Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of property claim based on thirty-year prescription and adverse possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a property claim. The appellants argued that their predecessors acquired the disputed property through thirty-year prescription and adverse possession, which they exercised openly for over thirty years. The appellate court found the lower court's rejection of this specific legal basis to be arbitrary and contrary to the Civil Code, thereby overturning the dismissal of that portion of the claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 593, 2063, 2092 of the Ionian Civil Code; Articles 1045 and 974 of the Civil Code: A claim based on thirty-year prescription and adverse possession is valid if the possession was continuous, public, and without interruption for the statutory period, and a lower court's dismissal of such a claim as arbitrary constitutes grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1501 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1501/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών - καλούντων: 1) Κ. Κ. του Π., συζ. Α. Π. και 2) Χ. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πέλεκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση: 1)1 , το γένος Χ. Μ., 2) Π. συζ. Α. Π., το γένος Κ. Τ., 3) Ι. Τ. του Κ., 4) Χ. Τ. του Κ, 5) Κ. Τ. του Ι., κατοίκων ..., 6) Φ. συζ. Π. Π., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., 7) Α. συζ. Μ. Π., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., 8) Β. συζ. Σ. Γ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., και 9) Α. συζ. Σ. Λ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ... . Οι 1η, 2η, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κάκο, οι 5ος, 6η, 7η, 8η και 9η δεν παραστάθηκαν. Ο 5ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους 1η, 2η, 3ο και 4ο όπως αναφέρεται στην από 23/4/2010 κλήση, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 328/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 342/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 5/9/2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1577/2011 του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούσες με την από 31/1/2012 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 22/2/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 342/2006 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, για τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διάδικου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης κατά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης από την περίπτωση αυτή.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τα άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Επομένως η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντα αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος, ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου οπότε εξετάζει και εμπρόθεσμα και εφόσον έχει κλητευθεί προσηκόντως, προχωρεί τη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ο αρχικώς αναιρεσίβλητος Κ. Τ., απεβίωσε στις 17-6-2007 ήτοι πριν την άσκηση στις 9-9-2008 της ένδικης αίτησης αναιρέσεως και μετά την έκδοση στις 8-12-2006 της προσβαλλομένης αποφάσεως χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους τέσσερις πρώτους αναιρεσιβλήτους.
Κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες κατά την άσκηση της ένδικης από 5-9-2008 με αριθμό κατάθεσης 36/9-9-2008 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 342/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας, γνώριζαν το θάνατο του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Κ. Τ. που επήλθε στις 17-6-2007.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που απευθύνθηκε και κατά του αποβιώσαντος πέμπτου αναιρεσιβλήτου Κ. Τ. χωρίς τη γνώση του θανάτου του από τις αναιρεσείουσες, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της νομίμως χωρεί με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος πρώτη, δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι και υπό την ιδιότητά τους αυτή εμφανίστηκαν στο ακροατήριο στη θέση του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κάκο.
Επομένως, παραδεκτά προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως. Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. 4459/22-3-2012 και 4557/22-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ... και υπ' αριθμ. 5680/4-2-2009 και 5681/4-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι με εντολή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναιρέσεως με τις κάτω απ' αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 3-3-2010 κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις έκτη, έβδομη, όγδοη και ένατη των αναιρεσιβλήτων Φ.
συζ. Π. Π., Α. σύζυγο Μ. Π., Β. συζ. Σ. Γ. και Α. σύζυγο Σ. Λ.. Με την από 23-4-2010 κλήση των αναιρεσειόντων επισπεύθηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 342/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας, η οποία συζητήθηκε την 18-5-2011.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1577/2011 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης. Ήδη, νομίμως φέρεται προς συζήτηση η ένδικη αίτηση αναίρεσης με την από 31 Ιανουαρίου 2012 κλήση των αναιρεσειουσών. Από τις υπ' αριθμ. 4458/22-3-2012 και 4460/22-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ... και υπ' αριθμ. 5161Ε/21-3-2012 και 365/20-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών αντιστοίχως ... και ..., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Διονυσίου Πελέκη, ακριβές αντίγραφο της από 31-1-2012 κλήσης των αναιρεσειουσών με πράξη ορισμού δικασίμου για εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως στις 15-5-2013 και κλήση προς συζήτηση για τη τελευταία αυτή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις έκτη, έβδομη, όγδοη και ένατη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως αφού οι αναιρεσίβλητες αυτές δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά την εις την αρχή της παρούσης αποφάσεως σημειουμένη δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης σαν να ήταν παρούσες και οι αναιρεσίβλητες αυτές.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 1113, 795, 798, 799 ΑΚ και 478 έως 481 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα των διαδίκων στο διανεμητέο πράγμα. Το στοιχείο αυτό πρέπει να περιέχεται στην αγωγή, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εκτίθεται σ'αυτήν και ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγων έγινε συγκύριος του κοινού, εκτός αν ο εναγόμενος, αμφισβητώντας τη νομιμοποίηση εκείνου, αρνηθεί την επ' αυτού συγκυριότητα του, οπότε ο ενάγων οφείλει να αναφέρει, είτε με την αγωγή, καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του κάποιον προβλεπόμενο από το νόμο τρόπο με τον οποίο έγινε συγκύριος του διανεμητέου.
Αν η συγκυριότητα του ενάγοντος επί του διανεμητέου ακινήτου στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης, για το ορισμένο της αγωγής αρκεί, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η επίκληση της καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του αμέσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζομένου, συμβολαιογραφικής μεταβιβαστικής της κυριότητας πράξεως και της μεταγραφής της (άρθρο 1033 ΑΚ), ενώ αν στηρίζεται σε κληρονομική διαδοχή, πρέπει, για την πληρότητα της αγωγής του, να επικαλεσθεί με αυτήν ή με τις προτάσεις του την κυριότητα του κληρονομουμένου στο επίδικο ακίνητο, την αποδοχή της κληρονομιάς απ'αυτόν και τη μεταγραφή της περί αποδοχής αυτής δήλωσης.
Σε περίπτωση δε που ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης, αμφισβητήσει και την κυριότητα του αμέσου δικαιοπαρόχου του και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής (άρθρο 224 ΚΠολΔ ), να καθορίσει με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από τα πρόσωπα αυτά της κυριότητας επί του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, μέχρι πρωτότυπη κτήση, όπως είναι και η χρησικτησία.
Εξάλλου, στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946) και το κληρονομιαίο ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή των Ιονίων Νήσων, η κληρονομιά του διέπεται, κατ' άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, από τις διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα. Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 629, 630, 631, 632 και 633 αυτού του Κώδικα, τα οποία ορίζουν, το πρώτο ότι "Τα άρρενα τέκνα ή οι εκ τούτων κατιόντες εξ αρρενογονίας άρρενες, κληρονομούσι τον πατέρα, τον προς πατρός πάππον και πάντα άλλον πατρικόν ανιόντα κατ' ισομοιρίαν μεν και κατά κεφάλας, όταν είναι όλοι του πρώτου βαθμού ...", το δεύτερο ότι "Αν κανέν εκ των αρρένων τέκνων η απογόνων του αποθανόντος προαπεβίωσε, μη καταλιπόν άρρενα τέκνα, αλλά θήλεα, η κληρονομική αυτού μερίς ανήκει δικαιώματι αντιπροσωπεύσεως εις τας θυγατέρας του κατ' ισομοιρίαν και κατά κεφάλας, ο δε πατήρ νέμεται μόνον την επικαρπίαν εφόρου ζωής του", το τρίτο ότι "Εκτός της εις το προηγούμενον άρθρον διαλαμβανομένης περιπτώσεως, οι θυγατέρες και οι κατιόντες αυτών, ως και πάσα άλλη κατιούσα του αποθανόντος, καίτοι εξ αρρενογονίας, δεν είναι δεκτοί να κληρονομίσωσι τον πατέρα, τον προς πατρός πάππον και άλλους πατρικούς ανιόντας, όταν υπάρχωσι άρρενα τέκνα, ή άλλοι εξ αρρενογονίας άρρενες κατιόντες του αποθανόντος, αλλ' αυταί πρέπει να λάβωσι από εκείνους προίκα ανάλογον με την κατάστασίν των και την περιουσίαν του αποθανόντος, αν ούτος ώφειλε κατά νόμον να συστήση, το αυτό δε ισχύει και οσάκις ενηλικιωθείσαι, δεν θελήσωσι να υπανδρευθώσιν", το τέταρτο ότι "Εν ελλείψει αρρένων τέκνων ή άλλων εξ αρρενογονίας αρρένων κατιόντων του αποθανόντος, κληρονομούσιν οι θυγατέρες και εν ελλείψει τούτων οι κατιόντες των, ως ώρισται εις το άρθρον 629", και το πέμπτο ότι "Οι υιοί, αι θυγατέρες και οι κατιόντες εκατέρου φύλλου, κληρονομούσι την μητέρα, τον προς μητρός πάππον και τους άλλους μητρικούς ανιόντας χωρίς διάκρισιν των εξ αρρενογονίας ή θηλυγονίας ...", προκύπτει ότι σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, εφόσον ο κληρονομούμενος πατέρας αποβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη πριν από την εισαγωγή του ΑΚ και υπάρχουν κατά το χρόνο του θανάτου του άρρενα τέκνα ή άλλοι εξ αρρενογονίας άρρενες κατιόντες αυτού καλούνται μόνον αυτοί στην κληρονομιά του, ενώ δεν κληρονομούν τον αποβιώσαντα και συνεπώς δεν αποκτούν την κληρονομιά του οι θυγατέρες αυτού, οι οποίες έχουν μόνο δικαίωμα προίκας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 593, 2063 και 2092 του ίδιου ως άνω Κώδικα, οι οποίες ορίζουν η πρώτη ότι "η κυριότης αποκτάται ωσαύτως δια προσαυξήσεως, ή συσσωματώσεως και δια παραγραφής", η δεύτερη ότι "προς παραγραφή απαιτείται διακατοχή συνεχής, αδιάκοπος, ειρηνική, δημοσία, αναμφίβολος και επί λόγω κυριότητας" και η τρίτη ότι "όλαι αι αγωγαί, είτε πραγματικαί, είτε προσωπικαί παραγράφονται δια της παρελεύσεως τριάκοντα ετών", για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τριακονταετή παραγραφή απαιτείται διακατοχή συνεχής και αδιάκοπη, δηλαδή ήσυχη και απαλλαγμένη βίας, δημόσια, δηλαδή φανερή, ασκούμενη απέναντι εκείνων που είχαν συμφέρον να γνωρίζουν για να εναντιωθούν στην ενέργεια των πράξεων διακατοχής, αναμφίβολη, δηλαδή ασκούμενη όχι με πράξεις που επιδέχονται διττή ερμηνεία ως προς τον χαρακτήρα τους και για λόγο κυριότητας, δηλαδή ασκούμενη με διάνοια κυρίου (ΑΠ 406/1991 Δνη 33,122, ΑΠ 202/1978 ΝοΒ 27,45).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής περί διανομής κοινού ακινήτου, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εξέθεσαν, ότι είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριες, κατά ποσοστό 1/4 η καθεμία, του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, εμβαδού 159 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της πρώην Κοινότητας και ήδη ΔΔ Βιρού του Δήμου Αχίλλειων Κέρκυρας, το οποίο περιήλθε σ' αυτές κατά συγκυριότητα, κατά μεν το 1/8 εξ αδιαιρέτου σε καθεμιά, με γονική παροχή από την κυρία αυτού, κατά το 1/4 ιδανικό μερίδιο, μητέρα τους Ν.
Γ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1994 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Ρούσκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά δε το υπόλοιπο 1/8 εξ αδιαιρέτου σε καθεμιά, με αγορά από την κυρία αυτού, κατά το ίδιο ιδανικό μερίδιο (1/4), θεία τους Μ. Κ., θυγατέρα Σ. Μ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1995 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μακρίνας Βασιλειάδου-Παπαδοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι στις ανωτέρω αμέσους δικαιοπαρόχους τους περιήλθε κατά συγκυριότητα και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε καθεμιά το επίδικο ακίνητο με τις αναφερόμενες στην αγωγή εξ αδιαθέτου διαδοχές στις κληρονομιές των πατέρων τους Σ. Μ. και Γ. Μ., που αποβίωσαν, αντίστοιχα, κατά τα έτη 1920 και 1935. Ότι, ειδικότερα, αρχικοί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου τύγχαναν ο προπάππος των εναγουσών Σ.
Μ. και ο αδελφός αυτού και πάππος των πέντε πρώτων εναγομένων Ι. Μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ότι ο από τους συγκυρίους Σ. Μ. αποβίωσε το έτος 1920 χωρίς διαθήκη και το ιδανικό του μερίδιο επί του επιδίκου ( 1/2 εξ αδιαιρέτου) περιήλθε, κατ' ίσα μέρη, στο γιό του Γ. Μ. και τη θυγατέρα του Μ. Μ., θεία και δικαιοπάροχο των εναγουσών, οι οποίοι ως προς την κληρονομική τους μερίδα στο επίδικο (1/4 ο καθένας) αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομιά εκείνου, υπεισήλθαν, αναμείχθηκαν και συμμετείχαν σ' αυτήν.
Ότι, με την υπεισέλευσή της στην κληρονομιά του πατέρα της Σ. Μ., η άμεση δικαιοπάροχος των εναγουσών Μ. Μ. απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου. Ότι ο αδελφός της τελευταίας Γ. Μ. αποβίωσε το έτος 1935 χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη θυγατέρα του Ν. Μ., μητέρα και άμεση δικαιοπάροχο των εναγουσών, και το γιό του Α.
Μ., οι οποίοι ως προς την κληρονομική τους μερίδα στο επίδικο ακίνητο (1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας), αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομιά εκείνου, υπεισήλθαν, αναμείχθηκαν και συμμετείχαν σ' αυτήν. Ότι στις 28-10-1946 αποβίωσε χωρίς διαθήκη ο Α. Μ. και κατέλειπε μοναδική πλησιέστερη συγγενή του και εξ αδιαθέτου κληρονόμο του την αδελφή του και άμεση δικαιοπάροχο μητέρα των εναγουσών Ν.
Μ., η οποία ως προς την κληρονομική του μερίδα (1/8 εξ αδιαιρέτου) στο επίδικο αποδέχθηκε την κληρονομιά εκείνου, υπεισήλθε, αναμείχθηκε και συμμετείχε σ' αυτήν. Ότι, με την υπεισέλευσή της στις κληρονομιές του πατέρα της Γ. Μ. και του αδελφού της Α. Μ., η δικαιοπάροχος μητέρα των εναγουσών Ν. Μ. απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου.
Ότι οι ανωτέρω προκτήτορες αυτών (εναγουσών) ασκούσαν στο επίδικο ακίνητο ανελλιπώς όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής ειρηνικά, ανενόχλητα, δημόσια, χωρίς αμφισβήτηση από οποιονδήποτε, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, όπως και οι ίδιες (ενάγουσες), κατά το ανήκον σε καθεμιά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, και ειδικότερα κατοικούσαν με τις οικογένειες και τα παιδιά τους στην παλαιά πέτρινη διόροφη οικία που υπήρχε στο επίδικο και η οποία καταστράφηκε το έτος 2000, λόγω πυρκαϊάς.
Και ότι οι εναγόμενες, που τυγχάνουν συγκύριες του επιδίκου ακινήτου κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και ειδικότερα κατά ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά από τις πέντε πρώτες εναγόμενες από κληρονομιά του πατέρα τους Χ. Μ., που αποβίωσε χωρίς διαθήκη το έτος 1968, στον οποίο είχε περιέλθει το επίδικο κατά το άνω ποσοστό (1/2) από κληρονομιά του αποβιώσαντος κατά το έτος 1930 χωρίς διαθήκη πατέρα του και αρχικού συγκυρίου του επιδίκου Ι.
Μ., δεν συναινούν στην εξώδικη διανομή του κοινού ακινήτου, η δε πρώτη από αυτές Ε. συζ. Κ. Τ., που είναι συγκυρία του επιδίκου κατά το 1/10 εξ αδιαιρέτου, ήδη, με το υπ' αριθ. .../1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Παχνού-Παπαφιλίππου, μεταβίβασε στα τέκνα της (πέμπτη, έκτο και έβδομο των εναγομένων) την ψιλή κυριότητα διαιρετού τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 84,64 τμ.,με το υπάρχον σ' αυτό αυθαίρετο κτίσμα, παρακρατώντας υπέρ αυτής και του συζύγου της την επικαρπία.
Με βάση το ιστορικό αυτό οι αναιρεσείουσες ζήτησαν με την αγωγή να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους στο επίδικο ακίνητο, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου για την καθεμιά, και να διαταχθεί η διανομή τούτου, με την δια πλειστηριασμού πώληση αυτού. Έχοντας το πιο πάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που η κυριότητα των αμέσων δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών, Ν.
Μ. και Μ. Μ., στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής της μεν πρώτης στην κληρονομιά του πατέρα της Γ. Μ., που αποβίωσε το έτος 1935, της δε δεύτερης στην κληρονομιά του πατέρα της Σ. Μ., που αποβίωσε το έτος 1920, ήταν μη νόμιμη, διότι, όπως εκτίθεται στην αγωγή, οι ανωτέρω κληρονομούμενοι κατά το χρόνο του θανάτου τους είχαν άρρενα τέκνα, στα οποία και μόνο επάγεται η κληρονομιά τους και συνεπώς δεν κληρονομούν αυτούς και οι άνω θυγατέρες τους, άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το εκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, οι αναιρεσείουσες επικαλέσθηκαν με αυτήν, ως τρόπο κτήσης της συγκυριότητας του επιδίκου από τις ίδιες άμεσες δικαιοπαρόχους τους, εκτός από την κληρονομική διαδοχή, τόσο την προβλεπόμενη από τον Ιόνιο ΑΚ τριακονταετή παραγραφή, όσο και την έκτακτη χρησικτησία, αναφέροντας ότι οι προκτήτορές τους, επομένως και οι άμεσες δικαιοπάροχοι τους, από τότε που επιλήφθηκαν της συννομής του επιδίκου ακινήτου, ως κληρονόμοι των πατέρων τους (έτη 1920 και 1935, αντίστοιχα), και μέχρι τη μεταβίβαση σ' αυτές κατά τα έτη 1994-1995 των πιο πάνω ιδανικών επ' αυτού μεριδίων (1/4 στην καθεμιά), ασκούσαν στο επίδικο ακίνητο ανελλιπώς όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής ειρηνικά, ανενόχλητα, δημόσια, χωρίς αμφισβήτηση από οποιονδήποτε, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, και ειδικότερα κατοικούσαν με τις οικογένειες και τα παιδιά τους στην παλαιά πέτρινη διόροφη οικία που υπήρχε στο επίδικο, η οποία και καταστράφηκε το έτος 2000, λόγω πυρκαϊάς.
Ενόψει της αναφοράς από τις αναιρεσείουσες των διακατοχικών αυτών πράξεων των δικαιοπαρόχων τους, για χρονικό μάλιστα διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, η αγωγή κατά τη βάση της από παράγωγο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας του επιδίκου από τις αναιρεσείουσες και κατά το μέρος που η συγκυριότητα των άνω δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου στηριζόταν στην τριακονταετή παραγραφή και στην έκτακτη χρησικτησία, ήταν ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 593, 2063 και 2092 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, καθώς και στα άρθρα 1045 και 974 του ΑΚ.
Συνεπώς το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την αγωγή και κατά την πιο πάνω βάση της, παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής. Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όπως αυτός παραδεκτά κατά τα ανωτέρω συμπληρώνεται από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ και αν αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 342/2006 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, παραπεφθεί δε η υπόθεση, κατ' άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κερκύρας, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Οι ηττώμενοι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 342/2006 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κέρκυρας που θα συντεθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που έχουν εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ