Legislator Case Law & Legislation
1501/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company's refusal to pay, ruling lower court misapplied contract termination law.

Case Number 1501/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the first ground of the insurance company's appeal against the Second Instance Court's decision, while dismissing the second ground. The lower court incorrectly applied the statute of limitations for contract termination, failing to verify if thirty days had passed between vehicle transfer and the accident. Consequently, the appeal was accepted in part, and the case was remitted to a different judge for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 36 of Law 3746/2009 and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The court must verify statutory conditions for automatic contract termination before upholding a lower court's finding that the insurance policy remains valid beyond the transfer date.

Keywords

AI generated
insurance contract termination statute of limitations automatic contract resolution vehicle transfer date accident occurrence remittal for retrial civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 36 of Law 3746/2009
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 184 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1501 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1501/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-12-2010 (αρ. εκθ. καταθ. 10170 και 10171/2010) αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 2-6-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2713/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 3417Δ, 3418Δ/03-11-2020 και 3434Δ, 3435Δ/04-11-2020 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Σ.

Γ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 30-07-2018 αίτησης αναίρεσης και της από 04-09-2020 βεβαίωσης του Γραμματέα του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζήτησης από την αρχική δικάσιμο της 06-12-2019 για τη δικάσιμο της 22-01-2021, κατά την οποία η συζήτησης της αίτησης αναβλήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο για τη στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσίβλητους Α.

Κ. και Γ. Κ.. Κατά συνέπεια, αφού ο αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2713/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι Α. Κ. και Γ. Κ. άσκησαν α) την από 09-12-2010 (αριθμ.

κατάθ. 10170/2010) αγωγή κατά 1) του Ο. Τ. και 2) του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και β) την από 09-12-2010 (αριθμ. κατάθ. 10171/2010) αγωγή κατά των 1) Ο. Τ. και 2) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ήδη αναιρεσείουσας, ενώ το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ άσκησε την από 02-06-2011 (αριθμ. κατάθ. 3972/2011) παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά του Ο.

Τ.. Επί των ανωτέρω αγωγών και παρεμπίπτουσας αγωγής εκδόθηκε η 200/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Τμήμα Αυτοκινητικών Διαφορών, με την οποία θεωρήθηκε ότι οι 2 κύριες αγωγές δεν ασκήθηκαν ως προς τον πρώτο εναγόμενο (Ο. Τ.), συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των λοιπών διαδίκων οι αγωγές, απορρίφθηκε η πρώτη αγωγή κατά του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή και έγινε εν μέρει δεκτή η δεύτερη αγωγή κατά της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά.

Κατόπιν ασκήσεως της από 14-04-2015 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων και της από 12-05-2015 έφεσης των αναιρεσίβλητων κατά του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων οι δύο εφέσεις, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 12-05-2015 έφεση, ενώ έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 14-04-2015 έφεση της αναιρεσείουσας.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 9/2013, ΑΠ 613/2022, ΑΠ 279/2020, ΑΠ 677/2019).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων του νόμου 489/1976 περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης κ.λπ.", μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 5 του ν. 3557/2007, όριζε: "2.Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα ή η κατοχή του αυτοκινήτου οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφάλιση εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο ημερομηνία λήξης της.

Από την ημερομηνία αυτή επέρχεται αυτοδικαίως η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια". Ακολούθως, η παρ. 2 του άρθρου 8 του π.δ/τος 237/1986 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 του Ν 3746/2009 (ΦΕΚ Α 27/16-2-2009), σύμφωνα με το οποίο "2. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα ή η κατοχή του αυτοκινήτου οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφαλιστική σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων.

Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια". Από την τελευταία διάταξη (άρθρο 36 του Ν 3746/2009) συνάγεται, ότι μετά τη θέση της σε ισχύ, ήτοι από τις 16-2-2009, σε περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας ή της κατοχής του αυτοκινήτου με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η ασφαλιστική σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, η δε λύση της ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του σχετικά με το συναφή λόγο αναίρεσης (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το υπ' αριθμ.

κυκλ. .... ζημιογόνο αυτοκίνητο ο ιδιοκτήτης αυτού A. Α. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου είχε ασφαλίσει στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." για την από την κυκλοφορία του έναντι τρίτων αστική ευθύνη για το χρονικό διάστημα από 6-8-2010 έως 6-2-1011. Όμως, ο τελευταίος δεν κατέβαλε τα νόμιμα αναλογούντα ασφάλιστρα και δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

πρόσθετης πράξης που εξέδωσε η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία και, ήδη, εκκαλούσα επ' ονόματι αυτού ακύρωσε το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη και, ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία γνωστοποίησε με επιστολή προς τον αντισυμβαλλόμενο ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου, κατά τα προαναφερόμενα, αυτοκινήτου την τοιαύτη ακύρωση, ούτε ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα μετά πάροδο 16 ημερών από την τοιαύτη γνωστοποίηση, όπως απαιτείτο σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις.

Επομένως, το ως άνω ζημιογόνο αυτοκίνητο εξακολούθησε να είναι ασφαλισμένο στην εναγομένη και δη κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (22-10-2010), οπότε αυτή υποχρεούται σε αποζημίωση και σε χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων - ζημιωθέντων τρίτων από το ένδικο ατύχημα. Το γεγονός ότι το ως άνω ζημιογόνο αυτοκίνητο μεταβίβασε ο A.

A. στον αρχικά πρώτο εναγόμενο και νυν μη διάδικο Ο. Τ. πριν την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και ενόσω ήταν σε ισχύ το ως άνω ασφαλιστήριο είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ασφάλιση εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ημερομηνία λήξης της, ήτοι εν προκειμένω μέχρι 6-2-2011, που καλύπτει και το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (22-10-2010).

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο νέος ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου και οδηγός αυτού Ο. Τ. δήλωσε κατά το ένδικο ατύχημα ότι το εν λόγω όχημα ήταν ανασφάλιστο και επομένως δεν χρειαζόταν η πανηγυρική δήλωση αυτής περί ακυρώσεως στον αντισυμβαλλόμενο τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον δεν τηρήθηκε, όπως απαιτείτο, ο επιβαλλόμενος από το νόμο τύπος δημοσιότητας αναφορικά με τις σχέσεις αυτής και των τρίτων ζημιωθέντων με γνωστοποίηση με επιστολή περί ακυρώσεως του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στον αντισυμβαλλόμενο, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να ισχύει η ασφάλιση έναντι των τρίτων ζημιωθέντων και εν προκειμένω των εναγόντων και συνακόλουθα να ευθύνεται αυτή έναντι των τελευταίων".

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων και της 200/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 09-12-2010 (αριθμ. κατάθ. 10171/2010) αγωγή των δεύτερων κατά της πρώτης. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986 μετά την αντικατάστασή της με το καταργηθέν άρθρο 5 του ν. 3557/2007, κρίνοντας ότι η ασφάλιση εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ημερομηνία λήξης της, ήτοι μέχρι τις 6-2-2011, και δεν εφάρμοσε την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 36 του Ν 3746/2009, με το οποίο αντικαταστάθηκε εκ νέου η παρ. 2 του άρθρου 8 του ανωτέρω π.δ., μη ερευνώντας, αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτής για την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης ασφάλισης, ήτοι αν είχαν παρέλθει τριάντα ημέρες από την ημέρα της μεταβίβασης του οχήματος και πριν από την επέλευση του τροχαίου ατυχήματος (22-10-2010), παρότι η αναιρεσείουσα με την έφεσή της εξέθετε, ότι η μεταβίβαση του ζημιογόνου οχήματος επήλθε την 1-9-2010 και είχαν παρέλθει πλέον των τριάντα ημερών από το χρόνο μεταβίβασης και πριν από την επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της, ο οποίος αφορά στο αυτό ως άνω αναιρούμενο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 184 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2713/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσείουσα, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ