Legislator Case Law & Legislation
1501/2012 AI generated

1501/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1501/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, ήταν καταφανής. Το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ο λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπερτερεί καταφανώς του συγκρινόμενου και προαχθέντος υπαλλήλου της, είναι απαράδεκτος διότι δεν συνιστά αυτοτελή αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Ο λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τη διακωλυτική ένσταση που υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει δεν προκύπτει ότι επαναφέρθηκε, παραδεκτά, με συγκεκριμένο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας.

Legislator headnote

AI generated

1501/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Bαθμολογικής και Mισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.

Keywords

AI generated
financial crisis economic hardship bankruptcy official business cycles economic and monetary policy mismanagement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1501 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, ήταν καταφανής. Το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ο λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπερτερεί καταφανώς του συγκρινόμενου και προαχθέντος υπαλλήλου της, είναι απαράδεκτος διότι δεν συνιστά αυτοτελή αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Ο λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τη διακωλυτική ένσταση που υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει δεν προκύπτει ότι επαναφέρθηκε, παραδεκτά, με συγκεκριμένο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας.

Αριθμός 1501/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουτσούκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3088/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3306/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Bαθμολογικής και Mισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.

Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δε συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 ΑΚ).

Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία όρια μέσα στα οποία μπορεί αυτός να κινηθεί κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, η προαγωγή των υπαλλήλων της στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του διοικητή και εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών, γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 17-9-1977, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (καθόσον ο οργανισμός αυτής προβλέπει όριον ηλικίας μετά την συμπλήρωση του οποίου ο υπάλληλος εξέρχεται υποχρεωτικώς από την υπηρεσία της) και εντάχθηκε στον λογιστικό κλάδο, τοποθετήθηκε δε στο Υποκατάστημα της Τράπεζας στην Κομοτηνή, σ' όλες αυτής τις υπηρεσίες.

Εξελίχθηκε υπηρεσιακώς στη συνέχεια προαχθείς στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1η-10-1992. Είναι κάτοχος πτυχίου του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών από το έτος 1972, γνωρίζει δε την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "πολύ καλά", καθώς και την Ιταλική σε επίπεδο "καλά", όπως η εναγομένη έχει καταγράψει στα δελτία Εκθέσεις Αξιολόγησής του.

Έχει παρακολουθήσει 7 επιμορφωτικά σεμινάρια απαραίτητα για την επαγγελματική του κατάρτιση με θέματα: 1) Γραπτή και προφορική επικοινωνία (1987), 2) Βελτίωση ανθρωπίνων σχέσεων (1989), 3) Αξιολόγηση του προσωπικού (Α' και Β' μέρος 1999), 4) Διαχείριση ανθρωπίνων πόρων και "Follow Up", 5) Επίλυση Συγκρούσεων, 6) Management ΙΙ Προστιθέμενη Αξία και 7) Αξιόγραφα (1998).

Ο ενάγων έχει βαθμολογηθεί από την εναγομένη με 17 εξαίρετος τα έτη 1999, 2001, 2002 και 2003 και με την εκτίμηση των κριτών του στην αξιολόγηση του έτους 2002 ότι πρόκειται για "ικανό, πρόθυμο, συνεργάσιμο υπάλληλο, είναι σεμνός με ήθος και αφοσιωμένος στην υπηρεσία. Αποδίδει αξιόλογο έργο, ανταποκρίνεται με επιτυχία σε διαφορετικά καθήκοντα, διακρίνεται για το ενδιαφέρον και την ικανότητα απόκτησης νέων Τραπεζικών γνώσεων και έχει την ικανότητα και τις γνώσεις για να ασκήσει υψηλότερα καθήκοντα".

Υπηρέτησε στον προαναφερθέν Υποκατάστημα (Κομοτηνής) μέχρις τις 16-10-1982. Ακολούθως μετατέθηκε στο κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης στην Αθήνα, στην Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου, Τμήμα Ενέγγυων Πιστώσεων Δημοσίου, Υπηρεσία Β' Εκτελέσεων και τροποποιήσεων. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην τράπεζα εκτέλεσε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β' Εκτελέσεων και Τροποποιήσεων του Τμήματος Ενέγγυων Πιστώσεων από τον Δεκέμβριο του 1988 μέχρι τον Ιούλιο του 1991, στη συνέχεια με την με αριθμ. 350 /12-7-1991 πράξη του Διοικητή της εναγομένης του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Β' Εκτελέσεων και Τροποποιήσεων του Τμήματος Ενέγγυων Πιστώσεων Δημοσίου.

Περαιτέρω βάσει της με αριθμ. 491/29-12-2000 Πράξης του Διοικητού της εναγομένης άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτού Προϊσταμένου του Τμήματος Ενεγγύων Πιστώσεων Δημοσίου, καθήκοντα που ασκεί μέχρι σήμερα. Κατά τις κρίσεις του έτους 2002 για προαγωγή Τμηματαρχών στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου για την πλήρωση κενών Οργανικών θέσεων, το Γενικό συμβούλιο της εναγομένης µετά από πρόταση του Διοικητή της µε απόφασή του που περιελήφθη στα πρακτικά συνεδρίασής του µε αριθµό 7/27-5-2002, η οποία ανακοινώθηκε µε την αριθ. 5/29-5-2002 εγκύκλιο της Διοίκησης, προήγαγε στο βαθµό του εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου από 1ης-5-2002, 75 Τμηματάρχες- συναδέλφους του, αντί αυτού, μεταξύ των οποίων τους συναδέλφους του: 1) Α.

Α., 2) Α. Χ., 3) Β. Κ., 4) Β. Β. 5) Μ. Κ., 6) Μ. - Γ. Θ.,7) Χ. Σ., 8) Γ. Δ., 9) Δ. Β., 10) Κ. Ν., 11) Κ. Σ. και 12) Ζ. Α.. Από τους προαχθέντες: 1) Ο A. A. ο οποίος προσελήφθη την 14-2-1972, ενταχθείς στον ταµιακό κλάδο και προήχθη την 1-4-1992 στον βαθµό του Τμηματάρχη, είναι απόφοιτος Γυμνασίου και γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα, χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών.

Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του υπηρέτησε στο τµήµα αξιών προς είσπραξη, Τµήµα ενέγγυων πιστώσεων δημοσίου, Τµήµα Ελέγχου εφαρμογής συναλλαγματικών νόµων, Τµήµα ελέγχου εφαρμογής συναλλαγματικών κανόνων στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις, Τομέα συναλλαγματικών ελέγχων ναυτιλιακών επιχειρήσεων, Γραμματεία υποεπιτροπής βιοτεχνικών πιστώσεων, Τμήμα ελεγκτικών εργασιών.

Άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 17-8-1992 στην Γραμματεία Υποεπιτροπής βιοτεχνικών πιστώσεων. Κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια με θέματα: Εσωτερικού ελέγχου, διερεύνησης και ανάλυσης ισολογισμών τραπεζών, μαθημάτων αγγλικών και GCE. Συμμετείχε στα εξής επιμορφωτικά σεμινάρια: 1) Εσωτερικού ελέγχου, 2) Γενικής Τραπεζικής Λογιστικής 3) Ελέγχου Μηχανογραφικών Συστημάτων, 4) Αξιολόγησης προσωπικού (στην αγγλική-σε δύο κύκλους), 5) Εξειδικευμένης Τραπεζικής Λογιστικής.

Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 12 εξαίρετος και 1 πολύ καλός και με 13 εξαίρετος, αντιστοίχως. 2) Α. X., ο οποίος προσελήφθη την 14-8-1972 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1-4-1991. Απασχολήθηκε στο τμήμα Ταμείου Τίτλων της διευθύνσεως Ταμείων, Τμήμα Διαχειρίσεως Ξένων Τραπεζογραμματίων και άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 14-8-1984 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 8-12-1991, Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος από 22-6-1995.

Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και κάτοχος διπλώματος Proficiency στην Αγγλική και GCE. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια: για τη λύση Προβλημάτων-Συγκρούσεις και ξενόγλωσσο σεμινάριο για την διαχείριση του ανθρωπίνου δυναμικού (human Resources Management). Συμμετείχε ως εισηγητής σε επιμορφωτικά σεμινάρια υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας της Ελλάδος, Εμπορικών Τραπεζών και οργανισμών, για την γνησιότητα πλαστότητα και παραποίηση ξένων τραπεζογραμματίων, σε σεμινάρια εκπαιδεύσεως εκπαιδευτών για το ευρώ, μέλος της ομάδος εργασίας "Ρ.Τ.Ε." για το ευρώ της Επιτροπής Τραπεζών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μέλος της ομάδος εργασίας της Interpol για την καταπολέμηση της πλαστότητας Τραπεζογραμματίων.

Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 15 εξαίρετος και 2 πολύ καλός και με 15 εξαίρετος, αντιστοίχως. 3. Β. Κ., ο οποίος προσελήφθη την 12.8. 1972 και ενετάχθη στον ταμιακό κλάδο, προαχθείς στον βαθμό του τμηματάρχη την 3.4.1991. Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα Πειραιώς, στην υπηρεσία ελέγχου διαχειρίσεως στο τμήμα Ταμειακών εργασιών και άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 9.2.1985 στο Υποκ/μα Πειραιώς, από 3.4.1995 στην υπηρεσία ελέγχου διαχειρίσεως και αναπληρωτή Προϊσταμένου τμήματος στο τμήμα ταμιακών εργασιών από 7.10.1996.

Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και κάτοχος του τίτλου Lower στα αγγλικά. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεως του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια: γνησιότητας ξένων τραπεζογραμματίων, το σεμινάριο "τεχνικές συλλογής και ανάλυσης στατιστικών στοιχείων" και σεμινάριο επεξεργασίας κειμένου και αυτοματισμού γραφείου.

Μελέτη-πρότασή του για την μηχανογράφηση των κλειδαρίθμων (εντολών και τηλεγραφημάτων) έτυχε υλοποιήσεως από την εναγομένη, ενώ έχει εκπονήσει μελέτη για την μικροφωτογράφηση των αρχείων. Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 12 εξαίρετος και 5 πολύ καλός και με 14 εξαίρετος και 3 πολύ καλός, αντιστοίχως. 4.

Β. Β., ο οποίος προσελήφθη την 8.7.1974 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.10.1995. Απασχολήθηκε στο τμήμα οργανώσεως και προγραμματισμού και στο Τμήμα καταθέσεων του Τομέα οργανώσεως και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου από 2.10.2000 στο τμήμα επιχειρησιακού σχεδιασμού και υποστήριξης διαδικασιών. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και γνωρίζει καλώς την Αγγλική γλώσσα, χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών.

Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια με θέματα: 1 αρχές πληροφορικής, 2 windows 3.1, 3 word 6.0, 4 Excel 5.0, 5 General and banking English, 6 Αγγλικών σε επίπεδο intermediate Β, 7 Ελέγχου Συστημάτων Πληροφορικής (EDP, Audit).- Έχει συντάξει σχέδιο κανονισμού προμηθειών για το τμήμα καταθέσεων, σχέδιο αλλαγής της διαδικασίας απόδοσης επιστροφής διαφοράς τόκων και σχετικών εντύπων, πρόταση τροποποίησης της διαδικασίας πληρωμής επιταγών τραπεζών, σχέδιο αλλαγής των διαδικασιών για παρακολούθηση και απόδοση δεσμευμένων καταθέσεων, ενώ συμμετείχε στην σύνταξη μελετών για λογιστικό σχέδιο, σχέδιο διοικητικής λογιστικής και κοστολόγησης εργασιών.

Υπήρξε εισηγητής σεμιναρίου επιμορφώσεως προσωπικού υποκαταστημάτων και πρακτορείων σεμιναρίων εκπαιδεύσεως προσωπικού διαφόρων υπηρεσιακών μονάδων στην εφαρμογή νέων μηχανογραφικών συστημάτων και μεθόδων. Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 13 εξαίρετος και 18 εξαίρετος, αντιστοίχως. 5. Μ. Κ. ο οποίος προσελήφθη την 19.6.1973 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1.10.1992.

Απασχολήθηκε στο τμήμα διαχείρισης ξένων τραπεζογραμματίων και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος από 12-2-1995 και είναι Προϊστάμενος Τμήματος από 10-1-2002. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "πολύ καλά", Γαλλικά και Ιταλικά, χωρίς να είναι κάτοχος σχετικών τίτλων σπουδών.

Κατά την διάρκεια της απασχολήσεως του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια με θέματα: 1 βασικές χρηματοδοτικές έννοιες, 2 Windows 3. 1, word 6.0, 4 εφαρμοσμένης διοίκησης GRID, καθώς και σεμινάρια επικοινωνιακής τακτικής και ημερίδες επί χρηματοοικονομικών και πιστωτικών θεμάτων υπήρξε εισηγητής επί ταμειακών θεμάτων σε προαγωγικά σεμινάρια υπαλλήλων της εναγομένης, εισηγητής σε προγράμματα εκπαιδεύσεως πάνω στον έλεγχο γνησιότητας των τραπεζογραμματίων, για υπαλλήλους της εναγομένης, Εμπορικών Τραπεζών, οργανισμών και της Αστυνομίας.

Επίσης, συνέταξε εγχειρίδιο σχετικώς με το ζήτημα μελέτης για την ανάπτυξη των εργασιών συναλλάγματος, συνέταξε προτάσεις για θέματα μεταβάσεως στο ευρώ προς την Τράπεζα της Ελλάδος και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συνέταξε σχέδιο εκπαιδεύσεως ταμιών για τις ανάγκες της ΕΚΥ και συμμετείχε στην ολοκλήρωση του οδηγού εκπαίδευσης για το ευρώ και στην σύνταξη Εθνικού Σχεδίου Μετάβασης στο Ευρώ και υπήρξε μέλος ομάδων εργασίας της Επιτροπής Τραπεζογραμματίων (Banknote Committee) της ΕΚΤ (ΡΤ2, ΝΑΤ).

Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 17 εξαίρετος και 1 πολύ καλός και 18 εξαίρετος, αντιστοίχως. 6. Μ. Γ. Θ. ο οποίος προσελήφθη την 3.3.1972 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1.4.1996. Απασχολήθηκε στο τµήµα οικονομικών Υπηρεσιών και άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου υπηρεσίας από 16.5.1991, Προϊσταμένου υπηρεσίας από 16.11.1999.

Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "καλά", χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεµινάρια µε θέµατα λογιστικής στην Τράπεζα της Ελλάδος και στην Ένωση Ελληνικών Τραπεζών. Έχει εκπονήσει µελέτη-πρόταση για την ενοποίηση των λογαριασµών της μισθοδοσίας του προσωπικού της εναγομένης την 26.6.1990, καθώς και πρόταση σχετικώς µε τις εισφορές των ασφαλιστικών ταµείων της την 22.2.1991.

Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε µε 17 εξαίρετος, αντιστοίχως. 7. Χ. Σ., ο οποίος προσελήφθη την 12.8.1972 και προήχθη στον βαθµό του Τμηματάρχη την 1.7.1992. Απασχολήθηκε στο τµήµα σχέσεων µε τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, στο τµήµα παρακολούθησης εφαρμογών πιστωτικής πολιτικής και καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου υπηρεσίας από 18.11.1988 στο τµήµα σχέσεων µε τις εξαγωγικές επιχειρήσεις και Προϊσταμένου υπηρεσίας στο ίδιο τµήµα από 23.6.1993.

Από 7.9.1995 απεσπάσθη στο ΣΥΤΕ και για τούτο δεν αξιολογήθηκε κατά τα έτη 1999 και 2000.Σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ. δ' της από 4-8-1982 ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών (η οποία έχει ισχύ νόμου - άρθρο 29 Ν. 1346/1983) "ο χρόνος της απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία". Έχει πτυχίο λογιστού του Υπουργείου Παιδείας (1968) και γνωρίζει αγγλικά και ιταλικά, χωρίς να είναι κάτοχος σχετικών τίτλων σπουδών.

Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεµινάρια µε θέµατα: 1. βασικής εκπαίδευσης 2. τραπεζικής πίστης 3. αγοράς συναλλάγματος 4. ξένης γλώσσας (γαλλικών για το certificate fonctionnare) 5. εφηρµοσµένης διοίκησης GRID. 8. Γ. Δ. ο οποίος προσελήφθη την 19.7.1976 και προήχθη στον βαθµό του Τμηματάρχη την 14.4.1990.

Απασχολήθηκε στο Υποκατάστηµα Ιωαννίνων της εναγομένης, στην Υπηρεσία Γενικών - εργασιών, στην Υπηρεσία εποπτείας και στην Υπηρεσία Στατιστικής Ισοζυγίου Πληρωµών και άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου υπηρεσίας από 21.7.1998 και Προϊσταμένου υπηρεσίας από 26.6.2000, του ανετέθησαν δε καθήκοντα ελέγχου των τραπεζών της περιφερείας Ηπείρου.

Είναι πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας (1968), πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ - Τµήµα Διοίκησης Επιχειρήσεων (1973), πτυχιούχος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης - Τµήµα Οικονοµικό (1985) και γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο "πολύ καλά", χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών. Κατά τη διάρκεια της απασχολήσεως του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής ενδοτραπεζικά σεμινάρια με θέματα: 1.

βασικής εκπαίδευσης 2. έλεγχος Πίστεως 3. Ελεγκτικής Τραπεζών και Επιχειρήσεων 4. Τεχνικών Συλλογής και Ανάλυσης Στατιστικών στοιχείων 5. Αγγλική 6. Εποπτείας Συνεταιριστικών Τραπεζών 7. Τραπεζικά -Χρηματοοικονομικά 8. Εκστρατεία Ενημέρωσης Ευρώ 2002. Υπήρξε βασικός εισηγητής σε σεμινάρια καταρτίσεως και σε επιμορφωτικά σεμινάρια του ΕΛΚΕΠΑ για θέματα Τραπεζών, Χρηματοπιστωτικά και σε σεμινάρια στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 6 εξαίρετος και 11 πολύ καλά και 9 εξαίρετος 8 πολύ καλά, αντιστοίχως. 9. Δ. Β. ο οποίος προσελήφθη την 14.9.1980 και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1.7.1996. Απασχολήθηκε στο τμήμα ενεγγύων πιστώσεων και αξιών και στον τομέα μελέτης και σχεδιασμού, της διεύθυνσης γενικής επιθεώρησης Τραπεζών.

Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ (Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων) από το 1976 και γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο, "πολύ καλά" και γαλλικά σε επίπεδο καλά, χωρίς να είναι κάτοχος σχετικών τίτλων σπουδών. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεως του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια με θέματα: έλεγχος συστημάτων πληροφορικής, βασικό σεμινάριο για πτυχιούχους ΑΕΙ - 1980, νέοι χρηματοδοτικοί θεσμοί- 1988 κλπ., ενώ έχει συμβάλλει στην σύνταξη του σχεδίου απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σχετικώς με την "Κεφαλαιακή Επάρκεια των Πιστωτικών Ιδρυμάτων", στην σύνταξη του σχεδίου για τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τον τρόπο αποτίμησης σε τρέχουσες τιμές των παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων (derivatives).

Για τα έτη 1999 και 2000 αξιολογήθηκε με 13 εξαίρετος, αντιστοίχως. 10.Κ. Ν. ο οποίος πρoσελήφθη την 11.8.1980, προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1.7.1996. Απασχολήθηκε στο Τμήμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στον τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών του τμήματος ελέγχου του ισοζυγίου πληρωμών και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου υπηρεσίας στον τομέα εξωτερικών οικονομικών συναλλαγών, αναπληρωτή Προϊσταμένου και Προϊσταμένου υπηρεσίας στον τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών και αναπληρωτή Προϊσταμένου τμήματος από 1.8.2001.

Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης και Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ από το 1977 και γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο "καλά", χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεµινάρια µε θέµατα: 1 αγορών χρήµατος κεφαλαίου 2 general banking English (1993) 3 windows 4 Αγγλικής σε επίπεδο intennediate, ενώ είναι τακτικό µέλος της οµάδος εργασίας της στατιστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το ισοζύγιο πληρωµών.

Για τα έτη 1999 και 2000 αξιολογήθηκε µε 17 εξαίρετος, αντιστοίχως. 11. Κ. Κ., ο οποίος προσελήφθη την 12.8.1980, προήχθη στον βαθµό του Τμηματάρχη την 1.7.1996. Απασχολήθηκε στο τµήµα ελέγχου βιομηχανικών και λοιπών επιχειρήσεων, στον τοµέα εποπτείας πιστωτικών ιδρυµάτων, στον τοµέα εποπτεία υποκαταστημάτων Ξένων Τραπεζών και ανεξαρτήτων Χρηματοπιστωτικών ιδρυµάτων, στην Διεύθυνση ΓΕΤ στον τοµέα εποπτείας λοιπών εµπορικών τραπεζών.

Είναι πτυχιούχος του Τµήµατος Διοίκησης και Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ από το 1977 και γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο "πολύ καλά" χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σποδών. Κατά την διάρκεια της απασχόλησής του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεµινάρια µε θέµατα: βασικής εκπαίδευσης ΚΕ ΠΤΕ ελεγκτικής οικονοµικού Επιμελητηρίου μηνιαίας 1985, Τραπεζικών Κινδύνων ΓΕΤ, νέων προϊόντων (factoring Under-Writing), κεφαλαιακή επάρκεια Π.Ι 6/1997 κλπ.

Για τα έτη 1999, και 2000 αξιολογήθηκε με 13 εξαίρετος, αντιστοίχως. Και 12. Τ. Α., ο οποίος προσελήφθη την 21-8-1980, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1η -10-1996. Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα Βόλου στο Τμήμα Πιστώσεων και αναπροεξοφλήσεως Χαρτοφυλακίου Τραπεζών, στην Υπηρεσία Αξιών - Ενεγγύων Πιστώσεων, στην Υπηρεσία Γενικών Εργασιών και Συναλλάγματος, ήταν γραμματέας της υποεπιτροπής βιοτεχνικών πιστώσεων από 1η-1-1986 μέχρι 31-12-1988, άσκησε καθήκοντα πράκτορα σε διάφορα πρακτορεία της τράπεζας και άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 15-3-1995.

Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς - τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων από το 1978 και γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο "μέτρια", χωρίς να είναι κάτοχος σχετικού τίτλου σπουδών και γαλλικά πολύ καλά, είναι κάτοχος του πτυχίου Superier ΙΙΙ. Κατά την διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εναγομένη έχει παρακολουθήσει τα εξής σεμινάρια με θέματα : 1)πρόγραμμα για τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων (1985), 2) ανθρώπινες σχέσεις και ομαδική εργασία (1987), 3) Εποπτεία Τραπεζών και Τραπεζικοί κίνδυνοι (1990), 4) Ισοζύγιο πληρωμών (1994), 5) Επικοινωνία - Διαπροσωπική Επικοινωνία (Μάρτιος 1999), 6) Managment + 2000-2001 (Μάρτιος 1999), 7) διοίκηση προσωπικού - αξιολόγηση, 8) "Τραπεζικά - χρηματοοικονομικά" (σεμινάριο επιμόρφωσης στελεχών Μάιος 2000) 9) Σεμινάριο ενημέρωσης Ευρώ -σύγχρονες τεχνικές επικοινωνίας (Νοέμβριος 2000).

Για το έτος 1999 αξιολογήθηκε με 16 εξαίρετος και 1 πολύ καλά, το έτος 2000 με 9 εξαίρετος και 7 πολύ καλά. Από τις βάσει των προδιαλαμβανομένων εκατέρωθεν αυξομειώσεις και διαφοροποιήσεις των επί μέρους δεικτών, οι οποίοι αποτυπώνουν την εικόνα και την εν γένει υπαλληλική παράσταση όλων των παραπάνω υπαλλήλων, καθώς και την εν γένει σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος με τα αντίστοιχα προσόντα των παραπάνω συναδέλφων του και την συνολική εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους, το παρόν Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι υπάρχει καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι του 1ου (Α.

Α.), 3ου (Β. Κ.) και 4ου (Β. Β.) παραπάνω προαχθέντων συναδέλφων του. Συγκεκριμένα ο ενάγων υπερτερεί των εν λόγω προαχθέντων αντί αυτού, ως προς τους τίτλους σπουδών (είναι κάτοχος πτυχίου ΑΣΟΕΕ, ενώ οι προαναφερθέντες 1ος, 3ος και 4ος απόφοιτοι Γυμνασίου) που είναι σημαντικό ουσιαστικό προσόν για την επίδικη προαγωγή, καθόσον το πτυχίο εκφράζει όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου του απ' εκείνο των προαχθέντων, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων του παραλειφθέντος ενάγοντος που δικαιολογεί την μέχρι τώρα απρόσκοπτη προαγωγική εξέλιξή του και την κατοχή υπεύθυνων υψηλών θέσεων και την απορρέουσα ως εκ τούτου ικανότητα του σε επιτελικό βαθμό.

Περαιτέρω ο ενάγων υπερτερεί όλων των παραπάνω προαχθέντων ως προς τον αριθμό ξένων γλωσσών που γνωρίζει (εκτός της Αγγλικής, κατέχει και την Ιταλική, ενώ οι συγκρινόμενοι μόνον την Αγγλική γλώσσα), που αποτελεί ουσιαστικό προσόν και στοιχείο υπεροχής του διαθέτοντος τη γνώση ξένης γλώσσας κατά τις προαγωγικές κρίσεις.

Επί πλέον υπερτερεί στην βαθμολογία ως προς όλους (αξιολογείται πάντοτε με 17 εξαίρετος, έναντι του 1ου με 15 εξαίρετος και 2 πολύ καλά το 1999, με 15 εξαίρετος και 2 πολύ καλά το 1999 και 14 εξαίρετος και 3 πολύ καλά το 2000, του 3ου με 12 εξαίρετος και 5 πολύ καλά το έτος 1999 και 14 εξαίρετος και 3 πολύ καλά το 2000, του 4ου με 13 εξαίρετος το 1999 και χωρίς βαθμολόγηση για τις διοικητικές ικανότητες του και 17 εξαίρετος το 2000).

Υπερτερεί επίσης όλων των συγκρινόμενων ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (7 αυτός ενώ οι προαχθέντες κατέχουν 5,1 και 0, αντίστοιχα), που αποτελεί ουσιαστικό προσόν, απαραίτητο για την επαγγελματική κατάρτιση επιμόρφωση του υπαλλήλου σε θέματα σχετικά με το αντικείμενο δραστηριότητας του εργοδότη.

Επίσης υπερτερεί των προαχθέντων, ως προς το χρόνο της κατεχόμενης ειδικής αρχαιότητας, ως προς τον 4ο συγκρινόμενο (1-10-1992 αυτός, ενώ ο προαχθείς 1-10-1995 και 1-4-1996) κατά τρία έτη, ενώ υπολείπεται ως προς τους 1ο και 3ο (1-4-1992 και 1-4-1991) κατά 5 μήνες και ένα χρόνο περίπου, αντίστοιχα. Υστερεί (προδήλως, εκ παραδρομής, στην απόφαση αναφέρεται ότι υπερτερεί) ο ενάγων όλων ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (17-1-1977 αυτός ενώ οι προαχθέντες 14-2-1972, 12-8-1972 και 8- 7-1974) δηλαδή κατά πέντε, πέντε και τρία έτη, αντίστοιχα, που είναι οπωσδήποτε ουσιαστικό κριτήριο για την προαγωγή, καθόσον η αρχαιότητα συνεπάγεται μεν ανάλογη εμπειρία, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση έχει περιορισμένη σημασία, όταν πρόκειται για προαγωγή κατ' απόλυτον εκλογή και μάλιστα σε καταληκτικό βαθμό (30ς) της ιεραρχίας της εναγομένης, η οποία απαιτεί εξ ορισμού επιλογή με ποιοτικές αξιολογήσεις των ουσιαστικών παραπάνω προσόντων των υποψηφίων και χωρίς δέσμευση από την σειρά αρχαιότητας.

Το πλέον νευραλγικής σημασίας στοιχείο με ιδιάζουσα βαρύτητα είναι η άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, όπως αυτά παραπάνω αναλύονται και αλληλοσυγκρίνονται. Σε αυτόν δε τον τομέα, ο ενάγων υπερέχει και μάλιστα καταδήλως έναντι των προαναφερθέντων και προαχθέντων συναδέλφων του κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002, αφού αυτός υπηρέτησε σε σημαντικές και νευραλγικές θέσεις ευθύνης και μάλιστα στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης (στην Αθήνα) ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Υπηρεσίας, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας και Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος ενωρίτερον (χρονικά) των συγκρινόμενων, γεγονός που καταδεικνύει, με τη συνδρομή των λοιπών παραπάνω αναφερομένων ουσιαστικών προσόντων του και κυρίως της κατοχής ανωτάτου τίτλου σπουδών, την, παρά την έλλειψη της γενικής υπηρεσιακής αρχαιότητας, εργατικότητα και αποτελεσματικότητα του.

Ειδικότερα στον ενάγοντα ανατέθηκαν θέσεις ευθύνης ήδη από το Δεκέμβριο του έτους 1988, ενώ ο 1ος προαχθείς ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 17-8-1992, του 4ου συγκρινόμενου που άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου από 2-10-2000. Ο ενάγων υστερεί (προδήλως, εκ παραδρομής, στην απόφαση αναφέρεται ότι υπερτερεί ) ως προς την άσκηση τέτοιων καθηκόντων, χρονικά έναντι του 3ου προαχθέντος, που το πρώτον αυτός άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 9-2-1985 στο Υποκατάστημα της εναγομένης στον Πειραιά.

Βάσει των προαναφερθέντων το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης-εκκαλούσης, παραλείποντας τον ενάγοντα-εφεσίβλητο και προάγοντας τους παραπάνω τρεις συναδέλφους του στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1ης-5-2002, εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη, την πλήρωση της συμβατικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, αφού τον αδίκησε κατάφωρα παραλείποντας τον και παραβιάζοντας τις αρχές της καλής πίστης, με αποτέλεσμα να θεωρείται η αίρεση αυτή ως εκπληρωθείσα έκτοτε.

Κατά συνέπεια, συνεχίζει το Εφετείο, ορθά η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε, αναγνωρίζοντας ότι ο ενάγων ήταν προακτέος στον βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-5-2002, λόγω κατάδηλης υπεροχής του, ως προς τα απαιτούμενα για την προαγωγή προσόντα έναντι των τριών προαχθέντων παραπάνω συναδέλφων του, κάνοντας έτσι δεκτή την αγωγή κατά την κυρία βάση της ως και ουσιαστικά βάσιμη.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο απέρριψε, κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας και αναγνώρισε ότι ο ενάγων έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 1-5-2002, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ 1 ΑΚ, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, ήταν καταφανής.

Ακόμη διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που θεμελιώνει και τον τέταρτο λόγο της έφεσης της, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπερτερεί καταφανώς του συγκρινόμενου και προαχθέντος υπαλλήλου της Θ.

Μ.-Γ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος διότι δεν συνιστά αυτοτελή αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ.Α.Π. 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 1/1987).

Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Ειδικότερα, αν ο εναγόμενος που ηττάται στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ασκεί έφεση, νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, μόνον με κύριο ή πρόσθετο λόγο εφέσεως μπορεί να γίνει και όχι με τις προτάσεις.

Κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος από την ηττηθείσα πρωτοδίκως εναγομένη-εκκαλούσα-αναιρεσείουσα δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.1,8 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τη διακωλυτική ένσταση την οποία υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία επανέφερε ενώπιον του, συνισταμένη στο ότι κατά τις ένδικες κρίσεις, και αν ακόμη δεν είχαν προαχθεί οι ανωτέρω προτεινόμενοι προς σύγκριση από τον αναιρεσίβλητο, δεν θα είχε προαχθεί αυτός, διότι θα προαγόταν τρεις άλλοι μη προαχθέντες υπάλληλοι της, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αυτό δεν προκύπτει ότι επαναφέρθηκε, παραδεκτά, στο εφετείο με συγκεκριμένο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ.176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 15-11-2009, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 3306/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ