Legislator Case Law & Legislation
1501/2021 AI generated

Supreme Court dismisses tax authority's appeal against court order allowing bank seizure of taxpayer accounts.

Case Number 1501/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Independent Public Revenue Authority's appeal against a lower court decision that partially upheld a seizure order against a bank. The court found the lower court correctly applied the law to exempt small periodic payments like pensions and salaries from seizure, while allowing seizure of larger amounts exceeding the statutory threshold. Since the lower court provided sufficient reasoning and did not err in applying the relevant provisions, the Supreme Court rejected the appeal and ordered the tax authority to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 30, 30A, 31, 32, 33, 34 of the Law on the Enforcement of Debts (KED) and Article 24 of Law 2915/2001; The court may seize deposits from any credit institution as a third party to satisfy a debt claim, but must exempt periodic payments like pensions and salaries if they do not exceed the monthly limit, allowing seizure only of the excess portion while ensuring a minimum exempt amount remains.

Keywords

AI generated
bank seizure enforcement tax authority appeal pension exemption salary protection enforcement procedure third party seizure statutory threshold

Cited Legislation

AI generated
Articles 30, 30A, 31, 32, 33 and 34 of the Law on the Enforcement of Debts (KED) (Law 356/1974)
Article 24 of Law 2915/2001
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 and § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Article 2 of the common decision of the Ministers of Economy and Justice dated 8.12.1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1501 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1501/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Λιβαδειάς που εδρεύει στην Λιβαδειά Βοιωτίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/8/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 27-08-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 25/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, το οποίο δικάζοντας την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείουσας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου αυτού (άρθρ. 36 ν. 4389/2016), κατά της υπ' αριθμ. 177/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που είχε απορρίψει κατ` ουσίαν την από 14-2-2014 ανακοπή του κατά δηλώσεως τρίτου, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α'. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 30Α, 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) και 24 του ν. 2915/2001, προκύπτει, ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού.

Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχώρησης (άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ). Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στον διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του (άρθρο 30Α ΚΕΔΕ), διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών, πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ).

Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου.

Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου (ΑΠ 825/2018). Την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου (πιστωτικού ιδρύματος) μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, από την κοινοποίηση της δήλωσης ή από την περιέλευση σ' αυτόν της δήλωσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου, εισάγεται δε και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ (άρθρο 34 ΚΕΔΕ).

Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή αυτή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 256/2011).

Ειδικότερα, η προαναφερθείσα αναγκαστική εκχώρηση του άρθρου 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ αφετηριάζεται μεν από το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, τελεί όμως υπό την αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου.

Δηλαδή, το Δημόσιο γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαίτησης που κατασχέθηκε και ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, με τη θετική δήλωση του τρίτου ότι υπάρχει η απαίτηση στα χέρια του ή επί αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την προααναφερόμενη ανακοπή του οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωσή του.

Τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια ότι ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) οφείλει τόκους, όχι από την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά μόλις περάσει η προθεσμία των δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του, από τότε δηλαδή που το τελευταίο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει την απαίτηση στο κατασχόν Δημόσιο (άρθρα 30Α του ΚΕΔΕ, 345 ΑΚ), σε κάθε περίπτωση δε από την επίδοση της ανακοπής (άρθρα 346 ΑΚ, 221 παρ 1 περ.γ ΚΠολΔ, ΑΠ 972/2019).

Β'. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 1132/2019).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 971/2019, ΑΠ 319/2017).

Η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 903/2010, ΑΠ 99/2020).

Για το ορισμένο δε του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη περίπτωση δε της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 1 KΠολΔ, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 30 §3, 34 του ΚΕΔΕ και 986, 990 ΚΠολΔ και 340, 341, 345, 346 ΑΚ, δέχθηκε ότι το αίτημά του περί καταβολής τόκων από την επιβολή της κατάσχεσης, άλλως από την επίδοση της ανακοπής, είναι μη νόμιμο, για τη θεμελίωσή του δε εκθέτει τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια των ως άνω διατάξεων, ήτοι ότι : "...

Με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ δε μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, είτε από την επιβολή της κατάσχεσης, είτε από την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, διότι ο καθ' ου η ανακοπή τρίτος από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετηρίου ως την έκδοση της απόφασης που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος".

Ήτοι προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διατύπωσε εσφαλμένα τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, περί της έννοιας των άνω διατάξεων, παραλείποντας να δεχθεί ότι επί ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, στα χέρια του οποίου κατασχέθηκε απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση, είναι δυνατή και η σώρευση αιτήματος καταβολής του ποσού της απαίτησης νομιμοτόκως.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, διότι πλήττει τη μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Ήτοι, η εσφαλμένη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, αυτή κρίση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ δε μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, από την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, δεν αρκεί από μόνη της για να ιδρύσει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού κατά τα λοιπά δεν συνέχεται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, ενόψει του ότι το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις εσφαλμένες νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, ενώ δεν υφίστανται αντίστοιχες εσφαλμένες ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Ως πράγματα, η παράνομη μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο, στο ως άνω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, νοούνται και οι περισσότερες βάσεις της αγωγής ή οι λόγοι ανακοπής κατά της εκτέλεσης, με τους οποίους οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 886/2020, ΑΠ 294/2017, ΑΠ 1556/2012, ΑΠ 1861/2011), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011).

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον υπό στοιχ. iv λόγο της ένδικης ανακοπής του, κατά το σχετικό δεύτερο σκέλος του, τον οποίο επανέφερε με τον 3ο λόγο της έφεσής του, περί ακυρότητας της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 11/7-1-2014 δήλωσης της καθ' ης-ήδη αναιρεσίβλητης ως τρίτης, στα χέρια της οποίας επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση, απορρέουσας από το γεγονός ότι δεν προέβη στη δέσμευση των υφιστάμενων κατά το χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου, υπολοίπων, στους λογαριασμούς των οφειλετών του, Δ.

Γ., Ά. Κ., Π. Κ., Δ. Σ., Η. Δ., Β. Τ., Σ. Θ., Α. Φ., Δ. Λ. και Β. Β., με την επίκληση του άρθρου 4 του Ν. 3714/2008, που απαγορεύει την κατάσχεση ποσών από μισθούς, συντάξεις κλπ έως 1.000 ευρώ μηνιαίως, παρόλο που από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε ότι τα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών κατά το χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου προέρχονταν αποκλειστικά από συντάξεις ή μισθούς ή επιδόματα, ούτε ότι οι καταβληθείσες συντάξεις και επιδόματα των άνω οφειλετών του δεν υπερβαίνουν το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της ένδικης ανακοπής, προκύπτει ότι το αναιρεσείον (ανακόπτον) ζήτησε μ' αυτήν τη μερική ακύρωση της 11/7-1-2014 δήλωσης της καθ' ης (αναιρεσίβλητης) ως τρίτης, επικαλούμενο, προς θεμελίωση του αφορώντος στην προβαλλομένη ως άνω αιτίαση σχετικού λόγου, ότι "Περαιτέρω, και στην αδόκητη περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι στην υπό κρίση περίπτωση έχει εφαρμογή η απαγορευτική διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3714/2008, η ως άνω δήλωση είναι σε κάθε περίπτωση ανακριβής και μη νόμιμη και για τον επιπλέον λόγο ότι από κανένα στοιχείο αυτής δεν προκύπτει ότι τα ποσά, που υπήρχαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ΕΤΕ ΑΕ κατά τον χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου, προέρχονταν αποκλειστικά και μόνο από τη σύνταξη ή το επίδομα ανεργίας των ως άνω οφειλετών του Δημοσίου.

Πόσο μάλλον όταν από κανένα στοιχείο της δηλώσεως δεν προκύπτει επίσης ότι οι καταβληθείσες συντάξεις των αναφερόμενων ως άνω οφειλετών του Δημοσίου, δεν υπερβαίνουν μηνιαίως το ποσό των 1.000 ευρώ, και συνεπώς δεν κατάσχονται". Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα παρακάτω, αναφορικά με τον ως άνω προβαλλόμενο λόγο αυτής (ανακοπής) : "...

Επίσης ανακριβής είναι η ανακοπτομένη δήλωση και όσον αφορά τους : α. Δ. Γ. και όσον αφορά τον κοινό ως άνω λογαριασμό, υπ'αριθμ. … στον οποίο πιστώνεται σύνταξη Δημοσίου, β. Ά. Κ. και όσον αφορά τον ως άνω ατομικό της λογαριασμό, υπ'αριθμ. … στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Α.Ε.Δ., γ. Π. Κ. και όσον αφορά τον τρίτο ως άνω ατομικό λογαριασμό, υπ'αριθμ. 350/62979782, στον οποίο πιστώνεται μισθοδοσία, δ.

Δ. Σ. και τον υπ'αριθμ. … ατομικό λογαριασμό, στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Α.Ε.Δ. ε. Η. Δ. και όσον αφορά το δεύτερο ως άνω κοινό λογαριασμό, υπ'αριθμ. …, στον οποίο πιστώνεται σύνταξη Ι.Κ.Α. στ. Β. Τ. και όσον αφορά τον πρώτο ως άνω κοινό λογαριασμό, υπ'αριθμ. … στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Α.Ε.Δ., ζ. Σ. Θ. και όσον αφορά τον πρώτο ως άνω ατομικό λογαριασμό, υπ'αριθμ.

… στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Γ.Α., η. Α. Φ. και όσον αφορά τον πρώτο ως ανω κοινό λογαριασμό, υπ'αριθμ. …, στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Α.Ε.Δ., θ. Δ. Λ. και όσον αφορά τον πρώτο ως άνω ατομικό λογαριασμό, υπ'αριθμ. …, στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Α.Ε.Δ. και τέλος ι. Β. Β. και όσον αφορά τον πρώτο λογαριασμό, υπ'αριθμ.

…, ο οποίος είναι κοινός, στον οποίο όμως πιστώνεται σύνταξη του Ο.Α.Ε.Ε. και τον δεύτερο ως άνω ατομικό λογαριασμό, υπ'αριθμ. …, στον οποίο πιστώνεται επίδομα πετρελαίου, διότι η εφεσίβλητη περιορίσθηκε στη μη δέσμευση του υπάρχοντος κατά τον χρόνο της κοινοποίησης του κατασχετηρίου πιστωτικού υπολοίπου αυτών (λογαριασμών), αφού σ'αυτούς πιστώνονταν συντάξεις ΙΚΑ, Δημοσίου, επιδόματα Ο.Α.Ε.Δ.

αντίστοιχα, που δεν υπερέβαιναν μηνιαία το ποσό των 1.000 ευρώ και δεν διέλαβε βεβαίωση ότι πρόκειται να δεσμεύσει στο μέλλον τα τυχόν ποσά που θα πιστώνονταν στους λογαριασμούς αυτούς από άλλες αιτίες, είτε στους ατομικούς είτε στους κοινούς λογαριασμούς ή από συντάξεις που θα υπερέβαιναν μηνιαία το όριο του ακατάσχετου, όπως αυτό προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 31 § 1 περ. 3 του ΚΕΔΕ, όπως τούτο ισχύει ήδη σύμφωνα με την παρ. 8 της υποπαρ.

Δ1 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια (αρθ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), της μη λήψης, δηλαδή, υπόψη πραγμάτων προταθέντων και εχόντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι, αυτή έλαβε υπόψη τα από το αναιρεσείον επικληθέντα προς θεμελίωση του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητας της ανακοπτόμενης δήλωσης τρίτου, πραγματικά περιστατικά, πλην όμως απέρριψε το λόγο αυτό αφού δέχθηκε ανελέγκτως ότι στους ως άνω λογαριασμούς πιστώνονταν συντάξεις ΙΚΑ, Δημοσίου, επιδόματα Ο.Α.Ε.Δ κλπ., που δεν υπερέβαιναν μηνιαία το ποσό των 1.000 ευρώ.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή περιέχει αντίθετες παραδοχές, σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ήτοι το Εφετείο τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο : α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).

Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου, στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του KΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 23/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το σχετικό δεύτερο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 KΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ακατασχέτου των υφιστάμενων υπολοίπων στους κατασχεθέντες λογαριασμούς των ως άνω εννέα οφειλετών του, ως προερχομένων από μισθούς, συντάξεις και επιδόματα το ύψος των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, και εντεύθεν της απόρριψης του σχετικού υπό στοιχ. iv λόγου της ανακοπής του, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ, που συντελέσθηκε με το να μη διαλάβει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ` αυτό αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : "...Επίσης ανακριβής είναι η ανακοπτομένη δήλωση και όσον αφορά τους :

α. Δ. Γ. και όσον αφορά τον κοινό ως άνω λογαριασμό, υπ'αριθμ. … στον οποίο πιστώνεται σύνταξη Δημοσίου, β. Ά. Κ. και όσον αφορά τον ως άνω ατομικό της λογαριασμό, υπ'αριθμ. … στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Α.Ε.Δ., γ. Π. Κ. και όσον αφορά τον τρίτο ως άνω ατομικό λογαριασμό, υπ'αριθμ. …, στον οποίο πιστώνεται μισθοδοσία, δ.

Δ. Σ. και τον υπ'αριθμ. … ατομικό λογαριασμό, στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Α.Ε.Δ. ε. Η. Δ. και όσον αφορά το δεύτερο ως άνω κοινό λογαριασμό, υπ'αριθμ. …, στον οποίο πιστώνεται σύνταξη Ι.Κ.Α. στ. Β. Τ. και όσον αφορά τον πρώτο ως άνω κοινό λογαριασμό, υπ'αριθμ. … στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Α.Ε.Δ., ζ. Σ. Θ. και όσον αφορά τον πρώτο ως άνω ατομικό λογαριασμό, υπ'αριθμ.

… στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Γ.Α., η. Α. Φ. και όσον αφορά τον πρώτο ως ανω κοινό λογαριασμό, υπ'αριθμ. …, στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Α.Ε.Δ., θ. Δ. Λ. και όσον αφορά τον πρώτο ως άνω ατομικό λογαριασμό, υπ'αριθμ. …, στον οποίο πιστώνεται επίδομα Ο.Α.Ε.Δ. και τέλος ι. Β. Β. και όσον αφορά τον πρώτο λογαριασμό, υπ'αριθμ.

…, ο οποίος είναι κοινός, στον οποίο όμως πιστώνεται σύνταξη του Ο.Α.Ε.Ε. και τον δεύτερο ως άνω ατομικό λογαριασμό, υπ'αριθμ. …, στον οποίο πιστώνεται επίδομα πετρελαίου, διότι η εφεσίβλητη περιορίσθηκε στη μη δέσμευση του υπάρχοντος κατά τον χρόνο της κοινοποίησης του κατασχετηρίου πιστωτικού υπολοίπου αυτών (λογαριασμών), αφού σ'αυτούς πιστώνονταν συντάξεις ΙΚΑ, Δημοσίου, επιδόματα Ο.Α.Ε.Δ.

αντίστοιχα, που δεν υπερέβαιναν μηνιαία το ποσό των 1.000 ευρώ και δεν διέλαβε βεβαίωση ότι πρόκειται να δεσμεύσει στο μέλλον τα τυχόν ποσά που θα πιστώνονταν στους λογαριασμούς αυτούς από άλλες αιτίες, είτε στους ατομικούς είτε στους κοινούς λογαριασμούς ή από συντάξεις που θα υπερέβαιναν μηνιαία το όριο του ακατάσχετου, όπως αυτό προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 31 § 1 περ. 3 του ΚΕΔΕ, όπως τούτο ισχύει ήδη σύμφωνα με την παρ. 8 της υποπαρ.

Δ1 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015".Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή του αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη δήλωση της καθ' ης : α) καθ' ο μέρος δεν προέβη στη δέσμευση των ποσών που θα κατατεθούν στο μέλλον στους κοινούς λογαριασμούς των 17 αναφερόμενων οφειλετών του και β) καθ' ο μέρος, δεν προέβη στη δέσμευση των ποσών που θα κατατεθούν στο μέλλον στους μισθοδοτικούς-συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς των 9 αναφερόμενων οφειλετών του από άλλες, πλην συντάξεων-μισθών και επιδομάτων αιτίες, ή από συντάξεις κλπ που θα υπερβαίνουν μηνιαία το όριο του ακατασχέτου του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος περί ακυρότητας της δήλωσης και καθ' ο μέρος η καθ' ης δεν προέβη στη δέσμευση και των υφιστάμενων κατά το χρόνο της κατάσχεσης υπολοίπων στους λογαριασμούς των ως άνω εννέα οφειλετών του, με τις παραδοχές ότι σ' αυτούς πιστώνονταν συντάξεις ΙΚΑ, Δημοσίου, επιδόματα Ο.Α.Ε.Δ.

αντίστοιχα, που δεν υπερέβαιναν μηνιαία το ποσό των 1.000 ευρώ και επομένως είναι ακατάσχετα, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 §2 του ΚΕΔΕ, όπως το τελευταίο εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 ν. 3714/2008, και ίσχυε κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης (27-12-2013), σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται η κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο των χιλίων (1.000) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσόν αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση επί του 1/4 αυτών, το εναπομένον όμως ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των χιλίων (1.000) ευρώ, και, συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ.

Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Το αναιρεσείον πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρ. 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/ 8.12.1992 κοινής αποφ.

των Υπουργών Οικονομικών και Δικ/νης, όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-08-2019 αίτηση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 25/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ