Legislator Case Law & Legislation
1502/2017 AI generated

1502/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1502/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1502/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 13-3-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Keywords

AI generated
right of pre-emption abandonment of expropriation unsuccessful bidder public takeover bid right of reservation lapse due to peremption
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1502 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1502/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Μ. του Μ., κατοίκου ... και 2) Α. Φ. του Ε., χήρας Η. Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιάκωβο Μαθιουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά του Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4454/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, που αποφάνθηκε ότι είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, 33297/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που παρέπεμψε την από 13-4-2009 ανακοπή για εκδίκασή της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, 21514/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 1302/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 13-3-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι αναιρεσείοντες με την ένδικη ανακοπή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης εζήτησαν την ακύρωση του υπ’ αριθμ. ...2009 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και κατεδαφίσεως του Γενικού Γραμματέως της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας, για το λόγο ότι αυτό εξεδόθη χωρίς την συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων και κατά κατάχρηση των δικαιωμάτων του καθ’ ου η ανακοπή. Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ’ αριθμό 4454/2009 απόφασή του, εκήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επί εφέσεως κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 33297/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εξηφανίσθη η εκκληθείσα απόφαση και η ανακοπή παρεπέμφθη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκασή της. Το εν λόγω δικαστήριο, δικάζοντας κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την ανακοπή. Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου οι ανακόπτοντες άσκησαν έφεση, η οποία απερρίφθη κατ’ ουσίαν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του Α.Ν. 263 του 1968, για το κύρος του πρωτοκόλλου αποβολής πρέπει να συντρέχουν, σωρευτικώς οι προϋποθέσεις: α) της κυριότητος του Δημοσίου επί του κτήματος, β) της αναμφισβητήτου κατοχής του από το Δημόσιο και γ) της αυτογνώμονος, με σκοπό αποκτήσεως δικαιωμάτων, καταλήψεως του ακινήτου από τον καθ’ ου το πρωτόκολλο.

Σε περίπτωση ελλείψεως έστω και μιας των προϋποθέσεων αυτών το πρωτόκολλο είναι άκυρο και η ακυρότητά του απαγγέλλεται, εφόσον ασκηθεί κατ’ αυτού ανακοπή. Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. 3473 της 14-2/25-3-1923 απόφαση της επαναστάσεως του 1922, η οποία κυρώθηκε με το από 7-6/15-9-1924 ψήφισμα της Δ’ Συντακτικής Συνελεύσεως στην Αθήνα ορίστηκε, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 17 του Συντάγματος του 1911, ότι επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ακινήτων για γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών ή για εγκατάσταση γενικά προσφύγων, ομογενών ή μη, επιτρέπεται η κατάληψη των ακινήτων και πριν από την καταβολή της αποζημιώσεως.

Όμοια παρέκκλιση από το άρθρο 17 του Συντάγματος του 1911 εισήγαγε και το, στηριζόμενο στην απόφαση αυτή, ν.δ της 4/9 Ιουνίου 1923 "περί παραχωρήσεως δημοσίων κτημάτων και αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ιδιωτικών τοιούτων προς αστικήν αποκατάστασιν προσφύγων, με τα άρθρα 3 και 4 του οποίου επιτράπηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, με σκοπό την αστική αποκατάσταση προσφύγων, κάθε είδους οικοπέδων και αγροτικών κτημάτων, εκτός φυτειών, που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, η οποία ενεργείται με απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι από της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της σχετικής υπουργικής αποφάσεως περί κηρύξεως, κατ’ εφαρμογήν αυτών, αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, η κυριότητα αυτού περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς άλλη διατύπωση και έκτοτε συντελείται η απαλλοτρίωση, ανεξαρτήτως αν έχει καταβληθεί ή όχι η αντίστοιχη αποζημίωση (Ολ.

Α.Π. 29/2005). Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 2 παρ. 5 του από 29/30-4-1953 β.δ/τος "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κ.λ.π.", προσφυγικές απαλλοτριώσεις ανακαλούνται αυτοδικαίως από τις 15 Απριλίου 1957, εφόσον έως τη χρονολογία αυτή δεν εχώρησε ούτε κατάληψη ούτε αποζημίωση. Στην έννοια του ανωτέρω όρου "κατάληψη" περιλαμβάνεται "πάσα καθ’ οιονδήποτε τρόπον εξουσίασις του απαλλοτριωθέντος χώρου υπό του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας ή των περιφερειακών αυτού υπηρεσιών" (πρβλ.

άρθρα 64 παρ. 4 του β.δ. 330/1960 και 145 του Αγρ. Κώδ.). Ακολούθως, με το άρθρο 7 του ν.δ. 266/21/24-1-1974 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων της περί αποκαταστάσεως των αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας" στην ανωτέρω διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 64 β.δ.330/1960 προστέθηκε εδάφιο, κατά το οποίο, για την εφαρμογή της, προς κατάληψη της απαλλοτριωθείσης εξομοιούται και η οριοθεσία της ή η κτηματογράφηση ή η ρυμοτόμηση ή η αποτύπωση σε τοπογραφικό διάγραμμα θεωρημένο από την αρμόδια υπηρεσία ή η παραχώρηση τμήματος της προς εξυπηρέτηση γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, προς κατάληψη δε ολόκληρης της εκτάσεως που απαλλοτριώθηκε εξομοιούται και η κατάληψη ουσιώδους, συνεχούς ή μη, τμήματος αυτής.

Για το ότι στην, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρου 2 παρ. 5 του από 29/30-4-1953 β.δ. και άρθρου 64 παρ. 5 του β.δ. 330/1960, νομική έννοια της "καταλήψεως" υπάγονται υλικές πράξεις στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, με τις οποίες αυτό καθυποτάσσεται στην εξουσία αυτού που τις επιχειρεί, εμβαδομετρήσεις δε κτηματομετρήσεις και σύνταξη ρυμοτομικών και κτηματογραφικών διαγραμμάτων δεν συνιστούν καθεαυτές "κατάληψη", εκτός αν έγιναν με εμφανείς εργασίες και ενέργειες στο ακίνητο, που ενέχουν καθυπόταξή του στην εξουσία αυτού που τις ενεργεί και ότι αν η με την ανωτέρω έννοια κατάληψη μέρους του ακινήτου μπορεί να συνεπάγεται εξουσίαση ολοκλήρου, είναι ζήτημα πραγματικό, ουδεμία είχε γεννηθεί αμφισβήτηση μεταξύ των δικαστηρίων ή των νομικών μέχρι τη δημοσίευση του ν.

δ. 266/1974, ώστε ένεκα αμφιβολιών να εκδοθεί ερμηνευτικός νόμος προς άρση της. Έτσι η διάταξη του άρθρου 7 του ν.δ. 266/1974, ορίζουσα ότι προς κατάληψη της εκτάσεως που απαλλοτριώθηκε εξομοιούται και η οριοθεσία της ή η κτηματογράφηση ή η αποτύπωση σε τοπογραφικό διάγραμμα θεωρημένο από την αρμόδια υπηρεσία, ή η παραχώρηση τμήματος της προς εξυπηρέτηση γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, προς κατάληψη δε ολόκληρης της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως εξομοιούται και η κατάληψη ουσιώδους συνεχούς ή μη τμήματος της, δεν είναι ερμηνευτική και συνεπώς δεν έχει αναδρομική δύναμη (Α.Π.

Ολομ. 389/1978, Α.Π. 354/2007,1365/2004,1087/1996). Το ίδιο και για τον ίδιο λόγο πρέπει να λεχθεί και για τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 1807/1988, με το οποίο αντικαταστάθηκε η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 64 β.δ. 330/1960 και ορίσθηκε ότι "Στην αληθή έννοια του όρου κατάληψη των εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την αποκατάσταση προσφύγων, στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις των α.ν. 1731/1939 και 2003/1939, όπως ισχύουν, περιλαμβάνεται κάθε μορφή εξουσίασης καθώς και οι ενέργειες των οργάνων του δημοσίου με τις οποίες έγιναν οριοθετήσεις και τοποθέτηση χαρακτηριστικών σημείων στο έδαφος, κτηματογραφήσεις και αποτυπώσεις της υφιστάμενης κατάστασης, η εφαρμογή τίτλων των προσώπων που προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας και αποζημίωσης έστω και αν δεν έγιναν εμφανείς ενέργειες στο έδαφος, η σύνταξη κτηματολογικού διαγράμματος, η μελέτη και η σύνταξη ρυμοτομικών διαγραμμάτων και διαγραμμάτων διανομής, η εφαρμογή τους στο έδαφος, η ανέγερση έτοιμων κατοικιών από το δημόσιο, η διανομή οικοπέδων και κατοικιών σε δικαιούχους καθώς και η παραχώρηση τμήματος των εκτάσεων αυτών για την εξυπηρέτηση γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.

Η κατάληψη με την παραπάνω έννοια ουσιώδους συνεχούς ή μη τμήματος των παραπάνω εκτάσεων θεωρείται κατάληψη ολόκληρης της έκτασης που απαλλοτριώθηκε". Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε, με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π. 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Δυνάμει του... 1319 ταπίου ...έτους ...1907, περιήλθε, με αγορά, στην κυριότητα του Σ. Χ. (Μ.) ...11.700 τμ. Το επόμενο έτος, 1908, ο ανωτέρω, παραχώρησε, λόγω προικός, στη θυγατέρα του Α.

συζ. Δ. Π...μία έκταση δύο στρεμμάτων (στην οποία εμπίπτει και το επίδικο). Ο Σ. Χ....αποβίωσε αδιάθετος το έτος 1925 και, ακολούθως, υπεισήλθαν, προ της έναρξης ισχύος του Αστικού Κώδικα, ως οικείοι κληρονόμοι του, κατ’ ενάσκηση της πατρικής εξουσίας και λόγω κληρονομικής διαδοχής και δη αυτοδικαίως, στην κληρονομιά του και σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου (ισομερώς) η σύζυγος του Ε., οι υιοί του Ι.

και Α., οι έγγαμες θυγατέρες του Β. συζ. Σ.Κ., Γ. συζ. Η. Γ., και Α. συζ. Δ. Π.. Το έτος 1927 αποβίωσε, αδιάθετη, η Α. συζ. Δ. Π., κληρονόμοι, της οποίας, ήταν εξ αδιάθετου οι Μ. Π., Μ. Π. και Δ. Π.. Το ίδιο έτος (1927), κατ’ εφαρμογή του Ν.Δ. 4-9.6.1923 και δυνάμει της υπ’ αριθ. .../28.11.1927 κοινής απόφασης των Υπουργών Γεωργίας, Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως ..., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την αστική αποκατάσταση προσφύγων, συνολική έκταση 548.190 τμ στην περιοχή συνοικισμού Τούμπας Θεσσαλονίκης, όπως αυτή αποτυπώνεται στο υπ’ αριθ. ...1930 τοπογραφικό διάγραμμα.

Στα πλαίσια της παραπάνω απαλλοτρίωσης, οι κατά τα 5/6 κληρονόμοι του αρχικού κυρίου και συγκεκριμένα οι πρώτοι πέντε από τους ανωτέρω αναφερόμενους, πλην των κληρονόμων της Α. Π., αφού αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι αποζημίωσης εκχώρησαν τα επί του μείζονος κληρονομιαίου ακινήτου δικαιώματά τους επί της αποζημιώσεως της ένδικης απαλλοτριώσεως δυνάμει του υπ’ αριθ....1930 εκχωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ.

Τ. προς τους Γ. Μ., Α. Σ. και Α. Μ., οι οποίοι, αρχικώς επιχείρησαν τη μερική άρση της γενομένης απαλλοτρίωσης και μετά την απόρριψη του αιτήματος τους, περί το τέλος του έτους 1960 αποζημιώθηκαν. Οι κατά τα λοιπά κληρονόμοι της, κατά 1/6 εξ αδιαιρέτου, αρχικής κληρονόμου, Α. συζ. Δ. Π., ουδέποτε επιδίωξαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της ανάλογης του ποσοστού τους αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση.

Τούτο διότι, η προίκα είχε συσταθεί ατύπως και, κατά το προϊσχύσαν του Αστικού Κώδικα βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, επί κληρονομιάς μητρός και γενικά γυναικός δεν γίνεται λόγος περί οικείων, διότι η γυναίκα ποτέ δεν ασκούσε πατρική εξουσία και επομένως και τα τέκνα της ήσαν εξωτικοί και δεν αποκτούσαν την κληρονομιά της, αυτοδικαίως και συγχρόνως με την επαγωγή, αλλά έπρεπε να δηλώσουν τη βούληση τους περί αποδοχής άλλως ανάμειξης στην κληρονομιά, με πρόθεση κληρονόμου, είτε με συγκεκριμένη ρητή δήλωση είτε με σιωπηρή εκδήλωση της βούλησης με προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό διακατοχικές πράξεις νομής...Κατά το έτος 1939, το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντιλήψεως με τις περιφερειακές του υπηρεσίες προέβη σε οριοθέτηση της απαλλοτριωθείσης γης στο σύνολο της, σε πλήρη κτηματογράφηση με εφαρμογή των τίτλων των προσώπων που προέβαλαν δικαιώματα κυριότητας και αποζημίωσης, σύνταξη κτηματολογικού πίνακα και του υπ’ αριθμ. ...1939 κτηματολογικού διαγράμματος, με αποτύπωση επ’ αυτού της τότε υφισταμένης κατάστασης και τοποθέτηση χαρακτηριστικών σημείων (οδών, ρεμάτων, λόφων κλπ) και καθορισμό των πρώτων οικοδομικών τετραγώνων.

Επιπλέον, με το από 2-9-1951 πρακτικό της 4ης Συνεδρίας του Συμβουλίου Πρόνοιας και Στεγάσεως Προσφύγων, διανεμήθηκαν 75 οικόπεδα της περιοχής του αρχικού Ο.Τ. … του προσφυγικού συνοικισμού (...), εγκαθιστάμενοι στο εξής οι πρόσφυγες στα διανεμηθέντα οικόπεδα, κατ’ αντιστοιχία ονόματος δικαιούχου και οικοπέδου, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. .../1963 διάγραμμα, εκδίδοντας κατά τα επόμενα έτη τα αντίστοιχα παραχωρητήρια...Καίτοι, οι κληρονόμοι της Α.

Π., σε μεταγενέστερο χρόνο, αναμείχθηκαν στην κληρονομιά της, σιωπηρώς, με πράξεις που δηλώνουν την ανάμιξη τους με πρόθεση κληρονόμου, καθόσον προέβησαν, το έτος 1950, σε άτυπη διανομή της κληρονομιάς της, από την οποία το τμήμα δύο στρεμμάτων, που ήδη είχε, κατά τα ανωτέρω, απαλλοτριωθεί, περιήλθε στον υιό της, Δ.

Π., ούτε και τότε προσπάθησαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της ανάλογης του ποσοστού τους αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση. Σε εφαρμογή του υπ’ αριθμ. 28/18-12-1958 Β.Δ περί ρυμοτομίας, ρυμοτομήθηκε η περιοχή και σχηματίστηκε το επίδικο, με αριθμό 1 οικόπεδο του πρώην με αριθμό … (Πρόνοιας) και νυν 308 (Πολεοδομίας) οικοδομικό τετράγωνο, με εμβαδόν 188,84 τμ, το οποίο, συνορεύει...Το ακίνητο αυτό είναι το μόνο εδαφικό τμήμα, από την ευρύτερη απαλλοτρίωση, προκειμένου να εξυπηρετηθούν για τον ίδιο αρχικό σκοπό της απαλλοτρίωσης μελλοντικές ανάγκες αποκατάστασης.

Χωρίς συγκεκριμένο, νεότερο ρυμοτομικό σχέδιο ή μεταβίβαση κατά κυριότητα, το έτος 2002 ο Δήμος Θεσσαλονίκης διαμόρφωσε ένα τμήμα του σε χώρο πρασίνου, με την ανοχή των υπηρεσιών του νυν Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, πρώην Κοινωνικής Πρόνοιας. Στην έκταση αυτή εντάσσεται το επίδικο ακίνητο, και ειδικότερα σε ευρύτερη έκταση 11.700 τ.μ.

με αύξοντα αριθμό κτηματολογικού διαγράμματος …. Το έτος 1988, αποβίωσε, αδιάθετος, ο, φερόμενος, κατά τα ανωτέρω, ως κύριος, μετά από την προαναφερόμενη άτυπη διανομή, του ακινήτου, Δ. Π.. Κληρονόμοι του, εξ αδιάθετου υπήρξαν η χήρα του, Β. Π. και τα τέκνα του Ι. και Δ. Π.. Το έτος 1991 αυτοί αποδέχθηκαν, με την... .../26-4-1991 δήλωση αποδοχής...της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.

Π., νομίμως μεταγραμμένη...από την κληρονομιά του Δ. Π., το, ήδη κατόπιν της εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου, επίδικο, ακίνητο των 118,10 τμ. Μετά το θάνατο της Β. Π., οι Ι. και Δ. Π., αποδέχθηκαν, με την....../27.6.2003 δήλωση αποδοχής....της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Δ., νομίμως μεταγραμμένης...το, εξ αδιαθέτου, μερίδιο της μητρός των.

Για πρώτη φορά, την 1-7-2002 ζήτησαν τη μερική ανάκληση της ένδικης απαλλοτρίωσης και συγκεκριμένα ως προς το επίδικο ακίνητο, λόγω μη καταβολής της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης και συνεπώς μη συντέλεσης αυτής. Όπως αποδεικνύεται από την έγγραφη απάντηση της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Τμήματος Αξιοποίησης περιουσίας, Κτηματολογίου και Τοπογραφήσεων του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης διαπιστώθηκε η μη καταβολή αποζημίωσης για το ιδανικό μερίδιο 1/6 εξ αδιαιρέτου της αρχικής μείζονος έκτασης των 11.700 τμ.

Ωστόσο, ενώ αναμενόταν η απάντηση, επί της τυχόν, μερικής, άρσης της απαλλοτρίωσης, το έτος 2003 οι Ι. και Δ. Π. προέβησαν στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου διά πωλήσεως, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../2003 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Δ., νομίμως μεταγραμμένου ...στους ήδη εκκαλούντες-ανακόπτοντες (ήδη αναιρεσείοντες).

Οι τελευταίοι άσκησαν, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό καταθέσεως .../2003 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ισχυριζόμενοι την αυτοδίκαιη ανάκληση της ένδικης απαλλοτρίωσης, από την οποία, εν τέλει, παραιτήθηκαν. Ακολούθως άσκησαν, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αίτηση με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της παράλειψης της Διοίκησης να προβεί σε αυτοδίκαιη ανάκληση της, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης, μη συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ’ αριθμ. 1452/2005 απόφαση του, θεωρώντας εαυτό αναρμόδιο, παράπεμψε την υπόθεση ενώπιον του, αρμόδιου, Συμβούλιου της Επικράτειας. Κατά της παραπεμπτικής απόφασης ασκήθηκε έφεση η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 259/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα να παραιτηθούν εκκαλούντες-ανακόπτοντες από την αρχική τους αίτηση.

Στη συνέχεια οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες..., επικαλούμενοι τη δήλωση του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Δ. Π. περί κατοχής οικοπέδου εμβαδού 1.075 τμ στο Συνοικισμό ... προς το Δήμο Θεσσαλονίκης,...αιτήθηκαν και πέτυχαν την έκδοση της... ...-1-2004 οικοδομικής άδειας από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης για την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής επί του επιδίκου.

Στις 26-5-2004 διενεργήθηκε αυτοψία, από υπάλληλο της Διεύθυνσης Υγείας και Πρόνοιας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ενημερώθηκαν τόσο το αστυνομικό τμήμα της περιοχής όσο και η αρμόδια κατά τόπο Διεύθυνση Πολεοδομίας, οπότε και εχώρησε η... ...7-6-2004 απόφαση του Τμήματος Χορήγησης Αδειών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης με την οποία και ανακλήθηκε η ως άνω οικοδομική άδεια.

Μετά από προσφυγή των εκκαλούντων-ανακοπτόντων η ως άνω ανακλητική απόφαση ακυρώθηκε, λόγω μη τήρησης της οριζόμενης στην υπ’ αριθμ. .../1952 Υπουργική Απόφαση διαδικασίας...με την....../27-7-2004 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Οι εκκαλούντες- ανακόπτοντες δεν αποχώρησαν από το επίδικο ακίνητο και μετά την από 5-2- 2009 έκθεση αυτοψίας του μηχανικού του τεχνικού γραφείου της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ακολούθησε η έκδοση της, προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. ...2009...πράξης διοικητικής αποβολής των ανακοπτόντων από το επίδικο με αριθμό 1 οικόπεδο του … Οικοδομικού Τετραγώνου του προσφυγικού συνοικισμού ...

του Δήμου Θεσσαλονίκης εμβαδού, κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 188,84 τμ, από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης, κατ’ ανάθεση αρμοδιοτήτων από τον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κατά τις διατάξεις των ν.551/1988,1 ν.2026/1992, "π.δ.93/1993, 3 ν.2218/1994, 4 ν.2240/1994, 14 ν. 2399/1996...". Περαιτέρω το Εφετείο, εξετάζοντας τους λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως η οποία είχε απορρίψει την ανακοπή αυτών κατά του εκδοθέντος εις βάρος των πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής από το επίδικο ακίνητο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του μεταξύ άλλων και τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο από τους λόγους της έφεσής των, οι οποίοι συνιστούν εκφάνσεις του ιδίου παραπόνου, οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες βάλλουν κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, ισχυριζόμενοι ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε κι εφάρμοσε τις, αμέσως ανωτέρω αναφερόμενες, διατάξεις εσφαλμένα.

Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο ισχυρίζονται ότι, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρκέσθηκε στον έλεγχο της κυριότητας του Ελληνικού Δημόσιου επί του επιδίκου και δεν εξέτασε την, σε αυτούς αποδιδόμενη με το πρωτόκολλο, αποβολή του από το επίδικο. Με το δεύτερο ότι... "εσφαλμένα δέχθηκε ότι η απαλλοτρίωση συντελέσθηκε (και αποκτήθηκε η κυριότητα του επιδίκου από το Ελληνικό Δημόσιο) με μόνη τη δημοσίευση της πράξης κήρυξης της απαλλοτρίωσης" και με τον τρίτο ότι...εσφαλμένα δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό τους για άρση της απαλλοτρίωσης, δυνάμει της διατάξεως του 2 παρ. 5 του από 29/30-4-1953 βασιλικού διατάγματος περαιτέρω δε, δέχτηκε ότι η αξίωση τους για αποζημίωση υπέπεσε σε παραγραφή.

Το επίδικο ακίνητο... απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς το έτος 1927, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../28.11.1927 κοινής απόφασης των Υπουργών Γεωργίας, Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως... για την αστική αποκατάσταση προσφύγων. Η όλη απαλλοτρίωση αφορούσε σε έκταση 548.190 τμ, μικρό τμήμα της οποίας ήταν και το, έκτασης 11.700 τμ, ακίνητο που περιήλθε στους κληρονόμους του Σ.

Χ.Το έτος 1939, το Ελληνικό Δημόσιο, διά των περιφερειακών υπηρεσιών του, τότε, Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και Αντιλήψεως, προέβη σε οριοθέτηση όλης της απαλλοτριωθείσας γης στο σύνολο της, σε πλήρη κτηματογράφηση με εφαρμογή τίτλων των προσώπων που προέβαλαν δικαιώματα κυριότητας και αποζημίωσης, σύνταξη αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα και...κτηματολογικού διαγράμματος, με αποτύπωση επ’ αυτού της τότε υφισταμένης κατάστασης και τοποθέτηση χαρακτηριστικών σημείων (οδών, ρεμάτων, λόφων κλπ) και καθορισμό των πρώτων οικοδομικών τετραγώνων.

Στη συνέχεια, το έτος 1951 προέβη στη διανομή οικοπέδων. Η διαδρομή μεγάλου χρονικού διαστήματος από την κατάληψη της απαλλοτριωθείσας έκτασης (1939) μέχρι τη διανομή οικοπέδων στους δικαιούχους (πρόσφυγες), προφανώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, οφείλεται στην έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στην επακολουθήσασα εμφύλια σύρραξη.

Το γεγονός δε ότι, τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του Σ. Χ. δεν παραχωρήθηκε σε δικαιούχο πρόσφυγα, ουδόλως συνιστά παράλειψη του Ελληνικού Δημοσίου να το καταλάβει, το έτος 1939, και, ως εκ τούτου, να καταστεί, κατά τα ανωτέρω, κύριος του, ενόψει ότι η κατάληψη (διά της οριοθέτησης, κτηματογράφησης, αποτύπωσης και καθορισμού οικοδομικών τετραγώνων) έλαβε χώρα για το σύνολο της απαλλοτριωθείσας έκτασης και, ως εκ τούτου και, για το έλασσον (επίδικο).

Το μη αποδοθέν σε δικαιούχο τμήμα παρέμεινε ελεύθερο προς εξυπηρέτηση των σκοπών της αρχικής απαλλοτρίωσης, ως ελεύθερος χώρος πρασίνου, ως τέτοιος δε, είχε χαρακτηριστεί με το υπ’ αριθμ. 28/18.12.1958 Β.Δ περί ρυμοτομίας και χρησιμοποιούνταν, ατύπως, από το Δήμο Θεσσαλονίκης, πριν την κατάληψή του από τους εκκαλούντες- ανακόπτοντες.

Η παράλειψη των κληρονόμων της Α. συζ. Δ. Π., στην οποία τμήμα του αρχικού ακινήτου είχε παραχωρήσει ο πατέρας της (Σ. Χ.), να αξιώσουν την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση, ενώ, μάλιστα οι λοιποί κληρονόμοι του Σ. Χ. την επιδίωξαν και την έλαβαν, ουδεμία παρενέργεια προκαλεί ως προς τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την επέκεινα μεταβίβαση της κυριότητας του στο εφεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, με τις ίδιες αιτιολογίες απέρριψε τους σχετικούς λόγους της ανακοπής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και οι, ως άνω, λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατά την ουσία τους. Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής των, οι εκκαλούντες - ανακόπτοντες, επαναφέροντας το δεύτερο λόγο της ανακοπής των, περί καταχρηστικής, εκ μέρους του καθ’ ου άσκησης του δικαιώματος του να προβεί στην έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου..., παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων τον απέρριψε, ως αβάσιμο κατ’ ουσία.

Απ’ όσα, όμως, κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκαν, ουδόλως το εφεσίβλητο καθ’ ου η ανακοπή (διά των αρμοδίων υπηρεσιών του) αδράνησε να ασκήσει το δικαίωμα κυριότητάς του επί του επιδίκου, ούτε με οποιοδήποτε τρόπο διά της συμπεριφοράς των υπαλλήλων του στο παρελθόν δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στους ανακόπτοντες και τους δικαιοπαρόχους τους ότι δεν πρόκειται να το ασκήσουν, ήτοι δεν προκύπτει σαφής και ανενδοίαστη βούληση του καθ’ ου να μη χρησιμοποιηθεί το επίδικο ακίνητο για το σκοπό, για τον οποίο απαλλοτριώθηκε, ούτε διαπιστώθηκε αδικαιολόγητη αδράνεια της Διοίκησης να πραγματοποιήσει το σκοπό αυτό.

Η παραμονή του επιδίκου ελευθέρου χωρίς να αποδοθεί σε δικαιούχο- πρόσφυγα συνιστούσε, εξ αρχής βούλησή του να παραμείνει ο συγκεκριμένος χώρος προς εξυπηρέτηση της όλης απαλλοτρίωσης, αμέσως δε μετά την κατάληψή του από τους εκκαλούντες-ανακόπτοντες (με την έκδοση οικοδομικής άδειας και την προσπάθεια ανέγερσης, επ’ αυτού, οικοδομής) το εφεσίβλητο-καθ’ ου προέβη σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες προκειμένου να προστατεύσει την περιουσία του.

Συνεπώς, η άσκηση του δικαιώματος του διά της εκδόσεως του ανακοπτομένου πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς, τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και, ως εκ τούτου, ορθώς απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, ο λόγος αυτός της ανακοπής ως αβάσιμος κατ’ ουσία, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες-ανακόπτοντες, στο σχετικό λόγο της έφεσης των είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα......

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες, ως άνω, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του. Διέλαβε δε επί πλέον στην απόφασή του αυτή την απαιτουμένη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα το Εφετείο δεν παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του από 29/30-4-1953 β. δ/τος που αφορά την αυτοδίκαια ανάκληση προσφυγικών απαλλοτριώσεων, λόγω μη καταλήψεως ή αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων μέχρι την 15η Απριλίου 1957, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, το Ελληνικό Δημόσιο, διά των περιφερειακών υπηρεσιών του, τότε, Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας και Αντιλήψεως, είχε προβεί στην κατάληψη του επιδίκου ακινήτου, ως τμήματος της μείζονος, προς αστική αποκατάσταση προσφύγων, απαλλωτριωθείσης εκτάσεως, επί της οποίας είχε εκδηλώσει την φυσική του εξουσίαση με εμφανείς υλικές πράξεις, όπως η οριοθέτηση, η κτηματογράφηση με εφαρμογή τίτλων των προσώπων που προέβαλαν δικαιώματα κυριότητος και αποζημιώσεως και η σύνταξη αντιστοίχου κτηματολογικού πίνακος και διαγράμματος, με αποτύπωση επ’ αυτού της τότε υφισταμένης καταστάσεως και τοποθέτηση χαρακτηριστικών σημείων (οδών, ρεμάτων, λόφων κλπ) ο καθορισμός οικοδομικών τετραγώνων και η διανομή οικοπέδων.

Η παράλειψη δε των δικαιούχων (κληρονόμων της Α. συζ. Δ. Π.), στην οποία τμήμα του αρχικού ακινήτου είχε παραχωρήσει ο πατέρας της (Σ. Χ.), να αξιώσουν την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση, ενώ, μάλιστα οι λοιποί κληρονόμοι του Σ. Χ. την επιδίωξαν και την έλαβαν, ουδεμία παρενέργεια προκαλεί στην συντέλεση της απαλλοτριώσεως και την επέκεινα μεταβίβαση της κυριότητος του στο Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , υπό την έννοια ότι το Εφετείο, παρά την έλλειψη εμφανών υλικών πράξεων επί του επιδίκου ακινήτου, δέχθηκε ότι υπήρξε κατάληψη τούτου, υπό του Ελληνικού Δημοσίου και συνακολούθως παράνομη αποβολή του τελευταίου από τους αναιρεσείοντες, προσδίδοντας ανεπιτρέπτως αναδρομική ισχύ στην διάταξη του άρθρου 7 του ν.

δ. 266/1974, η οποία εξομοιώνει με κατάληψη και μη εμφανείς υλικές πράξεις, τυγχάνει αβάσιμος.

Επειδή, κατά το κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", κατά την έννοια της ρηθείσης διατάξεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008). Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997, Α.Π. 41/2016) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που συνιστούσε και λόγο εφέσεως αυτών κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ότι δεν έλαβε χώρα η αναγκαία για την κτήση της κυριότητος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου επί της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως, μεταγραφή της περί απαλλοτριώσεως αποφάσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αλυσιτελής, αφού σύμφωνα με όσα εξετέθεσαν σχετικώς ανωτέρω, επί της ενδίκου αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, από της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της σχετικής υπουργικής αποφάσεως η κυριότητα της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς άλλη διατύπωση και έκτοτε συντελείται η απαλλοτρίωση , ανεξαρτήτως αν έχει καταβληθεί ή όχι η αντίστοιχη αποζημίωση και αν έχει μεταγραφεί η περί απαλλοτριώσεως πράξη.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 10 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη της περί καταχρήσεως δικαιώματος ενστάσεως αυτών, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή πράγματα χωρίς απόδειξη και κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 του Α. Κ. δέχθηκε ότι δεν συνέτρεξαν περιστάσεις, που συνιστούσαν αδράνεια του Ελληνικού Δημοσίου να ασκήσει τα εκ κηρυχθείσης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως δικαιώματά του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίασή του είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται παντάπασι τα πράγματα που το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή χωρίς απόδειξη, τα οποία δηλαδή δεν προκύπτουν από τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα), βάσει των οποίων το Εφετείο διεμόρφωσε την περί του αποδεικτικού πορίσματος πεποίθησή του. Ως προς την δευτέρα αιτίασή του δε ο αυτός αναιρετικός λόγος τυγχάνει αβάσιμος, διότι με τα αναιρετικώς ανέλεγκτα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που παρατίθενται ανωτέρω, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 Α.Κ., το οποίο συνεπώς δεν παραβιάσθηκε από το Εφετείο με την μη εφαρμογή του.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.Α.Π. 1/1999, 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ’ και 20 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα έγγραφα και δη την το υπ’ αριθμ.

πρωτ. ...-3-2003 έγγραφο του Τμήματος Προνοίας της Περιφερείας Κ. Μακεδονίας και την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../... έγκριση του προϊσταμένου της Διευθύνσεως Τοπογραφίας του Δήμου Θεσσαλονίκης, άλλως δε και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι τα έγγραφα αυτά ελήφθησαν υπόψη, το Εφετείο προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου των.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως που παρατίθεται ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, έγγραφα.

Ο ίδιος δε λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του τυγχάνει απαράδεκτος, διότι όπως σαφώς προκύπτει από το εκτιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο του, δεν αποδίδει στην απόφαση διαγνωστικό σφάλμα, δηλαδή αναγόμενο στην ανάγνωση των συγκεκριμένων εγγράφων, αλλά εκτιμητικό τοιούτο, απόδοση δηλαδή νοήματος διαφορετικού από εκείνο που.

οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, το οποίο όμως δεν ιδρύει τον υπό έρευνα αναιρετικό λόγο.

Τέλος, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου ψέγουν την προσβαλλομένη απόφαση διότι δεν εξήτασε και δεν απάντησε στον προβληθέντα ισχυρισμό τους, ότι η αποστέρηση της κυριότητος αυτών επί του επιδίκου ακινήτου, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως προσκρούει στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ακινήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός ο οποίος φέρεται να μην έχει ληφθεί υπόψη από το Εφετείο τυγχάνει αλυσιτελής, καθόσον δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης, αντικείμενο της οποίας ήταν η έρευνα των προϋποθέσεων κύρους του πληττομένου πρωτοκόλλου, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται και η καταβολή αποζημιώσεως για το καταληφθέν ακίνητο. Επί πλέον δε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συντρέχει, εν προκειμένω, περίπτωση αποστερήσεως της επί του επιδίκου ακινήτου ιδιοκτησίας άνευ αποζημιώσεως, ώστε να ανακύπτει ζήτημα παραβιάσεως του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά παράλειψη των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων να αξιώσουν την αποζημίωση, την οποία οι λοιποί συνιδιοκτήτες του ιδίου ακινήτου αξίωσαν και εισέπραξαν.

Συνεπώς ο ως άνω ισχυρισμός δεν ασκούσε οποιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της δίκης και η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει ειδικώς περί τούτου, δεν στοιχειοθετεί την προβαλλομένη αναιρετική αιτίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν επί πλέον οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ αριθμ. .../28-12-1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση των : 1) Λ. Μ. του Μ. και 2) Α. Φ. του Ε. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1302/2015 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ