Legislator Case Law & Legislation
1502/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failure to consider evidence due to insufficient grounds.

Case Number 1502/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a loan dispute. The appellants argued that the Court of Appeal failed to consider specific evidence, but the court found the lower court's reasoning clear and sufficient. Consequently, the appeal was rejected as it lacked a valid legal basis under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c), 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is admissible only if there is a doubt whether the court considered all evidence, provided the omitted evidence had a significant impact on the outcome, but the appeal fails if the lower court's reasoning is clear and complete.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to consider evidence significant impact on outcome clear and complete reasoning Code of Civil Procedure loan dispute final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 496(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1502 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1502/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Μ. του Γ., 2) Γ. Μ. του Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπόκοτα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2634/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3852/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/1/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 15-1-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3852/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 11-4-2018 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 2634/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί την από 14-11-2016 αγωγή της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλλουν στην ενάγουσα το ποσό των 43138 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του οι αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα α) τον ισολογισμό της εταιρείας ΑΣΤΗΡ ΑΕ των ετών 2006-2007 από τον οποίο προκύπτει ότι τα καθαρά κέρδη της ανέρχονται σε 22.070,65 ευρώ και 28052.67 αντίστοιχα, β) τις φορολογικές δηλώσεις των ετών 2006-2007 του δεύτερου εναγόμενου από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός έχει δηλώσει εισοδήματα 127.925 ευρώ και 354.216 ευρώ αντίστοιχα, και επί πλέον δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 2826/2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του ειρηνοδίκη Αθηνών.

Ότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη για την ανυπαρξία της οικονομικής ανάγκης για τη λήψη του ένδικου δανείου και την εσφαλμένη κρίση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ως προς την απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού που προέβαλε ο πρώτος εναγόμενος από ανταπαίτησή του από σύμβαση δανείου ποσού 39.000 ευρώ που είχε λάβει απ' αυτόν η ενάγουσα.

Όμως, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων η υπ' αριθμ. 2826/2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, αλλά και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν", εξαιρώντας ρητά μόνον όσα προσκομίστηκαν απαράδεκτα, στα οποία δεν εντάσσονται τα προαναφερθέντα, και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Ταύτα ανεξάρτητα ότι είναι απαράδεκτος, καθόσον τα ως άνω έγγραφα δεν αφορούν σε ουσιώδη ισχυρισμό των εναγομένων σχετιζόμενων με την κατάρτιση ή μη του ένδικου δανείου, αλλά στη συνδρομή ή μη των αιτίων λήψης του δανείου ή την ύπαρξη ή όχι της ανταπαίτησης των εναγομένων κατά της ενάγουσας από την επικαλούμενη απ' αυτούς δήθεν σύμβαση δανείου με αυτήν.

Ενώ επί πλέον ο ως άνω επικαλούμενος ισολογισμός αφορά σε ανώνυμη εταιρεία και όχι στους εναγόμενους ως φυσικά πρόσωπα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ιδρύεται δηλ. ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι'αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ'ένα απ' αυτά.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, 775/2017). Τα δημόσια έγγραφα, όπως είναι και η δήλωση φόρου εισοδήματος, όταν αυτή έχει ελεχθεί και έχει γίνει δεκτή (ΑΠ 1305/2014), αποτελούν πλήρη απόδειξη για τα αναφερόμενα στα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ πραγματικά γεγονότα και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1539/2018).

Η αποδεικτική αξία και συνεπώς η επίδραση στο αποδεικτικό πόρισμα καθενός από τα αποδεικτικά μέσα απόκεινται στην κυριαρχική και συνεπώς μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με τον προτεινόμενο επικουρικώς, δηλ. υπό την αίρεση απόρριψης του πρώτου ως άνω λόγου, (διαφορετικά θα ήταν αντιφατικοί και απορριπτέοι οι ως άνω λόγοι, πρβλ.

ΑΠ 537/2012), δεύτερο λόγο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το εφετείο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των προαναφερθεισών φορολογικών δηλώσεων του δευτέρου εναγομένου, από τις οποίες απέρρεε το δηλωθέν εισόδημά του, με συνέπεια να μην υπάρχει ανάγκη δανεισμού του από την ενάγουσα και ότι αυτός δάνεισε αυτήν το ποσό των 39.000 ευρώ, ανταπαίτηση την οποία πρότεινε προς συμψηφισμό ανεπιτυχώς στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα προαναφερθέντα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των ως άνω εγγράφων, αλλά, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα από τους αναιρεσείοντες, μεταξύ των οποίων και τις προοανεφερθείσες δηλώσεις εισοδήματος, εκτίμησε αυτές ελεύθερα κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ και κατέληξε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για τη σύναψη της ένδικης σύμβασης δανείου.

Κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).

Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αυτή δέχθηκε κατ' ουσίαν τα εξής : "Η ενάγουσα συνεργάστηκε με τους δύο εναγομένους κατά την περίοδο 2000- 2010, ως επικεφαλής υποκαταστήματος στον ..., της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ ΑΕ", με έδρα τη …, η οποία δραστηριοποιείτο μεταξύ άλλων στην αποθήκευση και διανομής εμπορευμάτων, και στην οποία ο πρώτος ετύγχανε πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ενώ ο δεύτερος, υιός του πρώτου, είναι αυτοκινητιστής, διατηρεί ατομική επιχείρηση , έχων στην κυριότητα του αυτοκίνητα φορτηγά, με τα οποία εκτελεί μεταφορές και διανομές εντός και εκτός Ελλάδος, που του αναθέτει η άνω εταιρία και άλλες επιχειρήσεις.

Η σχέση που τη συνέδεε με την ως άνω εταιρία ήταν υπαλληλική σχέση, εξηρτημένης εργασίας, ενώ υπήρξε και μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. Περί τα τέλη του έτους 2007, ο πρώτος εναγόμενος εκμυστηρεύθηκε στην ενάγουσα ότι έχει ανεύρει ένα φορτηγό αυτοκίνητο Δημοσίας Χρήσεως (ΔΧ) , στη μάνδρα πωλήσεως φορτηγών αυτοκινήτων του Α.

Ζ., που βρίσκεται στα ..., στο ..., για να το αγοράσει ο υιός του, δεύτερος εναγόμενος. Ότι η πωλήτρια επιχείρηση το πωλούσε μόνο μετρητοίς στο ποσό των 34.000 ευρώ, πλην όμως αυτοί στερούνταν μετρητών χρημάτων και δεν είχαν πιστοληπτική ικανότητα από τράπεζες ώστε να μπορούν να δανειοδοτηθούν. Επικαλούμενος ο πρώτος την μακρόχρονη συνεργασία τους, ζήτησε από την ενάγουσα να τους εξυπηρετήσει, λαμβάνοντας δάνειο η ίδια από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την υπόσχεση ότι αυτοί θα αναλάμβαναν έναντι της την υποχρέωση να καταβάλουν τις δόσεις του δανείου αυτού ανελλιπώς.

Μετά τις διαβεβαιώσεις αυτές η ενάγουσα πείστηκε και αποδέχθηκε να λάβει δάνειο για τον άνω σκοπό. Ο α' εναγόμενος απευθύνθηκε στην τότε Εμπορική Τράπεζα (νυν Alpha Bank), Υποκατάστημα ... και ρύθμισε όλα τα διαδικαστικά θέματα για την έκδοση δανείου στο όνομά της, υποβάλλοντας σχετική αίτηση. Η τράπεζα ενέκρινε το δάνειο , ύφους 34 000 ευρώ, ότε και κλήθηκε η ενάγουσα στο υποκατάστημα της ως άνω Τράπεζας στον ...

για να υπογράφει τη σχετική σύμβαση δανείου και υπέγραφε την από 7,12.2007 σύμβαση CASH 4U. Το δάνειο αυτό , με επιτόκιο 4,95% , πλέον κόστους εισφοράς του ν. 128/75 (0,60% κατά τον χρόνο υπογραφής), ήταν πληρωτέο σε 180 ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις , ποσού 278,71 ευρώ εκάστη, ενώ η υποχρέωση εξόφλησης αυτών ξεκινούσε ένα μήνα μετά την εκταμίευση του δανείου , ήτοι από 23.1.2008 , και η τελευταία δόση έπρεπε να καταβληθεί την 23.12.2010.

Για την ασφάλεια του δανείου αυτού, πριν από την εκταμίευση του δανείου, η ενάγουσα συναίνεσε και εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας σε ακίνητό της και συγκεκριμένα σε διαμέρισμά της, του α! ορόφου , επί της οδού ... στην .... Η τράπεζα σε εκτέλεση της δανειακής σύμβασης, εξέδωσε στον ..., την 24.12.2007 την με αρ.

… τραπεζική επιταγή, ποσού 34.000 ευρώ, σε διαταγή της ενάγουσας , η οποία στη συνέχεια την οπισθογράφησε και τη μεταβίβασε απευθείας στην εταιρία με την επωνυμία "...", όπως είχαν συμφωνήσει με τους εναγομένους. Η "..." εισέπραξε την 27.12.2007 την επιταγή αυτή και στη συνέχεια σε εκπλήρωση της συμβάσεως αγοραπωλησίας, μεταβίβασε κατά κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο το με αρ.

κυκλοφ. .... Φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, τύπου 704, με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο παρέλαβε έκτοτε ο β' εναγόμενος και το χρησιμοποιεί για τις μεταφορές και διανομές εμπορευμάτων. Οι εναγόμενοι για την αγορά του άνω οχήματος, είχαν δώσει ως εγγύηση στον Α. Ζ. την αρ. ... επιταγή της Pro Bank, ποσού 34.000 ευρώ, την οποία ο άνω πωλητής επέστρεψε μόλις εξοφλήθηκε το τίμημα , με την ως άνω μεταβίβαση της τραπεζικής επιταγής της τότε Εμπορικής τράπεζας.

Αρχικά, οι εναγόμενοι εξοφλούσαν τις δόσεις του δανείου αυτού, ήτοι σε διάστημα περίπου δύο ετών κατέβαλαν τους πρώτους μήνες κανονικά και έπειτα με καθυστερήσεις, εννέα (9) δόσεις του δανείου, εκ ποσού 278,71 ευρώ εκάστη και συνολικά από 23.1.2008 (έναρξη εξόφλησης των δόσεων) μέχρι και την 9" δόση, που ήταν πληρωτέα την 23.9.2008, κατέβαλαν συνολικά 2 508,39 ευρώ.

Εν συνεχεία οι εναγόμενοι, άρχισαν να καθυστερούν την πληρωμή των δόσεων, που είχαν αναλάβει να καταβάλουν και η δανείστρια τράπεζα παρενέβη και εισέπραξε τρεις δόσεις , ήτοι συνολικό 836,13 ευρώ από κοινό λογαριασμό που διατηρούσε η μητέρα της ενάγουσας, με συνδικαιούχο την ίδια. Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε στους εναγομένους για τη μη καταβολή των δόσεων.

Αυτοί την καθησύχασαν και κάθε φορά τη διαβεβαίωναν ότι θα τακτοποιήσουν το δάνειό. Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους αρνούνται ότι το άνω ποσό, τους καταβλήθηκε λόγω δανείου, και ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα είχε λάβει από τον πρώτο και την εταιρία "ΑΣΤΗΡ ΑΕ" άτοκο δάνειο ποσού 39.000 ευρώ κατά τα έτη 2006 έως και Οκτώβριο 2007, με μερικότερες καταβολές στον αρ. ...

λογαριασμό της στην τράπεζα EUROΒΑΝΚ, προκειμένου να αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα με το γάμο της. Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό, από τα παραστατικά που προσκομίζουν οι εναγόμενοι προκύπτει ότι στον άνω λογαριασμό κατατέθηκε α) από τον α' εναγόμενο στις 5.1.2006 το ποσό των 1.500 ευρώ, β) από την εταιρία "ΑΣΤΗΡ ΑΕ" στις 6.9.2006 το ποσό των 8.000 ευρώ, γ) στις 4.5.2007 το ποσό των 5.000 ευρώ, δ) στις 7.5.2007 το ποσό των 2.500 ευρώ, ε) στις 5.1.2007 το ποσό των 10.000 ευρώ και στ) στις 8.10.2007 το ποσό των 12.000 ευρώ.

Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι οι άνω καταβολές συνιστούσαν άτοκο δάνειο του πρώτου εναγομένου και της άνω εταιρίας προς την ενάγουσα, της οποίας σημειωτέον ο γάμος είχε λυθεί αμετάκλητα ήδη από το έτος 2004. Εξάλλου όπως προκύπτει από την κίνηση του άνω λογαριασμού, συνδικαιούχος αυτού ήταν και ο πρώτος εναγόμενος, ο κοινός δε λογαριασμός αυτός χρησιμοποιούνταν ήδη από το έτος 2004 τουλάχιστον, με σειρά εγγραφών μεταφοράς από λογαριασμούς ή καταθέσεις μετρητών και αυθημερόν αναλήψεις, εξυπηρετούσε δε τις ανάγκες της άνω εταιρίας, η δε ενάγουσα είχε την ευθύνη των πληρωμών των υποχρεώσεων του ως άνω υποκαταστήματος της εταιρίας "ΑΣΤΗΡ ΑΕ" σε προμηθευτές, μεταφορείς και για τη μισθοδοσία, με χρήματα που της έστελνε ο α' εναγόμενος.

Εξάλλου οι καταθέσεις διαφόρων χρηματικών ποσών από τον πρώτο εναγόμενο στον άνω λογαριασμό, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, προκύπτει ότι έγιναν από 2005 μέχρι και το 2010, και όχι μόνον το 2005 λόγω τεχνικού προβλήματος της μηχανογράφησης της εταιρίας "ΑΣΤΗΡ ΑΕ" , όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Συνεπώς ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω καταβολές αφορούσαν άτοκο δάνειο της ενάγουσας από τον πρώτο εναγόμενο ή την ανωτέρω εταιρία, της οποίας ετύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μεταβίβασε κατά κυριότητα στους εναγόμενους κατά τον ως άνω τρόπο το ποσό των 34.000 ευρώ, και αυτοί ανέλαβαν την υποχρέωση να το αποδώσουν με την εξόφληση του άνω τραπεζικού δανείου με τους όρους της δανειακής σύμβασης.

Η άνω σύμβαση μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε άτυπα, λόγω της μεταξύ τους προϋπάρχουσας μακράς συνεργασίας τους και της συνομολογούμενης από τους εναγόμενους, σχέσης εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους , αλλά και της στενής φιλικής και οικογενειακής τους σχέσης . Η ύπαρξη της άνω σχέσης που τους συνέδεε, κατά το χρόνο κατάρτισης του δανείου, δικαιολογεί την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας στην ενάγουσα, να ζητήσει να εξασφαλισθεί η απόδειξη της προφορικής σύμβασης δανείου με κάποιο έγγραφο.

Περαιτέρω οι εναγόμενοι συνομολογούν ότι ο α' εξ αυτών ανέλαβε να προβεί στις σχετικές συνεννοήσεις με τους υπεύθυνους του καταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, από την οποία η ενάγουσα έλαβε το δάνειο , με σκοπό την άμεση έγκριση και λήψη του δανείου. Οι εναγόμενοι αρχικά εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους και κατέβαλαν τις δόσεις του δανείου , στη συνέχεια όμως από τα τέλη του 2008 αθέτησαν την υποχρέωσή τους.

Σε διαμαρτυρίες της ενάγουσας, ο α' εναγόμενος τη διαβεβαίωνε ότι θα καταβάλει τις δόσεις, αλλά ουδέν έπραξε. Το έτος 2010 η ενάγουσα αποχώρησε από την εταιρία "ΑΣΤΗΡ ΑΕ", όπου εργαζόταν (έληξε η σχέση εργασίας), το άνω όμως θέμα αποπληρωμής του δανείου εξακολουθούσε να εκκρεμεί. Η δανείστρια τράπεζα λόγω μη καταβολής των δόσεων του δανείου κατήγγειλε τη δανειακή σύμβαση με την από 23.11.2011 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποίησε στην ενάγουσα.

Η τελευταία προσπάθησε να ανεύρει τους εναγομένους, πλην όμως αυτοί είχαν εξαφανισθεί και δεν απαντούσαν στις κλήσεις της. Μετά από προσπάθειες μπόρεσε δια μέσου του Α. Ζ. να επικοινωνήσει μαζί τους. Αυτοί εξακολούθησαν να της δίδουν υποσχέσεις ότι θα τακτοποιήσουν το δάνειο στο μέλλον. Στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε η τράπεζα οχλούσε συνεχώς την ενάγουσα για την αποπληρωμή του δανείου.

Η ενάγουσα με την από 15.10.2015 έγγραφη εξώδικη όχληση-διαμαρτυρία προς τους εναγόμενους, την οποία επέδωσε την 19.10.2015, κάλεσε αυτούς να διευθετήσουν το δάνειο. Οι εναγόμενοι όμως εκώφευσαν και δεν ανταποκρίθηκαν στην υποχρέωσή τους. Επίσης η ενάγουσα με την από 10.11.2015 αίτησή της περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων κατά των εναγομένων, που κατατέθηκε την 13.11.2015, προσδιορίστηκε αρχικά να συζητηθεί την 7.12.2015, ζήτησε να διαταχθεί προς εξασφάλιση της ένδικης απαίτησής της, η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας των εναγομένων. (Η αίτηση αυτή συζητήθηκε μετά από αναβολές την 7.10.2016 και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με την 5934/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών).

Ακολούθως η "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", ως καθολική διάδοχος της δανείστριας τράπεζας, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, ζήτησε με την από 25.11.2015 αίτησή της και εκδόθηκε σε βάρος της ενάγουσας η με αρ.17606/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την 15.2.2016 επιδόθηκε στην ενάγουσα ακριβές αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστής της άνω διαταγής πληρωμής, με επιταγή προς πληρωμή, με την οποία η ενάγουσα επιτάχθηκε να καταβάλει στη δανείστρια τράπεζα τα κάτωθι ποσά:

α) για κεφάλαιο και ενσωματωμένους τόκους 30.630,55 ευρώ, (από 24.12.2007 έως και 20.10.2015), β) για δικαστική δαπάνη 700 ευρώ, γ) για λοιπά έξοδα 67 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας επί του κεφαλαίου από 14.12.2011 (επομένη επίδοσης της εξώδικης καταγγελίας) μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, οι οποίοι ανέρχονταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 11.741,23 ευρώ.

Δηλαδή οι εναγόμενοι λόγω μη τηρήσεως της ανειλημμένης υποχρέωσής τους να εξοφλήσουν το εν λόγω δάνειο, κατά τους όρους αυτού, οφείλουν να καταβάλουν συνολικά στην ενάγουσα το ποσό (30.630,55+700+67+11.741,23) 43.138,78 ευρώ, το οποίο αυτή καλείται να καταβάλει στην τράπεζα".

Συνεπώς, το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ως προς τη σύναψη της ένδικης σύμβασης δανείου και την ανυπαρξία της ανταπαίτησης των εναγομένων από δήθεν δανειακή σύμβαση προς την ενάγουσα, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις και δεν αντιφάσκουν, κατά τρόπο που καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν επιδικάζονται ελλείψει αιτήματος (άρθρα 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3852/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ