1502/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1502/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 104 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1502 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1502/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ξ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καλαμπαλίκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. χας Ε. Κ., το γένος Χ. Τ., 2. Μ. θυγ. Ε. Κ., συζ. Θ. Γ., και 3. Γ. Ε. Κ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου μοναδικών κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ε. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Θαλασσινού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-1995 αγωγή του αρχικού διαδίκου αποβιώσαντος Ευαγγέλου Γεωργίου Καλύβη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 305/2007 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-12-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 1-3-2010 έκθεση της Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 2 και 98 του ΚΠολΔ, η δικαστική πληρεξουσιότητα, που δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, παρέχει στον πληρεξούσιο δικηγόρο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός εκείνων που εξαιρέθηκαν ρητά κατά τη χορήγηση αυτής, καθώς και εκείνων για τις οποίες απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 104 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 238 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας, προκύπτει, ότι η έγκριση, ως καταρχήν άτυπη δικαιοπραξία, μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρά, η ύπαρξη δε της έγκρισης εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, καθόσον αφορά την υπόσταση της πληρεξουσιότητας (Ολ.ΑΠ 1408/1984), ενώ, παράλληλα, η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο.
Επί σιωπηράς όμως έγκρισης πρέπει τα περιστατικά, που επικαλείται εκείνος που προβάλλει την έγκριση, να μην αφήνουν καμιά αμφιβολία, ότι η από αυτά συναγόμενη βούληση του άλλου επέχει την έγκριση της δικαιοπραξίας. Οι παραπάνω κανόνες της έγκρισης έχουν εφαρμογή και στις διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται χωρίς εντολή.
Έτσι, ενώ για τη σύμβαση της εντολής ισχύει ο κανόνας του άτυπου της κατάρτισής της, κατά τη διάταξη του άρθρου 158 ΑΚ και ως τέτοια μπορεί να καταρτιστεί είτε έγγραφα (με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο), είτε προφορικά (ρητά ή σιωπηρά), στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠολΔ περίπτωση της παροχής δικαστικής πληρεξουσιότητας, απαιτείται η τήρηση τύπου, που δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, από τη μη τήρηση όμως του οποίου δεν επηρεάζεται το κύρος της εντολής, που αποτελεί άτυπη σύμβαση, διαφορετική και αυτοτελή, έστω και αν σε αυτή στηρίζεται η πληρεξουσιότητα.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο δικαστικός πληρεξούσιος, που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών και δεύτερος των καθών η τριτανακοπή Ν. Ξ. (και ήδη αναιρεσείων), κατά τη συζήτηση στις 20-2-2004 της ένδικης από 13-10-1995 αγωγής, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μετά την οποία (συζήτηση) εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, παραστάθηκε "δια" του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κ.
Κ., ο οποίος, χωρίς να καταθέσει έγγραφες προτάσεις (σχετ. η από 2-5-2006 "υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Μ. Τ.), είχε ζητήσει την απόρριψη της από 11-9-2002 κλήσης (και αγωγής) του ενάγοντα Ε. Κ. (σχετ. το 78/20-2-2004 πρακτικό συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ήτοι την 1-6-2004, ακριβές αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον εν λόγω δικηγόρο Χαλκίδας Κ.
Κ. "ως πληρεξούσιο δικηγόρο και νόμιμο αντίκλητο του Ν. Ξ.", ο οποίος, δικηγόρος, παρέλαβε αυτή (εκκαλούμενη απόφαση) και υπέγραψε κάτω από την ένδειξη "ο παραλαβών αντίκλητος". Νόμιμος κατ' άρθρο 97 ΚΠολΔ ορισμός του τελευταίου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος, ήτοι παράσταση "μετά" και διορισμός του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με συμβολαιογραφική πράξη δεν προκύπτει, ότι έλαβε χώρα.
Πλην, όμως, από το περιεχόμενο της υπό κρίση από 8-7-2004 εφέσεως, που ασκήθηκε (κατατέθηκε) στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 9-7-2004 (αριθμ. κατάθ. ...) σε συνδυασμό με την από 15-2-2005 μήνυση του εκκαλούντος κατά του πραγματογνώμονα Ι. Μ., που άσκησε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Χαλκίδας (όπου συνομολογεί τη ιδιότητα του ως άνω δικηγόρου Κ.
Κ. ως πληρεξούσιου δικηγόρου του και προτείνει ως μάρτυρα) και την από 23-7-2004 δήλωση του τελευταίου, σαφώς προκύπτει ότι ο εκκαλών συναινούσε (άρθρο 236 ΑΚ) και ακολούθως ενέκρινε τις πράξεις του εν λόγω δικηγόρου Κ. Κ., ως αντίκλητου (και πληρεξουσίου του), αφού περαιτέρω αυτός είχε εκπροσωπήσει τον εκκαλούντα σε προηγούμενες δίκες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (σχετ.
τα από 20-2-2003, 17-10-2003 καν. 78.20-2-2004 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου). Ενόψει των προαναφερομένων και όσων διαλαμβάνονται (σχετικά) στην μείζονα σκέψη της παρούσας η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 1-6-2004, οπότε και άρχισε να τρέχει η προθεσμία των τριάντα ημερών (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία έληξε την 1-7-2004, ημέρα Πέμπτη (άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), όσα δε αντιθέτως υποστηρίζονται από τον εκκαλούντα στην προσθήκη των προτάσεών του, που κατέθεσε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, προς απόκρουση σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη έφεση ως απαράδεκτη για το λόγο ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και, ειδικότερα, ότι ο αναιρεσείων ενέκρινε σιωπηρά όσες πράξεις διενήργησε, για λογαριασμό του, ο δικηγόρος Κ. Κ., συνακόλουθα δε και της επίδοσης της πρωτόδικης οριστικής απόφασης στον πιο πάνω δικηγόρο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου.
Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν κήρυξε άκυρη την από 1-6-2004 επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης προς τον πιο πάνω δικηγόρο του αναιρεσείοντα και δεν έκρινε, ότι η έφεση του τελευταίου κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε εμπρόθεσμα, απορρίπτοντας ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την αντένστασή του περί μη ύπαρξης δικαστικής πληρεξουσιότητας του εν λόγω δικηγόρου του, που προτάθηκε σε αντίκρουση της ένστασης των αντιδίκων του περί σιωπηρής έγκρισης από μέρους του όλων των πράξεων που διενεργήθηκαν από τον πιο πάνω δικηγόρο με την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου και αντικλήτου του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η παραπάνω, εξάλλου, κρίση του Εφετείου περί σιωπηρής έγκρισης από μέρους του αναιρεσείοντα όσων πράξεων διενήργησε, για λογαριασμό του, ο δικηγόρος του Κ. Κ., αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Οι περιλαμβανόμενες, επομένως, στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 143 παρ.
παρ. 1 και 2 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε την εγκυρότητα της διαδικαστικής πράξης της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης προς το στερούμενο δικαστικής πληρεξουσιότητας δικηγόρο του αναιρεσείοντα Κ. Κ., ο οποίος, ακολούθως, δεν απέκτησε την ιδιότητα του αντικλήτου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως οι προμνημονευόμενοι, ευθέως ή εκ πλαγίου, δεν ελέγχεται αναιρετικά από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Επειδή, οι συναφείς δεύτερος και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης, δεχόμενο ότι ο ίδιος ενέκρινε και μάλιστα (προφανώς) σιωπηρά, κατά τη διάταξη του άρθρου 238 ΑΚ, τη δικαστική παράσταση του πληρεξούσιου δικηγόρου του Κ.
Κ., σιωπηρή έγκρισή του, που, ειδικότερα, προέκυψε από το περιεχόμενο της από 15-2-2005 μήνυσής του, χωρίς να αναφέρεται από ποια συγκεκριμένη περικοπή ή μέρος της τελευταίας συνάγεται η σαφής βούλησή του για έγκριση της χωρίς πληρεξουσιότητα διαδικαστικής πράξης της παράστασης του εν λόγω πληρεξούσιου δικηγόρου του στη μετά από απόδειξη συζήτηση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ευθέως παραβίασε την προμνημονευόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη (του άρθρου 238 ΑΚ) και δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες ή διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το παραπάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά, αντίθετα, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2008 αίτηση του Ν. Ξ. για αναίρεση της 305/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ