Supreme Court dismisses appeal against termination of exclusive distribution contract due to breach of purchase obligations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a limited liability company against the termination of an exclusive distribution contract. The lower court rejected the claim for damages because the appellant breached its obligation to make purchases exceeding a specific monetary threshold, which was the valid ground for termination. The court further rejected the appellant's procedural argument regarding a new claim not raised in the appeal, ruling it inadmissible as it only touched upon an already dismissed substantive ground.
Legislator headnote
AI generatedArt. 361, 3, 174, 178, 179 A.K.; The principle of freedom of contract allows parties to establish exclusive distribution agreements, but termination based on breach of purchase obligations is valid if the contract stipulates such conditions, and procedural arguments regarding new claims in appeals are inadmissible if they do not constitute independent grounds for the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1501 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1501/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Κ. Ζ. Ε. Ε. Π. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Κ. Ζ. Ε..Π..Ε.., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Δοβλέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α." και τον διακριτικό τίτλο "Δ. Α.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Βλάχμπεη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2186/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 117/2023, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 845/2019) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33/2002, ΑΠ 117/2023).
H σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του ανωτέρω άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας δηλαδή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός υποχρεώνεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018).
Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στο διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμευσης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευόμενου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση.
Επομένως, βασικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής.
Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών.
Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, διαφοροποιείται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του Π.Δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018).
Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπ' όψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας.
Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ/τος στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και την επίτευξη τεθέντων στόχων, και να συμβάλλει έτσι στην επέκταση της πελατείας του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς δηλαδή να αρκείται στην παθητική αναμονή πελατείας, επιτελώντας, σε σημαντική έκταση, καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιό του, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018).
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας ή ορισμένων από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους και, ουσιαστικά, τότε αυτοί ενεργούν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1369/2019).
Ενόψει αυτών, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π. δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης, διαρκώς και αποκλειστικώς, των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1057/2018, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013).
Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, κρίνεται κατά περίπτωση, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος (ΑΠ 533/2022, ΑΠ 532/2022, ΑΠ 1369/2019).
Με το άρθρο 9 παρ.1 του ως άνω π.δ/τος 219/1991, ορίζονται τα εξής: "α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...".
Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγονται τα ακόλουθα: Η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται, α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς, κρίσιμοι δε χρόνοι για τη σχετική σύγκριση και τη διαπίστωση ή μη της εισφοράς νέων πελατών και της σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων με τους παλαιούς πελάτες είναι η έναρξη και η λήξη της σύμβασης (ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 1441/2015).
Αντίστοιχα, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια δε, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (Ολ. ΑΠ 15,16/2013). Εξάλλου, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.ΑΠ 15, 16/2013).
Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ανωτέρω διάταξης το ουσιαστικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων γένεσης της αξίωσης για αποζημίωση πελατείας (ΑΠ 533/2022, AΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 1141/2015), ήτοι των ανωτέρω τριών προϋποθέσεων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991.
Συνεπώς, ως προς την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι αναφορικά με το δίκαιο χαρακτήρα της αποζημίωσης, ελέγχεται, αν οι περιστάσεις, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο ότι συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δικαιολογούν (καθιστούν δίκαιη) ή όχι την καταβολή αποζημίωσης πελατείας και όχι αν δικαιολογούν το ύψος αυτής, το οποίο, όπως και ο τρόπος υπολογισμού της, επαφίεται στην κρίση του δικαστηρίου (πρβλ.
ΑΠ 60/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1190/2017), δεδομένου ότι ούτε το άρθρο 17 της Οδηγίας ούτε και το άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991 επιβάλλουν συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού της αποζημιώσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 8 παρ.4 του Π.Δ. αυτού ορίζεται η προθεσμία για την καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, η οποία είναι ανάλογη με την διάρκεια της σύμβασης, με ανώτατο όριο του έξι μήνες, με την παρ. 5 ορίζεται ότι μπορεί να συμφωνηθεί μεγαλύτερη προθεσμία καταγγελίας, ενώ με την παράγραφο 8 της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων.
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 του ίδιου Π.Δ. " Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος, δεν οφείλεται: α) όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, β) όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγείλει τη σύμβαση, εκτός εάν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου ή δικαιολογείται από λόγους ηλικίας, σωματικής αδυναμίας ή ασθένειας του εμπορικού αντιπροσώπου εξ αιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν να απαιτηθεί εύλογα απ' αυτόν η εξακολούθηση της δραστηριότητάς του".
Από την διάταξη αυτή συνάγεται περαιτέρω, ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του αποκλειστικού διανομέα, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω Π.Δ. προβλεπόμενη, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, αποζημίωση πελατείας ή αποζημίωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ` ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία).
Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπέρβασης των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του ΑΚ γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1135/2019).
Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτήν όρους (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 778/2019, ΑΠ 1317/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του ίδιου Π.Δ. "ο εμπορικός αντιπρόσωπος, πριν από την λήξη της σύμβασης, δεν μπορεί να παραιτηθεί των δικαιωμάτων του, που απορρέουν από τις παραπάνω παραγράφους". Από την αναγκαστικού δικαίου διάταξη αυτή, η οποία έχει τεθεί για την προστασία του ασθενέστερου μέρους της σύμβασης, που είναι ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή αναλόγως ο αποκλειστικός διανομέας, συνάγεται ότι ο όρος στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Π.Δ.219/1991, ότι ο αποκλειστικός διανομέας δεν δικαιούται, μετά την λήξη της σύμβασης, αποζημίωση πελατείας ή αποζημίωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ, είναι άκυρος, γιατί είναι αντίθετος στην διάταξη αυτή, αφού ο όρος αυτός συνιστά παραίτηση από τα ανωτέρω δικαιώματα του διανομέα, πριν την λήξη της σύμβασης.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 Κ. Πολ. Δ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ.3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρεία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία επίπλων γραφείου και σπιτιού, κουζινών και ντουλαπών, διαθέτοντας εργοστασιακή μονάδα στη ..., καθώς και καταστήματα πώλησης στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, ενώ η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρεία, που συστήθηκε με το υπ' αριθμ. ...
δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της εμπορίας έτοιμων κουζινών, εξαρτημάτων και αξεσουάρ αυτών, καθώς και στη συναρμολόγηση, τοποθέτηση και εγκατάσταση αυτών. Με το από 25.10.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας, το οποίο υπογράφηκε από τους (τότε) νομίμους εκπροσώπους των άνω διαδίκων εταιρειών, ...
της εναγόμενης και Α. Β. της ενάγουσας, εκ των οποίων η ενάγουσα εταιρεία είναι η "ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ" και η εναγόμενη εταιρεία η "ΕΤΑΙΡΙΑ", συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "..., καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος του παρόντος, αποκλειστικός και μοναδικός διανομέας των προϊόντων της ΕΤΑΙΡΙΑΣ θα είναι ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ, στους τομείς: 1) Έτοιμες κουζίνες, 2) Ντουλάπες, 3) Έπιπλα σπιτιού.
Η παρούσα σχέση διανομής δεν συνδέεται διόλου με τα προϊόντα επίπλων γραφείου της ΕΤΑΙΡΙΑΣ για τα οποία ήδη υφίσταται συνεργασία στο ... με τρίτο πρόσωπο. Η ΕΤΑΙΡΙΑ έχει την υποχρέωση να μην ανοίξει άλλο κατάστημα στο ... του ίδιου αντικειμένου για την εμπορία των προϊόντων αυτών, χωρίς την προηγούμενη έγκριση από το ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ.
Η ΕΤΑΙΡΙΑ αναλαμβάνει την υποχρέωση, καθόσον χρόνο ισχύει η παρούσα συμφωνία, να προμηθεύει τον ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ με προϊόντα της παραγωγής και εμπορίας της και με όσα μελλοντικά θα παράγει και θα εμπορεύεται. 2. Οι τιμές πώλησης από την ΕΤΑΙΡΙΑ προς τον ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ, θα είναι τιμές χονδρικής, όπως αυτές διαμορφώνονται κατά περιόδους από την ίδια την ΕΤΑΙΡΙΑ, σύμφωνα με τον επίσημο τιμοκατάλογο πώλησης (εκτός των ειδικών κατασκευών). 3.
Η εκτέλεση των παραγγελιών προς τον ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ θα γίνεται εντός 20 εργασίμων ημερών από την οριστικοποίηση της παραγγελίας. 4. Οι παραδόσεις των εμπορευμάτων θα γίνονται από την ΕΤΑΙΡΙΑ με πρακτορεία μεταφορών κατόπιν υποδείξεως του ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ, ο οποίος και θα βαρύνεται με τις δαπάνες μεταφοράς ή από τις αποθήκες των Αθηνών, όταν αυτό είναι δυνατόν. 5.
Οι αλλαγές των τιμών πώλησης από την ΕΤΑΙΡΙΑ θα γίνονται μετά από την έγγραφη ειδοποίηση και μάλιστα ένα μήνα νωρίτερα από την εφαρμογή τους. 6. Η ΕΤΑΙΡΙΑ υποχρεούται να σχεδιάσει και να μελετήσει τον εκθεσιακό χώρο μέσα και έξω με δικές της δαπάνες. Να εγκαταστήσει τις εξωτερικές πινακίδες με δικές της δαπάνες.
Να διαθέσει προσωπικό για την εγκατάσταση των προϊόντων στην έκθεση. Να εκπαιδεύσει το τεχνικό και σχεδιαστικό τμήμα του ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ στις εγκαταστάσεις της. ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ. 1. Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ αναλαμβάνει την υποχρέωση να διατηρεί σε κατάστημά του (ιδιόκτητο ή μισθωμένο) στην ..., έκθεση προϊόντων αποκλειστικά της ΕΤΑΙΡΙΑΣ, απαγορευομένης της έκθεσης άλλων βοηθητικών ή παρομοίων με της ΕΤΑΙΡΙΑΣ προϊόντων. 2.
Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ υποχρεούται να έχει αναρτημένες στην πρόσοψη του καταστήματος επιγραφές με τον διακριτικό τίτλο "1", αλλά δεν δικαιούται να προβαίνει σε περαιτέρω προβολή ή διαφήμιση των προϊόντων της ΕΤΑΙΡΙΑΣ, χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδειά της. 3. Οι τιμές μεταπώλησης των προϊόντων από τον ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ προς τους πελάτες του θα είναι αυτές του τιμοκαταλόγου λιανικής πώλησης της ΕΤΑΙΡΙΑΣ. 4.
Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ δεν δικαιούται να εκχωρήσει όσα δικαιώματα του παρέχονται από το παρόν συμφωνητικό σε τρίτο πρόσωπο, ή να προσλάβει συνεταίρο, χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση της ΕΤΑΙΡΙΑΣ. Η ΕΤΑΙΡΙΑ διατηρεί το δικαίωμα να διακόψει μονομερώς και αζημίως την παραπάνω συνεργασία, καταγγέλλοντας εγγράφως την παρούσα σύμβαση, των αποτελεσμάτων επερχομένων μετά από έξι (6) μήνες από την κοινοποίηση στον ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ, εφ' όσον δεν τηρηθεί κάποιος από τους ανωτέρω όρους, ή εφ' όσον - κατ' εύλογη κρίση της ΕΤΑΙΡΙΑΣ - το εμπορικό αποτέλεσμα της συνεργασίας είναι κατώτερο του προσδόκιμου (ελάχιστος όγκος αγορών από την ΕΤΑΙΡΙΑ ύψους (...
ευρώ για το πρώτο έτος και (... ευρώ για τα επόμενα έτη. Το ως άνω χρονικό διάστημα των έξι (6) μηνών θεωρείται από τους συμβαλλόμενους εύλογο και ικανό για τον ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ, προκειμένου να πωλήσει όσα προϊόντα θα είναι κατά το χρόνο της καταγγελίας αδιάθετα. Σε κάθε περίπτωση η ΕΤΑΙΡΙΑ δεν υποχρεούται να δεχθεί επιστροφές αδιάθετων προϊόντων.
Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ παραιτείται κάθε αξίωσης κατά της ΕΤΑΙΡΙΑΣ σε σχέση με εκτέλεση εντολής ή με αποζημίωση πελατείας. Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ μετά τη διακοπή της συνεργασίας δεν δικαιούται να χρησιμοποιήσει το μισθωμένο κατάστημα ο ίδιος με προϊόντα ανταγωνιστικής εταιρίας επί μια 2ετία. ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ. 1. ... 2. Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ αναλαμβάνει αυτοτελώς την υποχρέωση να παρέχει κάθε δυνατή εξυπηρέτηση στους ενδιαφερομένους αγοραστές καθώς επίσης και τεχνική υποστήριξη (σέρβις) μετά την μεταπώληση των προϊόντων στους πελάτες του. 3.
Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ είναι αποκλειστικά υπεύθυνος έναντι τρίτων για όλα τα θέματα ή τις υποχρεώσεις που τυχόν ανακύψουν από την λειτουργία του καταστήματος και της επιχείρησής του, εκτός από θέματα που αφορούν κατασκευαστικά προβλήματα της ΕΤΑΙΡΙΑΣ ... Ο ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ υποχρεούται να εξοφλήσει τα εκθεσιακά εμπορεύματα στην ΕΤΑΙΡΙΑ εντός 9 μηνών, καλύπτοντάς τα από ανάλογες επιταγές.
Αρμόδια κατά τόπο για κάθε διαφορά που τυχόν θα προκύψει εκ του παρόντος ορίζονται τα Δικαστήρια των .... Από το παρόν συμφωνητικό καμία δέσμευση ή υποχρέωση της ΕΤΑΙΡΙΑΣ δεν απορρέει έμμεσα, πλην των όσων ρητά αναγράφονται ...". Στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης, η ενάγουσα μίσθωσε με το από 05.11.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης καταστημάτων, για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, ήτοι από 01.12.2007 έως 30.11.2019, τέσσερα συνεχόμενα καταστήματα, συνολικής επιφάνειας 380 τ.μ., με αντίστοιχα πατάρια συνολικής επιφάνειας 220 τ.μ., ευρισκόμενα επί της ..., στα οποία εγκατέστησε και λειτούργησε η επιχείρησή της.
Η συνεργασία των διαδίκων εταιρειών, όπως προκύπτει ευθέως, τόσο από τον χαρακτηρισμό της, όσο και από το περιεχόμενο αυτής στο άνω συμφωνητικό, αλλά και από τη συνεργασία των διαδίκων εταιρειών, όπως λειτούργησε, συνομολογείται, δε, και από τις διαδίκους εταιρείες, έφερε τον χαρακτήρα σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία αποτελεί απόρροια της καθιερωμένης με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, δηλαδή αποτελούσε ιδιόρρυθμη διαρκή ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός, ήτοι η εναγόμενη εταιρεία) υποχρεούνταν να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή (του νομού ...), στον άλλο (διανομέα, ήτοι την ενάγουσα εταιρεία) τα εμπορεύματα που είχαν συμφωνηθεί, τα οποία στη συνέχεια η ενάγουσα εταιρεία μεταπωλούσε σε τρίτους στο δικό της όνομα, για δικό της λογαριασμό και με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο, προσομοίαζε, ωστόσο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας,..
καθώς η ενάγουσα εταιρεία-διανομέας ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της προμηθεύτριας-παραγωγού εναγόμενης, συνέβαλε στην προώθηση των προϊόντων της και στην επέκταση της πελατείας, είχε υποχρέωση να προστατεύει τη φήμη και τα συμφέροντά της, να μην την ανταγωνίζεται και γενικά από τη φύση της σύμβασης προκύπτει ομοιότητα καταστάσεων και οικονομικών συμφερόντων με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, άσχετα από τον χαρακτηρισμό της αμοιβής, η οποία στην προκειμένη περίπτωση συνίσταται όχι σε προμήθεια, αλλά στο μικτό κέρδος από τη μεταπώληση των προϊόντων της εναγομένης, όπως συνομολογούν οι διάδικοι εταιρείες.
Στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ. 219/1991,... στο μέτρο και στο βαθμό, όμως, που δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη στη συγκεκριμένη σύμβαση, καθώς η καθιερωμένη με το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερία των συμβάσεων, της οποίας,..., απόρροια είναι και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, επιτρέπει στους διαδίκους να διαμορφώσουν το περιεχόμενο της μεταξύ τους σύμβασης ελεύθερα, κατόπιν διαπραγματεύσεων.
Στην περίπτωση αυτή, η βούληση των διαδίκων, όπως αυτή αποτυπώνεται στη μεταξύ τους έγγραφη συμφωνία, υπερισχύει των τυχόν αναλογικώς εφαρμοζόμενων ως άνω διατάξεων, πολλώ, δε, μάλλον, όταν οι σχετικές συμφωνίες εναρμονίζονται με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις αυτές.
Εν προκειμένω, στην ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία ήταν αορίστου χρόνου, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, υπάρχει, όπως προεκτέθηκε, σαφής όρος περί δικαιώματος της εναγομένης να διακόψει μονομερώς και αζημίως την παραπάνω συνεργασία, καταγγέλλοντας εγγράφως τη σύμβαση, των αποτελεσμάτων επερχομένων μετά από έξι (6) μήνες από την κοινοποίηση στην ενάγουσα εταιρεία, εφ' όσον δεν τηρηθεί κάποιος από τους όρους της σύμβασης, ή εφ' όσον - κατ' εύλογη κρίση της εναγομένης - το εμπορικό αποτέλεσμα της συνεργασίας είναι κατώτερο του προσδόκιμου (ελάχιστος όγκος αγορών από την ενάγουσα ύψους (...
ευρώ για το πρώτο έτος και (... ευρώ για τα επόμενα έτη, καθώς και ότι το ως άνω χρονικό διάστημα των έξι (6) μηνών θεωρείται από τους συμβαλλόμενους εύλογο και ικανό για την ενάγουσα, προκειμένου να πωλήσει όσα προϊόντα θα είναι κατά το χρόνο της καταγγελίας αδιάθετα. Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αορίστου χρόνου ένδικης σύμβασης, προκύπτει ότι με αυτή τέθηκαν αυστηρότερες προϋποθέσεις για την καταγγελία της και την τήρηση προθεσμίας από αυτές που προβλέπονται στις...
διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991, καθώς για την προβλεπόμενη καταγγελία για σπουδαίο λόγο, που αφορά τη μη τήρηση κάποιου από τους όρους της σύμβασης ή εφόσον το εμπορικό αποτέλεσμα της συνεργασίας είναι κατώτερο του προσδόκιμου ελάχιστου όγκου αγορών από την ενάγουσα, προβλέπεται τήρηση προθεσμίας έξι μηνών (στη σύμβαση αορίστου χρόνου η καταγγελία μπορεί να γίνει και χωρίς σπουδαίο λόγο, με τήρηση προθεσμίας, η οποία είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη, ενώ αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις, γεγονότα, τα οποία πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που καταγγέλλει τη σύμβαση, επιτρέπεται η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης και χωρίς την τήρηση των άνω προθεσμιών).
Ακριβώς για τον λόγο αυτό (της συμφωνίας των ως άνω αυστηρών προϋποθέσεων για την καταγγελία της σύμβασης και της τήρησης εξάμηνης προθεσμίας), στο ίδιο ως άνω συμφωνητικό προβλέφθηκε ότι η ενάγουσα παραιτείται από κάθε αξίωση κατά της εναγόμενης σε σχέση με εκτέλεση εντολής ή με αποζημίωση πελατείας, καθώς και ότι η εναγομένη, σε κάθε περίπτωση, δεν υποχρεούται να δεχθεί επιστροφές αδιάθετων προϊόντων, τα οποία η ενάγουσα θα μπορεί να διαθέσει για χρονικό διάστημα 6 μηνών μετά την καταγγελία, το οποίο κρίθηκε εύλογο από τις συμβαλλόμενες εταιρείες.
Όλοι οι ανωτέρω όροι ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και συμφωνίας μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την εναγομένη, διαμαρτυρήθηκε στην τελευταία σχετικά με τους όρους αυτούς, ούτε ζήτησε την τροποποίηση ή την κατάργησή τους, σε κάθε, δε περίπτωση, οι όροι αυτοί εντάσσονταν στο πλαίσιο της διαμόρφωσης και οργάνωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης εταιρείας και στόχευαν στην επίτευξη της οικονομικής της πολιτικής και στη θεμιτή ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της.
Εξάλλου, ούτε με την αγωγή της η ενάγουσα αμφισβήτησε ή προσέβαλε τους όρους αυτούς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση με την από 23.07.2010 εξώδικη δήλωση-καταγγελία, η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 26.07.2010, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "... Όπως γνωρίζετε, έχει συναφθεί μεταξύ μας το από 25 Οκτωβρίου 2007 συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας.
Μεταξύ των όρων του ανωτέρω συμπεριλαμβάνεται και η υποχρέωσή σας να διατηρείτε έκθεση προϊόντων της εταιρίας μας αποκλειστικά, απαγορευομένης της έκθεσης άλλων βοηθητικών ή παρομοίων προϊόντων, ως επίσης και το δικαίωμά μας να διακόψουμε μονομερώς και αζημίως την συνεργασία μας, με έγγραφη καταγγελία, των αποτελεσμάτων επερχομένων 6 μήνες μετά την κοινοποίησή της, εφόσον το εμπορικό αποτέλεσμα της συνεργασίας είναι κατώτερο του ελάχιστου προσδόκιμου, ως αναλυτικά στο ανωτέρω συμφωνητικό περιγράφεται.
Επειδή, όπως επίσης γνωρίζετε, το εμπορικό αποτέλεσμα της συνεργασίας μας είναι πολύ κατώτερο του συμβατικά καθορισθέντος ως ελάχιστου - ενδεικτικά μάλιστα έχετε ουσιαστικά διακόψει τις αγορές εμπορευμάτων από την εταιρία μας εντός του τρέχοντος έτους 2010. Ως εκ τούτου η συνέχιση της συνεργασίας μας καθίσταται εμπορικά ανώφελη και επιζήμια για μας και, στα πλαίσια των ανωτέρω όρων του από 25 Οκτωβρίου 2007 συμφωνητικού μας, με την παρούσα σας δηλώνουμε ότι καταγγέλλουμε τη σύμβαση εμπορικής μας συνεργασίας.
Περαιτέρω επιθυμούμε να επισημάνουμε ότι, επερχομένης της λήξης της συνεργασίας μας κατά τα ανωτέρω, θα πρέπει να καθαιρέσετε την πινακίδα του καταστήματος σας με την ένδειξη ...), ως και να αφαιρέσετε από το κατάστημά σας διακριτικούς τίτλους και εμπορικά σήματα εν γένει της εταιρίας μας. Επίσης, κατά την διάρκεια της συνεργασίας μας και επί δύο (2) έτη μετά το πέρας της διάρκειάς της, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε το εμπορικό σας κατάστημα για προϊόντα ανταγωνιστικών εταιριών ...".
Για την ως άνω καταγγελία η εναγομένη επικαλέστηκε τον σχετικό όρο της επίδικης σύμβασης περί δικαιώματος της ίδιας να διακόψει μονομερώς και αζημίως την παραπάνω συνεργασία, καταγγέλλοντας εγγράφως τη σύμβαση, των αποτελεσμάτων επερχομένων μετά από έξι (6) μήνες από την κοινοποίηση στην ενάγουσα εταιρεία, εφ' όσον - κατ' εύλογη κρίση της ίδιας της εναγομένης - το εμπορικό αποτέλεσμα της συνεργασίας ήταν κατώτερο του προσδόκιμου (ελάχιστος όγκος αγορών από την ενάγουσα ύψους (...
ευρώ για το πρώτο έτος και (... ευρώ για τα επόμενα έτη), ισχυριζόμενη ότι το εμπορικό αποτέλεσμα της συνεργασίας τους ήταν πολύ κατώτερο του συμβατικά καθορισθέντος ως ελάχιστου και ενδεικτικά ότι η ενάγουσα είχε ουσιαστικά διακόψει τις αγορές εμπορευμάτων από την εναγόμενη εταιρία εντός του τρέχοντος (της καταγγελίας) έτους 2010.
Από τα προσκομιζόμενα από τις διαδίκους έγγραφα προκύπτει ότι το δεύτερο έτος της συνεργασίας των διαδίκων εταιρειών (από 25.10.2008 έως 24.10.2009), η καθαρή αξία των αγορών της ενάγουσας από την εναγομένη ανερχόταν σε ... ευρώ και η συνολική αξία σε ... ευρώ, ενώ από την αρχή του τρίτου έτους μέχρι την καταγγελία (από ...), ήτοι για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών, η καθαρή αξία των αγορών ανερχόταν σε ...
ευρώ και η συνολική αξία σε ... ευρώ, δηλαδή το εμπορικό αποτέλεσμα της συνεργασίας τους ήταν πράγματι κατώτερο του συμβατικά καθορισθέντος ως ελάχιστου, ήτοι ... ευρώ ετησίως για τα ανωτέρω έτη. Η μη επίτευξη των συμβατικά καθορισθέντων στόχων συνιστά αθέτηση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσης που είχε αναλάβει η ενάγουσα απέναντι στην εναγομένη, και συνιστά σπουδαίο λόγο, που δίνει το δικαίωμα στην εναγομένη να καταγγείλει τη σύμβαση, σύμφωνα με τον σχετικό όρο της, με την τήρηση προθεσμίας 6 μηνών, όπως προβλεπόταν, την οποία και χορήγησε η εναγόμενη.
Με άλλα λόγια, η καταγγελία αυτή έγινε στα πλαίσια ενάσκησης του σχετικού συμβατικού δικαιώματος που είχε η εναγομένη, αφού η επίδικη διαρκής σύμβαση αποκλειστικής διανομής μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε εφόσον το εμπορικό αποτέλεσμα της συνεργασίας των διαδίκων εταιρειών ήταν κατώτερο του συμβατικά καθορισθέντος, με την τήρηση 6μηνης προθεσμίας.
Σημειωτέον, ότι ήδη από τον Μάιο του 2010 υπήρχε επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων εταιρειών περί λύσης της μεταξύ τους σύμβασης αποκλειστικής διανομής, όπως προκύπτει από την από 08.06.2010 επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας, στην οποία αναφέρει τα εξής: "... 08.06.2010 ...
Κατόπιν της συζήτησης που έγινε την Παρασκευή 28.05.2010 στα γραφεία της εταιρείας σας στην Αθήνα και των προτάσεών σας για την πορεία του καταστήματος μας στην ..., που εμπορεύεται τα προϊόντα κουζίνας της εταιρείας 2, ασπαζόμενοι την μία εκ των προτάσεών σας να αναλάβετε τη συνέχεια της λειτουργίας του καταστήματος με δική σας εταιρεία και την αποχώρησή μας, έχουμε να παραθέσουμε την ακόλουθη λίστα με τον εξοπλισμό που βρίσκεται σήμερα στο κατάστημα.
Για την αξία του εξοπλισμού που υπάρχουν είναι στην διάθεσή σας όλα τα επίσημα παραστατικά που την δικαιολογούν. ... .... Σήμερα υπάρχει(ουν) στο αρχείο μας προσφορές, που έχουν δοθεί το τελευταίο 8μηνο, αξίας 800.000 ευρώ, που θεωρούμε δίκαιο να μας δοθεί μία προμήθεια αφήνοντας τον φάκελο αυτό για δική σας εκμετάλλευση.
Είμαστε στην διάθεσή σας ενόψει των αποφάσεών σας ..", ενώ η ενάγουσα εταιρεία απέστειλε στην εναγόμενη στις 15.07.2010 το ακόλουθο ηλεκτρονικό μήνυμα: "... καλημέρα, συμφωνούμε με τα ποσά, των αξιών των κουζινών και του πιστωτικού και παρακαλούμε για την άμεσή έκδοσή του. Μετά την τηλεφωνική μας επικοινωνία και την γνωστοποίηση των προθέσεων του Προέδρου, για διακοπή της συνεργασίας μας, ενημέρωσα τον κ. ...
και παρακαλεί για την έγγραφη ενημέρωσή μας-απόρριψη των προτάσεών μας της από 8/6/2010 επιστολής μας και της απόφασής σας για διακοπή της συνεργασίας μας ...". Σε κανένα από τα ανωτέρω έγγραφα η ενάγουσα δεν προβάλλει αξιώσεις περί αποζημίωσης πελατείας, αποζημίωσης αδιάθετων προϊόντων κλπ, αντιθέτως, γίνεται λόγος μόνο για διαπραγματεύσεις, που αφορούν την πιθανότητα να αποχωρήσει η ενάγουσα και να αναλάβει η εναγόμενη τη συνέχεια της λειτουργίας του καταστήματος με δική της εταιρεία, ενώ παρατίθεται από την ενάγουσα και μία λίστα του εξοπλισμού του καταστήματος της με τιμές που παραθέτει η ίδια.
Επιπλέον και κυρίως, όμως, όσον αφορά την αποζημίωση για αδιάθετα προϊόντα, από το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων εταιρειών δεν προκύπτει υποχρέωση της ενάγουσας να διαθέτει απόθεμα έτοιμων προϊόντων και ανταλλακτικών, αντιθέτως, υπάρχει πρόβλεψη μόνο για εκθεσιακά εμπορεύματα, τα οποία η ενάγουσα υποχρεούται να εξοφλήσει εντός 9 μηνών.
Το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε αδιάθετα εμπορεύματα, την αξία των οποίων υπολογίζει στην αγωγή στο ποσό των …. ευρώ (κατά την ανάλυση, δε, των επιμέρους εμπορευμάτων σε … ευρώ), πλέον ποσού .. ευρώ για διάφορα εξαρτήματα και συνολικά στο ποσό των … ευρώ και στο ανωτέρω από 08.06.2010 έγγραφο σε ... ευρώ για εκθεσιακά είδη και … ευρώ για αποθέματα, οφείλεται σε δική της επιχειρηματική επιλογή και, σε κάθε περίπτωση, η ίδια φέρει τον σχετικό επιχειρηματικό κίνδυνο διάθεσης ή μη αυτών, υφιστάμενη τη ζημία αν αυτά δεν πωληθούν, δεδομένου ότι,...
ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, το οποίο την αντιδιαστέλλει από τη σύμβαση αντιπροσωπείας, είναι και η δράση του διανομέα με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ώστε ο διανομέας, ως αυτόνομος επιχειρηματίας, να φέρει τον κίνδυνο που απορρέει από τις ίδιες τις συναλλαγές και, ως εκ τούτου, να φέρει τον κίνδυνο της διάθεσης των εμπορευμάτων, υφιστάμενος τη ζημία, αν αυτά δεν πωληθούν, λαμβανομένου, επιπλέον, υπόψη, ότι η ενάγουσα είχε χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών από την καταγγελία, προκειμένου να διαθέσει τα εμπορεύματα που είχε στο κατάστημά της.
Συνοψίζοντας, εφόσον στην ένδικη σύμβαση υπήρχαν ρητοί όροι ότι, εφόσον το εμπορικό αποτέλεσμα της συνεργασίας των διαδίκων εταιρειών ήταν κατώτερο του συμβατικά καθορισθέντος η εναγομένη είχε το δικαίωμα να διακόψει μονομερώς και αζημίως τη μεταξύ τους συνεργασία, καταγγέλλοντας εγγράφως τη σύμβαση, των αποτελεσμάτων επερχομένων έξι μήνες μετά την κοινοποίηση της καταγγελίας, ενώ σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη δεν υποχρεούται να δεχθεί επιστροφές αδιάθετων προϊόντων, τέλος, δε, ότι η ενάγουσα παραιτείται κάθε αξίωσης κατά της εναγομένης σε σχέση με εκτέλεση εντολής ή με αποζημίωση πελατείας (κατ' αντιστοιχία του άρθρου 9 παρ. 3 πδ 219/1991, που προβλέπει ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για αποζημίωση πελατείας όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο), όροι, οι οποίοι είναι ισχυροί και δεσμεύουν τους συμβαλλόμενους, η ενάγουσα δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας, ενώ δεν δικαιούται ούτε αποζημίωση για αδιάθετα προϊόντα, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται αμέσως ανωτέρω στο σχετικό κεφάλαιο...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων έφεσης και αφού έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση των δευτέρου και τετάρτου λόγων της έφεσης, καθώς και του πρόσθετου λόγου αυτής, απέρριψε την αντέφεση της αναιρεσείουσας, που αφορούσε στο ύψος του ποσού της αποζημίωσης πελατείας, και αφού έκανε δεκτούς την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 25/9/2011 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεώσει αυτήν να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των ...
ευρώ για αποζημίωση πελατείας και για αποζημίωση αδιάθετων προϊόντων και απέρριψε καθ' ολοκληρίαν την αγωγή.
Από το περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό, για την απόρριψη του αιτήματος της αγωγής της αναιρεσείουσας για καταβολή του ποσού των ... ευρώ ως αποζημίωση πελατείας, διέλαβε δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και συγκεκριμένα δέχθηκε:
α) Ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας γιατί η καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που την συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, για την οποία σύμβαση εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους, έγινε από την αναιρεσίβλητη για σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα: 1) για την παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να έχει κάνει αγορές, κατά το δεύτερο και τα επόμενα έτη λειτουργίας της σύμβασης, ανώτερες ...
ευρώ, αφού αυτή για το δεύτερο αυτό έτος (από 25/10/2008 έως 24/10/2009) είχε κάνει αγορές αξίας ... ευρώ, ενώ το ίδιο προβλεπόταν να γίνει και για το τρίτο έτος της σύμβασης, αφού για το χρονικό διάστημα των εννέα σχεδόν μηνών από τις 25/10/2009 και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης στις 23/7/2010 είχε κάνει αγορές μόνο ... ευρώ και β) σε κάθε περίπτωση, διότι κατά ρητό όρο της σύμβασης, η αναιρεσείουσα είχε παραιτηθεί από κάθε αξίωση κατά της αναιρεσίβλητης σε σχέση με αποζημίωση πελατείας.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, δεχόμενο το Εφετείο ότι αυτή, δεν δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης αποζημίωση πελατείας δυνάμει του ως άνω όρου της συμβάσεως και απορρίπτοντας για τον λόγο αυτό το αίτημά της για καταβολή ποσού ...
ευρώ για την αιτία αυτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, με συνέπεια να κρίνει ότι είναι έγκυρος ο ανωτέρω όρος, ενώ αν εφάρμοζε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1, 3, 4 του Π.Δ. 219/1991, 14 παρ. 4 Ν. 3557/2007, 3 και 174 Α.Κ., που ήταν εφαρμοστέες και τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, θα έκρινε ότι ο όρος αυτός είναι άκυρος και συνεπώς μη εφαρμοστέος, ως αντικείμενος στη δημοσίας τάξης διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/91, που εφαρμόζεται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, καθόσον ο όρος αυτός συνιστά παραίτηση από το δικαίωμα λήψης αποζημίωσης πελατείας, η οποία έγινε πριν τη λήξη της σύμβασης.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον πλήττει μόνο τη δεύτερη από τις ανωτέρω ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, ενώ η αναιρεσείουσα δεν πλήττει με λόγο αναίρεσης την πρώτη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, και, επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτής, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδοκίμησή του αναιρετικού αυτού λόγου δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος της αγωγής για καταβολή αποζημίωσης πελατείας, στηρίζει η μη πληττόμενη ως άνω πρώτη επάλληλη αιτιολογία της απόφασης, δηλαδή ότι η καταγγελία έγινε από την αναιρεσίβλητη για σπουδαίο λόγο.
Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για την απόρριψη του αιτήματος της αγωγής της αναιρεσείουσας για καταβολή του ποσού των 130.794,20 ευρώ ως αποζημίωση κατά το άρθρο 9 παρ. 1 γ' Π.Δ. 219/1991 για τα προϊόντα της αναιρεσίβλητης, που απέμειναν αδιάθετα στο κατάστημά της μετά τη λύση της σύμβασης, διέλαβε τρείς ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και συγκεκριμένα δέχθηκε:
α) Ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται την ανωτέρω αποζημίωση γιατί δεν αποδείχθηκε, όπως επικαλέστηκε στην αγωγή της, ότι αυτή είχε συμβατική υποχρέωση να διαθέτει στο κατάστημά της απόθεμα έτοιμων προϊόντων και ανταλλακτικών, αντίθετα δε η επιλογή της να έχει τέτοιο απόθεμα οφείλεται σε δική της επιχειρηματική επιλογή και γι' αυτό η ίδια φέρει τον κίνδυνο μη διάθεσής τους, όπως και τη σχετική ζημία, έχοντας μάλιστα, κατά τη σύμβαση και δικαίωμα να διαθέσει αυτά εντός έξι μηνών από την καταγγελία της σύμβασης.
β) Ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποζημίωση γιατί η καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που την συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, για την οποία σύμβαση εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους, έγινε από την αναιρεσίβλητη για σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα: 1) για την παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να έχει κάνει αγορές, κατά το δεύτερο και τα επόμενα έτη λειτουργίας της σύμβασης, ανώτερες ...
ευρώ και αυτή για το δεύτερο αυτό έτος (από 25/10/2008 έως 24/10/2009) είχε κάνει αγορές αξίας ... ευρώ, ενώ το ίδιο προβλεπόταν να γίνει και για το τρίτο έτος της σύμβασης, αφού για το χρονικό διάστημα των εννέα σχεδόν μηνών από τις 25/10/2009 και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης στις 23/7/2010 είχε κάνει αγορές μόνο ... ευρώ και γ) Ότι σε κάθε περίπτωση, κατά ρητό όρο της σύμβασης, η αναιρεσίβλητη δεν είχε την υποχρέωση να δεχθεί επιστροφές αδιάθετων προϊόντων από την αναιρεσείουσα.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πραγματικό ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε με την έφεση της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό ότι υπήρχε όρος στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, που απέκλειε την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να δεχθεί επιστροφές αδιάθετων προϊόντων.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει μόνο την τρίτη από τις ανωτέρω ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό απόρριψης του αιτήματος της αγωγής για καταβολή αποζημίωσης για τα αδιάθετα προϊόντα, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, γιατί, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της κρινόμενης έφεσης της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι σε αυτήν περιλαμβάνεται λόγος έφεσης, με τον οποίο η αναιρεσίβλητη παραπονείται για την επιδίκαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην αναιρεσείουσα αποζημίωσης ποσού 65.397,10 ευρώ για τα αδιάθετα προϊόντα της, ενώ ρητά στη σελίδα 6 της έφεσης, αναφέρεται ότι στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση υπάρχει όρος ότι η αναιρεσίβλητη "δεν υποχρεούται να δεχθεί επιστροφές αδιάθετων προϊόντων" και συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό αυτό το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πραγματικό ισχυρισμό, που δεν προβλήθηκε με την έφεση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 19/4/2021 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Κ. Ζ. Ε. Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2186/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις …..
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις ……………..
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ