερα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ως τεκμήριο και, ως εκ τούτου, δεν πρόκειται για ομολογία κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο, όσον αφορά την υπεξαίρεση χρημάτων από την αναιρεσείουσα, στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως στην εξώδικη ομολογία της αναιρεσείουσας, η οποία, συνεπώς, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτιμάται ελευθέρως, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.).
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με τα αποσπάσματα βιντεοσκόπησης, είναι απαράδεκτος, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το εφετείο δεν έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. 9. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 16-9-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 116/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Απορρίπτει την από 16-9-2019 αίτηση της Χ. Σ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 116/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και τους από 19-12-2022 και 4-1-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο.
- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ