Legislator Case Law & Legislation
1501/2011 AI generated

1501/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1501/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 270/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-11-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 23-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1501/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): συζ. Δ. Κ., Μ. θυγ. Κ. Κ., Μ. Κ., Φ. Κ. και Έ. συζ. Ν. Α., ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, οι οποίοι με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στους αναιρεσίβλητους το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν, ότι συνεχίζουν για εκείνην τη διακοπείσα δίκη.

Keywords

AI generated
allocation of family home division of property family member joint adoption rights of heirs siblings
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1501 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1501/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. χας Κ. Κ., το γένος Σ. Π., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Τ. συζ. Δ. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 3. Μ. θυγ. Κ. Κ., κατοίκου ..., 4. Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπρέγιαννο, 5. Φ. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 6. Έ. συζ. Ν. Α., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι 2, 3, 5 και 6 εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μπρέγιαννο, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα (Γ. Κ.) απεβίωσε στις 14-4-2010 και κληρονομήθηκε από τους ήδη 2η, 3η, 4ο 5ο και 6η αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και επίσης δήλωσε ότι εκ παραδρομής γράφτηκε το όνομα της 6ης αναιρεσείουσας "Ε." αντί του ορθού "Έ.".

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. συζ. Θ. Φ., το γένος Β. Π., κατοίκου ... και 2. Σ. Π. του Β., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αλημίση, ο οποίος δήλωσε, ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος (Σ. Π.) απεβίωσε στις 20-12-2008 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Β. Π. του Σ. και Π. Π. του Σ., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο (Αλιμίση Παναγιώτη) δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 270/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-11-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 23-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η πρώτη των αναιρεσειόντων Γ. χήρα Κ. Κ. αποβίωσε στις 14-4-2010, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (28-11-2008), και κληρονομήθηκε από τους ήδη δεύτερη, τρίτη, τέταρτο, πέμπτο και έκτη των αναιρεσειόντων Τ.

συζ. Δ. Κ., Μ. θυγ. Κ. Κ., Μ. Κ., Φ. Κ. και Έ. συζ. Ν. Α., ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, οι οποίοι με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στους αναιρεσίβλητους το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν, ότι συνεχίζουν για εκείνην τη διακοπείσα δίκη.

Επίσης, προκύπτει, ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Σ. Π. αποβίωσε στις 20-12-2008, δηλαδή επίσης μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Β. Π. και Π. Π., η οποία με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στους αναιρεσείοντες το γεγονός του θανάτου του ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν, ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη.

Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε στο πρόσωπο των παραπάνω καθολικών διαδόχων των διαδοχικά θανόντων διαδίκων η προκείμενη δίκη. Επειδή, κατά το άρθρο 1710 ΑΚ, κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι). Η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται, όταν δεν υπάρχει διαθήκη, ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1713 ΑΚ, ο κληρονομούμενος μπορεί με διαθήκη, χωρίς να εγκαταστήσει σ' αυτήν κληρονόμο, να αποκλείσει από την εξ αδιαθέτου διαδοχή ορισμένο συγγενή ή τον σύζυγο, με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη νόμιμη μοίρα. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται στην περίπτωση του αποκλεισμού του εξ αδιαθέτου κληρονόμου που επιφέρει έκπτωση από την επαγωγή ή το κληρονομικό δικαίωμα, δηλαδή απώλεια του δικαιώματος που παρέχει η επαγωγή ή η οριστική κτήση της κληρονομίας μετά την αποδοχή.

Πρόκειται για την αποκλήρωση με ευρεία έννοια σε αντίθεση με την αποκλήρωση με στενή έννοια, που είναι η στέρηση του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας και ρυθμίζεται από τα άρθρα 1839 επ. ΑΚ. Η αποκλήρωση με την ευρεία έννοια γίνεται είτε σιωπηρά, με την εγκατάσταση άλλων κληρονόμων, είτε ρητά, με την διάταξη με την οποία, και χωρίς να εγκαταστήσει ο διαθέτης άλλον κληρονόμο, αποκλείει ορισμένο συγγενή ή τον σύζυγό του είτε από ολόκληρη είτε από μέρος της εξ αδιαθέτου μερίδας.

Ρητή είναι η αποκλήρωση με ευρεία έννοια, όταν δηλώνεται απερίφραστα μέσα στη διαθήκη, και σιωπηρά, όταν προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις της. Ο αποκλεισμός από την κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου κληρονόμου, που δεν είναι συγχρόνως και νόμιμος μεριδούχος, δεν απαιτεί αιτιολογία, αφού, όπως αναφέρθηκε, μπορεί να είναι και σιωπηρός.

Αλλά και όταν είναι ρητός η αναφορά οποιουδήποτε λόγου αποκλεισμού δεν είναι αναγκαία. Η έγκυρη αποκλήρωση με ευρεία έννοια έχει ως συνέπεια ότι ο αποκληρούμενος θεωρείται ότι δεν υπήρχε κατά τον χρόνο του θανάτου του διαθέτη και, συνεπώς, αποκλείεται η επαγωγή της κληρονομίας σ' αυτόν. Σε περίπτωση που ματαιωθεί η διαδοχή από διαθήκη, ο αποκλεισμός ισχύει για την εξ αδιαθέτου διαδοχή.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του Εισ.ΝΑΚ, συνάγεται ότι στην οριζόντια ιδιοκτησία ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.

Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι εκτός από τα ειδικώς αναφερόμενα σ' αυτή κοινόχρηστα πράγματα, μεταξύ των οποίων και το υπόγειο της οικοδομής, κοινόχρηστο πράγμα είναι και κάθε άλλο, ο κατά τη φύση του προορισμός του οποίου έγκειται στην εξυπηρέτηση των πλειόνων ιδιοκτητών δια της κοινής χρήσης αυτού.

Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να ενεργεί επισκευές και ανανεώσεις αυτών, καθώς και μεταβολές και προσθήκες, με τον όρο ότι δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα των άλλων ιδιοκτητών και δεν μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό αυτών.

Η διαφορετική συμμετοχή των συνιδιοκτητών στη χρήση κοινοχρήστου μέρους της οικοδομής ή ο αποκλεισμός του κοινοχρήστου χαρακτήρα του και η περιέλευση αυτού αποκλειστικά σε ένα ή περισσότερους ιδιοκτήτες είναι δυνατή λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929, αλλά προϋποθέτει, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 αυτού, συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.

Έτσι, και το υπόγειο και το ημιϋπόγειο που είναι μέρη του εδάφους είναι ως τέτοια αυτοδικαίως αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας, εκτός εάν στην συστατική πράξη της οροφοκτησίας αυτά καθορίστηκαν ως αντικείμενα αποκλειστικής κυριότητας δηλαδή ως όροφος ή διαμέρισμα ή ως διαιρεμένοι αυτοτελείς βοηθητικοί χώροι υπαγόμενοι σε ορόφους ή διαμερίσματα.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 19-11-2004 αγωγή περί κλήρου, στην οποία σωρεύεται και διεκδικητική ακινήτων αγωγή, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το .../1951 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τριπόλεως Δημητρίου Μιχαλοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι αδελφοί Π.

Σ. Π., Κ. Σ. Π. και Γ. Σ. Π. αγόρασαν κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρίαν από την αληθή κυρία Κ. χήρα Π. Κ. ένα οικόπεδο επιφανείας 186 τμ, κείμενο μέσα στην Τρίπολη στο 24 Ο.Τ. επί της συμβολής των δημοτικών οδών ... και ..., οριοθετούμενο δε ανατολικά σε πλευρά μήκους 14 μέτρων με την οδό ..., βόρεια σε πλευρά μήκους 15 μέτρων με την οδό ..., δυτικά σε πλευρά μήκους 12 μέτρων με έτερο οικόπεδο της πωλήτριας Κ.

χήρας Π. Κ. και νότια σε πλευρά 13 μέτρων με ιδιοκτησία της εν λόγω πωλήτριας (και στη συνέχεια των εν λόγω αδελφών). Οι αυτοί ως άνω αδελφοί, με το .../1952 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τριπόλεως Δημητρίου Μιχαλοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασαν κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρίαν από την Κ. χήρα Π.

Κ., που ενεργούσε νόμιμα ως επίτροπος του αληθούς κυρίου ανήλικου γυιού της Ν. Π. Κ., έτερο οικόπεδο, κείμενο μέσα στην Τρίπολη επί της δημοτικής οδού ... ..., επιφανείας κατά τον τίτλο κτήσεως 257,60 τμ, εν επαφή προς το πρώτο των αγορασθέντων ως άνω οικοπέδων. Το εν λόγω οικόπεδο οριοθετείτο ανατολικά σε μήκους 14 μέτρων με την οδό ..., βόρεια σε πλευρά μήκους 13,40 μέτρων με ιδιοκτησία των εν λόγω αδελφών (έτερο αγορασθέν οικόπεδο), δυτικά με ιδιοκτησία Κ.

Α. και νότια σε πλευρά μήκους 23,40 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Κ.. Οι εν λόγω τρεις αδελφοί, που ήταν στο επάγγελμα οικοδόμοι, κατά τα χρόνια που επακολούθησαν της αγοράς των εν λόγω οικοπέδων, ανήγειραν επ' αυτών πολυώροφες οικοδομές. Ειδικότερα, στο πρώτο τούτων (οικόπεδο επί της συμβολής των δημοτικών οδών ...

και ...) ανήγειραν διώροφη μετά υπογείου οικοδομή, ενώ στο δεύτερο τούτων (οικόπεδο επί της δημοτικής οδού ...) ανήγειραν τετραώροφη μετά υπογείου οικοδομή. Από της κατασκευής των εν λόγω οικοδομών, οι εν λόγω συγκύριοι αδελφοί εγκατεστάθησαν, έκαστος κατά το ιδανικό του μερίδιο, στις εν λόγω οικοδομές και διενεργούσαν σε αυτές με διάνοια κυρίου κάθε πράξη νομής και κατοχής, που προσιδίαζε στη φύση τους.

Ειδικότερα, διέμεναν οι ίδιοι σ' αυτές, τοποθετούσαν στους χώρους τους τα παραγόμενα από αγροτικές καλλιέργειες γεωργικά προϊόντα τους (βαρέλια με κρασί, δημητριακά κλπ), καθώς και υλικά και εργαλεία του επαγγέλματός τους (οικοδομική ξυλεία), χωρίς να αμφισβητηθεί το δικαίωμα συγκυριότητας, συννομής και συγκατοχής, που ασκούσαν στις οικίες αυτές.

Με την .../1982 πράξη του συμβολαιογράφου Τριπόλεως Κων/νου Παϊσίου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την 9808/1990 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένων, οι εν λόγω συγκύριοι αδελφοί υπήγαγαν την ανεγερθείσα στο οικόπεδο της οδού ... ... τετραώροφη μετά υπογείου οικοδομή τους στο θεσμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929, του ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1017 του ΑΚ.

Σύμφωνα με την εν λόγω πράξη, η εν λόγω πολυώροφη οικοδομή σύγκειται από τις εξής αυτοτελείς ιδιοκτησίες: Το Υπόγειο, με στοιχείο Υ, "αποτελείται εξ ενός χώρου, περιλαμβάνει αδιαίρετους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους ως και το λεβητοστάσιον εμβαδού 121,66 τμ". Το Ισόγειο περιλαμβάνει το υπό στοιχεία Ι-1 Διαμέρισμα εμβαδού 116,20 τμ.

Ο Α' όροφος περιλαμβάνει το υπό στοιχείο Α διαμέρισμα επιφανείας 117 τ.μ. Ο Β' όροφος περιλαμβάνει το υπό στοιχείο Β-1 διαμέρισμα εμβαδού 62,40 και το υπό στοιχείο Β-2 διαμέρισμα εμβαδού 61,20 τμ. Και ο Γ' όροφος περιλαμβάνει το υπό στοιχείο Γ διαμέρισμα εμβαδού 85,60 τμ. Με την .../1990 πράξη του συμβολαιογράφου Τριπόλεως Κων/νου Παϊσίου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, οι εν λόγω τρεις συγκύριοι αδελφοί υπήγαγαν και την διώροφη μετά υπογείου οικοδομή, που είχε ανεγερθεί στο πρώτο από τα αγορασθέντα οικόπεδα (επί της συμβολής των δημοτικών οδών ...

και ...) στο θεσμό της οριζοντίου ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3.741/1929, του ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1017 του ΑΚ. Σύμφωνα με την εν λόγω πράξη, η εν λόγω οικοδομή σύγκειται από τις εξής αυτοτελείς ιδιοκτησίες: Το Υπόγειο που έχει συνολικό εμβαδό 142,72 τμ, το Ισόγειο, που περιλαμβάνει το υπό στοιχείο 1-1 κατάστημα εμβαδού 36,20 τμ και το υπό στοιχείο 1-2 διαμέρισμα εμβαδού 85,23 τμ και τον Α' όροφο, που περιλαμβάνει το υπό στοιχείο Α διαμέρισμα εμβαδού 164,01 τμ.

Ακολούθως, οι τρείς συγκύριοι αδελφοί προέβησαν σε πωλήσεις μερικών εκ των ως άνω αυτοτελών ιδιοκτησιών ως ακολούθως: Με το .../1982 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τριπόλεως Κων/νου Παϊσίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν στην δεύτερη εναγομένη ανιψιά τους (θυγατέρα της πρώτης εναγομένης αδελφής τους) το με στοιχείο Β-1 διαμέρισμα της επί της οδού ...

οικοδομής. Με το .../1990 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν στην τρίτη εναγομένη, ομοίως ανιψιά τους (θυγατέρα της πρώτης εναγομένης αδελφής τους), το με στοιχείο Β-2 διαμέρισμα της επί της οδού ... οικοδομής. Στις 15-8-1994 αποβίωσε στην Τρίπολη Αρκαδίας ο εκ των συγκυρίων αδελφών Γ.

Σ. Π., όντας άγαμος και στερούμενος γνησίων ή νομιμοποιηθέντων ή θετών τέκνων, ο οποίος με την από 17-6-1978 μυστική διαθήκη του, που είχε καταθέσει στον Συμβολαιογράφο Τριπόλεως Κων/νο Παΐσιο, συνταχθείσας της 4838/20-12-1982 πράξεώς του και η οποία δημοσιεύτηκε με το 120/23-9-1994 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, όρισε τα ακόλουθα: "Ονομάζω και εγκαθιστώ κληρονόμους μου τους αδελφούς μου: 1.

Κ. Σ. Π. και 2. Π. Σ. Π., εις τους οποίους κοινώς και αδιαιρέτως αφήνω παν ό,τι μετά τον θάνατό μου έχω εις κινητά, ακίνητα, αστικά, αγροτικά κτήματα και τυχόν αυτοκίνητα οπουδήποτε της Ελλάδος και αν ευρίσκονται και οσοδήποτε και αν είναι το μερίδιό μου. Εάν εκ των αδελφών μου τούτων ήθελε προαποβιώσει είς, η περιουσία μου ως άνω θα περιέρχεται εις τον απομένοντα επιζώντα αδελφόν, όστις και να δύναται να διαθέσει ταύτα, όπως και όπου νομίζει.

Τας αδελφάς μας τας έχομεν προικήσει και δέον να περιοριστούν εις την προίκαν των". Από τις διατάξεις της εν λόγω διαθήκης, με σαφήνεια προκύπτει ότι ο διαθέτης με ρητή διάταξή της εξέφρασε την σαφή βούλησή του, αφενός μεν όπως κληρονόμοι του είναι οι έτεροι δύο κατονομαζόμενοι αδελφοί του ή ο ένας εξ αυτών, εφόσον ο άλλος θα έχει προαποβιώσει, αφετέρου δε όπως αποκλεισθούν της κληρονομιάς του οι έχουσες την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του δύο αδελφές του Γ. (πρώτη εναγομένη) και Σ. (που δεν είναι διάδικος), διατυπώνοντας μάλιστα (αν και δεν υποχρεούτο) τον λόγο του αποκλεισμού τους, ήτοι την παροχή προς αυτές προικός, υπερκαλύπτουσας το κληρονομικό τους δικαίωμα.

Επομένως, προέβη νόμιμα σε εν ευρεία έννοια αποκλήρωση αυτών. Οι με την προμνησθείσα διαθήκη ονομαζόμενοι ως κοινώς και αδιαιρέτως κληρονόμοι αδελφοί Π. Σ. Π. και Κ. Σ. Π. αποδέχτηκαν νόμιμα την επαχθείσα κληρονομιά του ως άνω αποβιώσαντος αδελφού τους Γ. Σ. Π. με την με αριθμό .../23-10-1994 πράξη του Συμβολαιογράφου Τριπόλεως Κων/νου Παϊσίου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ακολούθως, εγκατεστάθησαν στην επαχθείσα κληρονομιά του αποβιώσαντος αδελφού τους, στοιχεία της οποίας αποτελούσαν και οι εναπομείνασες αυτοτελείς ιδιοκτησίες και συνέχισαν να τις νέμονται πλέον κατ' ισομοιρία (1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος), με διάνοια κυρίου, όπως και πριν, χωρίς να αμφισβητηθούν τα δικαιώματα συγκυριότητας, συννομής και συγκατοχής τους επ' αυτών.

Μάλιστα, προέβησαν στην από κοινού πώληση των παρακάτω αυτοτελών ιδιοκτησιών: Με το .../1994 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν στον τέταρτο εναγόμενο ομοίως ανιψιό τους (γυιό της πρώτης εναγομένης αδελφής τους), το με στοιχείο Α διαμέρισμα της επί της οδού ... οικοδομής.

Με το .../1994 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν στον πέμπτο εναγόμενο, ομοίως ανιψιό τους (γυιό της πρώτης εναγομένης αδελφής τους), το με στοιχείο 1-2 διαμέρισμα της κειμένης επί της συμβολής των οδών ... και ... οικοδομής. Επίσης, με το 9.927/1990 προηγούμενο συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν στην έκτη εναγομένη, ομοίως ανιψιά τους (θυγατέρα της πρώτης εναγομένης αδελφής τους), το με στοιχείο Ι-1 διαμέρισμα της επί της οδού ...

οικοδομής. Στις 29-12-1997 απεβίωσε στην Τρίπολη ο δεύτερος των τριών συγκυρίων αδελφός Π. Σ. Π., ο οποίος, όντας και αυτός άγαμος και στερούμενος γνησίων ή νομιμοποιηθέντων ή θετών τέκνων, με την από 17-6-1978 μυστική διαθήκη του, που είχε καταθέσει στον Συμβολαιογράφο Τριπόλεως Κων/νο Παΐσιο, συνταχθείσης της με αριθμό .../20-12-1982 πράξεώς του, και η οποία δημοσιεύτηκε με το 20/23-1-1998 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, όρισε τα ακόλουθα: "Ονομάζω και εγκαθιστώ κληρονόμους μου τους αδελφούς μου: 1.

Κ. Σ. Π.ν και 2. Γ. Σ. Π., εις τους οποίους κοινώς και αδιαιρέτως αφήνω παν ό,τι μετά τον θάνατό μου έχω εις κινητά, ακίνητα, αστικά, αγροτικά κτήματα και τυχόν αυτοκίνητα οπουδήποτε της Ελλάδος και αν ευρίσκονται και οσοδήποτε και αν είναι το μερίδιό μου. Εάν εκ των αδελφών μου τούτων ήθελε προαποβιώσει είς, η περιουσία μου ως άνω θα περιέρχεται εις τον απομένοντα επιζώντα αδελφόν, όστις και να δύναται να διαθέσει ταύτα, όπως και όπου νομίζει.

Τας αδελφάς μας τας έχομεν προικίσει και δέον να περιοριστούν εις την προίκαν των". Από τις διατάξεις της εν λόγω πανομοιότυπης (προς την πρώτη) διαθήκης, με σαφήνεια προκύπτει ότι και ο εν λόγω διαθέτης με ρητή διάταξή της εξέφρασε την σαφή βούλησή του, αφενός μεν όπως κληρονόμοι του είναι οι έτεροι δύο κατονομαζόμενοι αδελφοί του ή ο ένας εξ αυτών, εφόσον ο άλλος θα έχει προαποβιώσει, αφετέρου δε όπως αποκλεισθούν της κληρονομιάς του οι έχουσες την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του δύο αδελφές του Γ. (πρώτη εναγομένη) και Σ. (που δεν είναι διάδικος), διατυπώνοντας μάλιστα, αν και δεν υποχρεούτο, τον λόγο του αποκλεισμού τους, ήτοι την παροχή προς αυτές προικός, υπερκαλύπτουσας το κληρονομικό τους δικαίωμα.

Επομένως, προέβη νόμιμα σε εν ευρεία έννοια αποκλήρωση αυτών. Σύμφωνα με την παραπάνω μυστική διαθήκη, ο εν λόγω αποβιώσας κληρονομήθηκε σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του μόνον από τον κατονομαζόμενο στην εν λόγω διαθήκη ως κληρονόμο αδελφό του Κ. Σ. Π., αφού και ο έτερος κατονομαζόμενος ως κληρονόμος αδελφός του Γ.

Σ. Π., όπως προεκτέθηκε, είχε προαποβιώσει. Την επομένη ημέρα, ήτοι στις 30-2-1997, αποβίωσε στην Τρίπολη και ο τρίτος των ως άνω συγκυρίων αδελφών Κ. Σ. Π., ο οποίος, όντας και αυτός άγαμος και στερούμενος γνησίων ή νομιμοποιηθέντων ή θετών τέκνων, με την από 17-6-1978 μυστική διαθήκη του, που είχε καταθέσει στον συμβολαιογράφο Τριπόλεως Κων/νο Παΐσιο, συνταχθείσας της 4837/20-12-1982 πράξεώς του, και η οποία δημοσιεύτηκε με το 21/23-1-1998 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, όρισε τα ακόλουθα: "Ονομάζω και εγκαθιστώ κληρονόμους μου τους αδελφούς μου 1.

Π. Σ. Π. και 2. Γ. Σ. Π., εις τους οποίους κοινώς και αδιαιρέτως αφήνω παν ό,τι μετά τον θάνατό μου έχω εις κινητά, ακίνητα, αστικά, αγροτικά κτήματα και τυχόν αυτοκίνητα οπουδήποτε της Ελλάδος και αν ευρίσκονται και οσοδήποτε και αν είναι το μερίδιό μου. Εάν εκ των αδελφών μου τούτων ήθελε προαποβιώσει είς, η περιουσία μου ως άνω θα περιέρχεται εις τον απομένοντα επιζώντα αδελφόν, όστις και να δύναται να διαθέσει ταύτα, όπως και όπου νομίζει.

Τας αδελφός μας τας έχομεν προικίσει και δέον να περιοριστούν εις την προίκαν των". Όπως όμως προεκτέθηκε, αμφότεροι οι κατονομαζόμενοι στην εν λόγω διαθήκη κληρονόμοι είχαν προαποβιώσει του εν λόγω διαθέτη, στερούμενοι κληρονόμων πρώτης τάξεως (κατιόντων και συζύγου), με αποτέλεσμα η εκ διαθήκης διαδοχή να ματαιωθεί και να χωρήσει η εξ αδιαθέτου τοιαύτη.

Έτσι, στην κληρονομιά του τελευταίου εκ των ως άνω τριών συγκυρίων αδελφών Κ. Σ. Π., όντος αγάμου και στερουμένου τέκνων, εκλήθησαν κατ' ισομοιρίαν, ως μοναδικοί εγγύτεροι εξ αδιαθέτου συγγενείς, οι ενάγοντες, που είναι φυσικά τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Β. Σ. Π.. Και είναι οι ενάγοντες οι μοναδικοί εγγύτεροι συγγενείς που εκλήθησαν στην κληρονομιά του, διότι ο επίσης αδελφός του διαθέτη Φ.

Σ. Π. είχε αποβιώσει το έτος 1937, όντας άγαμος και στερούμενος τέκνων, οι δε αδελφές του διαθέτη Γ. και Σ., όπως προεκτέθηκε, αποκληρώθηκαν με ρητή διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Στοιχεία της κληρονομιάς του εν λόγω αποβιώσαντος ήταν, μεταξύ άλλων, και οι ακόλουθες εναπομείνασες αυτοτελείς ιδιοκτησίες: Α.

Στην οικοδομή επί της συμβολής των οδών ... και ...: 1.- Αποθήκη του υπογείου, που απαρτίζεται από ένα χώρο επιφανείας 142,72 τ.μ., έχει όγκο ιδιόκτητο 328,26 κυβικά μέτρα, ποσοστά συνιδιοκτησίας αδιαιρέτως στο οικόπεδο 250/1000, που αντιστοιχούν σε μέτρα τετραγωνικά 47,92 και συνορεύει ανατολικά με την οδό ..., βόρεια με την οδό ..., δυτικά με ιδιοκτησία Κ.

Α. και νότια με ακάλυπτο χώρο. 2. Το με στοιχεία 1-1 κατάστημα του ισογείου, που απαρτίζεται από ένα χώρο, έχει επιφάνεια 36,20 τμ, όγκο ιδιόκτητο 119,46 κυβικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας αδιαιρέτως στο οικόπεδο 95/1000, που αντιστοιχούν σε 17,64 τμ και συνορεύει ανατολικά με την οδό ..., βόρεια με την οδό ..., δυτικά με την υπό στοιχείο 1-2 αυτοτελή ιδιοκτησία (διαμέρισμα) και το κλιμακοστάσιο και νότια με είσοδο και το κλιμακοστάσιο.

Β. στην οικοδομή επί της οδού ... 1.- Η με στοιχείο Υ αποθήκη του υπογείου, που απαρτίζεται από ένα χώρο επιφανείας 121,66 τ.μ., έχει όγκο ιδιόκτητο 271,80 κυβικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας αδιαιρέτως στο οικόπεδο 100/1000, που αντιστοιχούν σε μέτρα τετραγωνικά 21,92 και συνορεύει ανατολικά με την οδό ..., βόρεια με την ιδιοκτησία των κληρονομουμένων, δυτικά με ιδιοκτησία Κ.

Α. και νότια με ιδιοκτησία Π. Κ..

2.- Το με στοιχεία Γ διαμέρισμα κατοικίας του τρίτου ορόφου, το οποίο απαρτίζεται από δύο κύρια δωμάτια, κουζίνα, λουτρό και αποθήκη, έχει επιφάνεια 31,70 τ.μ., όγκο ιδιόκτητο 85,60 κυβικά μέτρα, επιφάνεια κλιμακοστασίου 12,42 τ.μ., όγκο κλιμακοστασίου 36,43 κυβικά μέτρα, μικτή επιφάνεια 44,12 τ.μ., μικτό όγκο 122,03 κυβικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας αδιαιρέτως στο οικόπεδο 65/1000, που αντιστοιχούν σε 16, 90 τ.μ.

και συνορεύει ανατολικά με την οδό ..., βόρεια με ιδιοκτησία των ιδίων κληρονομουμένων, δυτικά με την ιδιοκτησία Κ. Α. και νότια με ιδιοκτησία Π. Κ.. Οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σε καθένα τους κληρονομιά του θείου τους Κ. Σ. Π., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, όπως επίσης απεδέχθησαν για λογαριασμό του τις σ' αυτόν (κληρονομούμενο) επαχθείσες, δυνάμει των προμνησθεισών μυστικών διαθηκών, κληρονομιές των αδελφών του Π.

Σ. Π. και Γ. Σ. Π.. Επομένως, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι από της επαγωγής κατέστησαν συγκύριοι παραγώγως κατ' ισομοιρία (1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος) των στοιχείων της κληρονομιάς του εν λόγω αληθούς κυρίου αποβιώσαντος θείου τους, συνακόλουθα δε και των προμνησθεισών αυτοτελών ιδιοκτησιών. Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, ωστόσο, μετά τον επισυμβάντα στις 30-12-1997 θάνατο του Κ.

Σ. Π. κατέλαβαν και εξακολουθούν να κατέχουν τις επίδικες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, αρνούμενοι να τις αποδώσουν παρά τις προφορικές και έγγραφες οχλήσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ισχυριζόμενοι, προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών, ακόλουθα: 1. Η επί της οδού ... υπό στοιχείο Υ αποθήκη του υπογείου εμβαδού 121,66 τ.μ.

δεν αποτελεί αυτοτελή ιδιοκτησία, αλλά κοινόχρηστο και κοινόκτητο πράγμα, που ανήκει στους ιδιοκτήτες των (λοιπών) αυτοτελών ιδιοκτησιών της εν λόγω οικοδομής, ήτοι στην δεύτερη, στην τρίτη, στον τέταρτο, και στην έκτη εξ αυτών. 2. Αποκλειστική κυρία των τεσσάρων επίδικων ιδιοκτησιών είναι η πρώτη εξ αυτών, καταστάσα τοιαύτη με έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι το έτος 1965 οι έως τότε αληθείς συγκύριοι αδελφοί της Π., Κ. και Γ. Σ. Π. της παραχώρησαν ατύπως λόγω προικός τις εν λόγω ιδιοκτησίες και έκτοτε τις νέμεται και τις κατέχει αυτή και η οικογένειά της με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και διάνοια κυρίου, χωρίς να διαμαρτυρηθούν τα εν λόγω αδέλφια της, όσο ζούσαν, και οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, μετά το θάνατό των αδελφών της.

Συνακόλουθα, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, ακόμη και εάν θεωρηθούν κληρονόμοι των αδελφών της, δεν τα απέκτησαν διότι είχαν εκφύγει της κυριότητας των κληρονομουμένων κατά τον χρόνο του θανάτου τους. 3. Οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι δεν μπορούν να κληρονομήσουν και δεν έγιναν κύριοι των εν λόγω ακινήτων, διότι τα αδέλφια της Γ., Π.

και Κ. Π. με τις προμνησθείσες μυστικές διαθήκες τούς είχαν σιωπηρώς αποκληρώσει. 4. Η σωρευθείσα διεκδικητική αγωγή έχει υποκύψει στην 20ετή παραγραφή. 5. Επικουρικά, ότι οι ενάγοντεςαναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου έκαστος, διότι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Κ. Π. είναι και οι αδελφές του Γ. (πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα) και Σ..

Όλως δε επικουρικά, εάν κριθεί ότι οι δύο αδελφές αποκληρώθηκαν τότε από τον Κ. Π., κληρονομούν κατά ρίζες οι λοιποί, πλην της πρώτης, εναγόμενοι-αναιρεσείοντες ως τέκνα της, καθώς και τα τέκνα της αδελφής του Σ.. Και 6. Η υπό κρίση αγωγή ασκείται καταχρηστικά, καθόσον οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι γνώριζαν ότι από το 1965, η πρώτη αναιρεσείουσα ευρίσκεται στη νομή των επιδίκων με άτυπη μεταβίβασή τους σ' αυτήν από τους μέχρι τότε αληθείς κυρίους".

Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι για τους ακόλουθους λόγους: "Στην προμνησθείσα .../1982 συστατική της οροφοκτησίας πράξη του συμβολαιογράφου Τριπόλεως Κωνσταντίνου Παϊσίου, με την οποία υπήχθη στο θεσμό της οροφοκτησίας η επί της οδού ... ... τετραώροφη οικοδομή περιγράφεται το υπόγειο ως εξής: "Το υπόγειον εμφαίνεται εκ των εν αυτώ σχεδίων του άνω πολιτικού μηχανικού, αποτελείται εξ ενός χώρου, περιλαμβάνει αδιαίρετους και κοινόκτητους χώρους, ως και το λεβητοστάσιον, έχει δε τούτο εμβαδόν 121,66 τ.μ., όγκον 271,80 κυβικά μέτρα, ποσοστόν συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου εκ του όλου οικοπέδου 100/1000, αντιστοιχούντα εις μέτρα 21,92...εμφαίνεται δε εν τω πίνακι κατανομής ποσοστών υπό το στοιχείον Ύψιλον κεφαλαίον (Υ).

Στην από 6-6-1982 κάτοψη του εν λόγω υπογείου, που έχει προσαρτηθεί μαζί με τις κατόψεις των άλλων ορόφων στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη το υπόγειο διαστάσεων 11,30 Χ 13,20 μ., απεικονίζεται ως περιλαμβάνον το λεβητοστάσιον εμβαδού 27,50 τ.μ. και το κλιμακοστάσιο διαστάσεων 3,50 Χ 1,80 μ., το αναγραφόμενο σε εμβαδόν του υπογείου από 121,66 τ.μ.

προκύπτει μετά την αφαίρεση των δύο αυτών χώρων χαρακτηριζομένων ως κοινοκτήτων και κοινοχρήστων. Η κάτω από την κάτοψη επισημείωση του συντάξαντος πολιτικού μηχανικού Λ. Τ. έχει ως ακολούθως: Εμβαδόν Υπογείου: 11,30 Χ 13,20 - 3,50 Χ 1,80 - 2,40 Χ 2,20 - 4,40 Χ 3,40 = 121,66 τ.μ. Με την 9808/1990 πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου οι ίδιοι συμβληθέντες συνιδιοκτήτες τροποποίησαν την αρχική .../1982 πράξη ως προς την έκταση του οικοπέδου και ως προς τα τετραγωνικά μέτρα που αναλογούν σε κάθε ιδιοκτησία.

Μάλιστα το υπόγειο αναγράφεται ξανά ως αυτοτελής ιδιοκτησία με ποσοστό συνιδιοκτησίας αδιαιρέτως στο οικόπεδο 26 τ.μ. αντί των 21,92 τ.μ. που είχε αρχικά αναγραφεί στον πίνακα συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κατανομής ποσοστών. Έτσι, ο εν λόγος χώρος του υπογείου επιφάνειας 121,66 τ.μ. ορίστηκε από τους συμβληθέντες τρεις αδελφούς-συνιδιοκτήτες του οικοπέδου, τόσο στην αρχική πράξη οροφοκτησίας, όσο και στην τροποποιητική της ως αυτοτελής και ανεξάρτητη ιδιοκτησία.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το ότι στην αποδοχή κληρονομίας του Γ. Π., που προέβησαν 12 έτη μετά τη σύσταση της οροφοκτησίας οι δύο αδελφοί του Π. και Κ. Π. με την .../1994 πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου αποδέχονται ως αυτοτελή ιδιοκτησία και το εν λόγω υπόγειο". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι αμφότεροι οι κατονομαζόμενοι στη διαθήκη του τρίτου εκ των ως άνω συγκυρίων αδελφών Κ.

Σ. Π. είχαν προαποβιώσει του εν λόγω διαθέτη, στερούμενοι κληρονόμων πρώτης τάξεως (κατιόντων και συζύγου), με αποτέλεσμα η εκ διαθήκης διαδοχή να ματαιωθεί και να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή κατ' άρθρο 1710 εδάφ. 2 ΑΚ και έτσι στη κληρονομία του τελευταίου εκ των τριών συγκυρίων αδελφών Κ. Π., όντος αγάμου και στερουμένου τέκνων, κλήθηκαν κατ' ισομοιρία ως μοναδικοί εγγύτεροι εξ αδιαθέτου συγγενείς οι αναιρεσίβλητοι, που είναι φυσικά τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Β.

Σ. Π. και ότι οι ενάγοντες είναι οι μοναδικοί εγγύτεροι συγγενείς που κλήθηκαν στη κληρονομία του, διότι ο επίσης αδελφός του διαθέτη Φ. Σ. Π. είχε αποβιώσει το έτος 1937, όντας άγαμος και στερούμενος τέκνων, ενώ οι αδελφές του διαθέτη Γ. και Σ., αποκληρώθηκαν με ρητή διάταξη τελευταίας βουλήσεως, το γεγονός δε ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν αναφέρονται στις αναφερόμενες μυστικές διαθήκες τους ως εγκατάστατοι, δεν φανερώνει επιθυμία των εν λόγω διαθετών-θείων τους να τους αποκληρώσουν, καθώς και ότι δεν μπορούν στις θέσεις των ρητά αποκληρωθέντων αδελφών τους Γ.

και Σ. να υπεισέλθουν οι κατιόντες τους και ότι οι ως άνω συμβληθέντες-συγκύριοι του οικοπέδου και αδελφοί στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη επιθυμούσαν και συμφώνησαν, όπως ο χώρος αυτός του υπογείου αποτελεί αυτοτελή ιδιοκτησία και ως τέτοια ρητώς την αναγνώριζαν, αποτελούσε δε στοιχείο της κληρονομίας του Κ.

Π. και περιήλθε και αυτή κατ' ισομοιρία στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, αφού απέρριψε τους σχετικούς ως άνω ισχυρισμούς των εναγομένων-αναιρεσειόντων, απέρριψε την έφεση αυτών και, αφού δέχτηκε την έφεση των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και, αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε κρίνει όμοια, δέχτηκε εξ ολοκλήρου την αγωγή.

Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 1713, 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι καθένας από τους αναφερόμενους τρεις αδελφούς, που ήταν συγκύριοι των επίδικων ακινήτων, με μυστική διαθήκη έκαστος είχε κατονομάσει ως κληρονόμους του τους άλλους δύο και με ρητό όρο είχαν αυτοί αποκληρώσει με ευρεία έννοια τις δύο αδελφές τους για το λόγο, ότι "τις έχουν προικίσει και δέον να περιοριστούν εις την προίκα των", ότι και οι δύο κατονομαζόμενοι αδελφοί στη διαθήκη του τελευταίως αποβιώσαντος αδελφού είχαν προαποβιώσει του εν λόγω διαθέτη και εστερούνταν κληρονόμων πρώτης τάξεως, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η εκ διαθήκης διαδοχή και να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή, ότι έτσι στη κληρονομία του τελευταίου εκ των ως άνω τριών συγκυρίων αδελφών κλήθηκαν κατ' ισομοιρία ως μοναδικοί εγγύτεροι εξ αδιαθέτου συγγενείς οι δύο ενάγοντες, που είναι φυσικά τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Β.

Π., αφού με τις αναφερόμενες μυστικές διαθήκες οι τρεις συγκύριοι αδελφοί εξέφρασαν τη ρητή βούλησή τους να αποκλείσουν της εξ αδιαθέτου διαδοχής μόνο τις αδελφές τους Γ. και Σ. και, συνακόλουθα, τους κατιόντες αυτών, όχι δε και τους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους, αφού το γεγονός ότι αυτοί δεν αναφέρονται στις εν λόγω μυστικές διαθήκες ως εγκατάστατοι δεν φανερώνει επιθυμία των διαθετών-θείων τους να τους αποκληρώσουν και ότι με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη και την τροποποιητική της, που μεταγράφηκαν νόμιμα, συμφωνήθηκε από τους συγκυρίους του οικοπέδου αδελφούς, ότι η αποθήκη του υπογείου εμβαδού 121,66 τ.μ.

αποτελεί αυτοτελή ιδιοκτησία τους και εξαιρέθηκε από το χαρακτηρισμό ως κοινόχρηστου χώρου, όπως οι λοιποί χώροι του υπογείου, ήτοι το λεβητοστάσιο και το κλιμακοστάσιο. Επομένως, οι συναφείς πρώτος, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1045, 1002, 1117 ΑΚ, 1, 3 και 13 του ν. 3741/1929 σαφώς προκύπτει, ότι δεν είναι δυνατή η σύσταση οροφοκτησίας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς, δεν μπορεί κατά νόμο να αποκτηθεί κυριότητα με χρησικτησία σε τμήμα ή όροφο ή δωμάτιο της όλης οικοδομής, ακόμη και αν το τμήμα τούτο είναι αυτοτελές και προορισμένο για αυτοτελή χρήση και εκμετάλλευση, εφόσον τούτο δεν αποτελεί νομίμως συνεστημένη οριζόντια ιδιοκτησία. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με τον ισχυρισμό των εναγομένων-αναιρεσειόντων, ότι τα επίδικα ακίνητα είχαν ήδη μεταβιβαστεί στην πρώτη εναγόμενη-αναιρεσείουσα από το έτος 1965 λόγω άτυπης δωρεάς αιτία προικός και αυτή έχει καταστεί κυρία τούτων με έκτακτη χρησικτησία, δέχτηκε συμπληρωματικά προς τις αναφερθείσες ήδη παραδοχές του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ότι η πρώτη από αυτούς νεμήθηκε τις επίδικες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, η έναρξη της προς χρησικτησία νομής της εντοπίζεται στην καλύτερη γι' αυτήν περίπτωση το έτος 1990 για τα δύο πρώτα ακίνητα της αγωγής και το έτος 1982 για τα άλλα δύο, όταν δηλαδή οι οικοδομές στις οποίες βρίσκονται υπήχθησαν στο θεσμό της οριζοντίου ιδιοκτησίας.

Κατά το χρονικό όμως διάστημα που επακολούθησε από τη σύσταση των οριζόντιων ιδιοκτησιών και μέχρι το θάνατό τους αδιαφιλονίκητοι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι των επίδικων αυτοτελών ιδιοκτησιών ήταν αρχικά οι τρεις αδελφοί Γ., Κ. και Π. Π., ενώ από τις 15-8-1994, που αποβίωσε ο Γ., ήταν οι Π. και Κ. και από τις 29-12-1997 που αποβίωσε ο Π.

μόνο ο Κ., αφού μόνο αυτοί με διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο διενεργούσαν τις προαναφερθείσες υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, η δε ανάμειξη των εναγομένων και ιδίως της πρώτης από αυτούς εντοπίζεται μετά τις 30-12-1997 που αποβίωσε ο τελευταίος των αδελφών Κ.". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι από του εν λόγω χρονικού σημείου (30-12-1997) και εφεξής δεν παρήλθε χρονικό διάστημα πλήρους εικοσαετίας και κατόπιν τούτου απέρριψε ως αβάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό των εναγομένων-αναιρεσειόντων.

Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1002, 1117 ΑΚ και 1, 3 και 13 του ν. 3741/1929, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων από τους διαδίκους τριών μυστικών διαθηκών, ήτοι α) της από 17-6-1978 μυστικής διαθήκης του αποβιώσαντος στις 15-8-1994 στην Τρίπολη Γ.

Σ. Π., β) της από 17-6-1978 μυστικής διαθήκης του αποβιώσαντος στις 29-12-1997 στην Τρίπολη Π. Σ. Π. και γ) της από 17-6-1978 μυστικής διαθήκης του αποβιώσαντος στις 30-12-1997 στην Τρίπολη Κ. Σ. Π., οι οποίες όλες είχαν κατατεθεί στο συμβολαιογράφο Τριπόλεως Κωνσταντίνο Παΐσιο, οπότε και συντάχθηκαν οι 4838/20-12-1982, .../20-12-1982 και 4837/20-12-1982 πράξεις του συμβολαιογράφου αυτού, αντίστοιχα, και οι οποίες δημοσιεύτηκαν με τα 120/23-9-1994, 20/23-1-1998 και 21-23-1-1998, πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει την πεποίθησή του για το κατ' ουσίαν βάσιμο ή όχι της ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, εκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, και τις ανωτέρω μυστικές διαθήκες και δέχτηκε, ότι από το σαφές ταυτόσημο περιεχόμενο των διαθηκών αυτών προκύπτει, ότι με αυτές καθένας από τους προαναφερόμενους διαθέτες, εγκαθιστούσε ως κληρονόμους του τους άλλους δύο αδελφούς του, αναφέροντας κατά λέξη σ' αυτές τα ακόλουθα: "Ονομάζω και εγκαθιστώ κληρονόμους τους αδελφούς μου...., εις τους οποίους κοινώς και αδιαιρέτως αφήνω παν ό,τι μετά τον θάνατό μου έχω εις κινητά, ακίνητα, αστικά, αγροτικά κτήματα και τυχόν αυτοκίνητα οπουδήποτε της Ελλάδος και αν ευρίσκονται και οσοδήποτε αν είναι το μερίδιό μου.

Εάν εκ των αδελφών μου τούτων ήθελε προαποβιώσει εις, η περιουσία μου ως άνω θα περιέρχεται εις τον απομένοντα επιζώντα αδελφόν, όστις και να δύναται να διαθέσει ταύτα όπως και όπου νομίζει. Τας αδελφάς μας τους έχομεν προικήσει και δέον να περιοριστούν εις την προίκα των". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ:

Αμφότεροι οι κατονομαζόμενοι στη σχετική διαθήκη του Κ. Π. κληρονόμοι είχαν προαποβιώσει αυτού και στερούντο κληρονόμων πρώτης τάξεως, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η εκ διαθήκης διαδοχή και να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή και έτσι ως μοναδικοί εγγύτεροι εξ αδιαθέτου συγγενείς κλήθηκαν οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, που είναι φυσικά τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Β.

Π.. Με τις αναφερόμενες διαθήκες τους οι αδελφοί Π., Γ. και Κ. Π. εξέφρασαν τη ρητή βούλησή τους να στερήσουν μόνο τις αδελφές τους Γ. (πρώτη εναγόμενη) και Σ. από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα επί της κληρονομιαίας περιουσίας τους, όχι δε και τους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους, αφού το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν αναφέρονται στις εν λόγω μυστικές διαθήκες ως εγκατάστατοι δεν φανερώνει επιθυμία των διαθετών θείων τους να τους αποκληρώσουν.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού κατά κύριο λόγο, στηρίχθηκε, όπως εκτιμάται, επί των εν λόγω διαθηκών, τις οποίες και ιδιαιτέρως εξαίρει στην απόφασή του ως έγγραφα επί των οποίων βασίστηκε η κρίση του αναφορικά με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο αυτό κατέληξε, αποφάνθηκε ότι η ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είναι ουσιαστικά βάσιμη και αφού απέρριψε τις σχετικές ενστάσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχτηκε την αγωγή.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος ως προς την απόδοση στις ως άνω διαθήκες περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, δεδομένου ότι τέτοιος ισχυρισμός έχει προβληθεί νόμιμα και παραδεκτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1 και 13 του ν. 3741/1929 και δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό τους ότι η υπόγεια αποθήκη στη διώροφη πολυκατοικία επί των οδών ...

αριθ. 54 και ..., εμβαδού 142 τ.μ. είναι, κατά τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, κοινόχρηστη και κοινόκτητη και ότι ουδέποτε άλλαξε νόμιμα ο χαρακτήρας της αυτός. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όμως, και δη τις πρωτόδικες προτάσεις των εναγομένων, την έφεση και τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους προκύπτει, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ουδέποτε πρόβαλαν στο πρωτόδικο δικαστήριο ούτε με λόγο έφεσης τον ως άνω ισχυρισμό, ειδικά μάλιστα για την ως άνω αποθήκη πρόβαλαν μόνο τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας της πρώτης εναγόμενης, η οποία κατέστη κυρία της αποθήκης αυτής με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, πέμπτο και έβδομο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, ότι οι αναφερόμενοι διαθέτες με τις αναφερόμενες μυστικές διαθήκες τους, με το να εγκαταστήσουν ρητώς κληρονόμους τους ο ένας τον άλλον, απέκλεισαν σιωπηρώς τον έτερο μη κατονομαζόμενο στις εν λόγω διαθήκες αδελφό τους Β.

Π., ότι η περιγραφόμενη αποθήκη του υπογείου είναι, κατά τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, κοινόχρηστη και κοινόκτητη και ότι η πρώτη αναιρεσείουσα από το έτος 1965 και εφεξής ασκούσε συνεχώς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου επί ολόκληρων των οικοδομών και οι ανωτέρω διαθέτες τυπικώς εμφανίζονταν ως ιδιοκτήτες των οικοδομών.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-11-2008 αίτηση της Τ. συζ. Δ. Κ. το γένος Κ. Κ. κλπ, για αναίρεση της 270/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ