Supreme Court allows appeal against public hospital dismissal, remanding case due to equal pay constitutional violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Polycentral District Court's decision dismissing the public hospital's claim. The plaintiff argued that the hospital's refusal to grant a specific salary supplement violated the constitutional principle of equal pay for equal work compared to other public sector employees. The court found the lower court erred in applying the equality provisions, as the plaintiff did not meet the specific conditions for the supplement, and thus remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 22(1) of the Constitution; The refusal to grant a specific salary supplement to a private law entity employee does not violate the constitutional principle of equal pay for equal work if the employee does not meet the specific conditions required for the supplement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1501 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1501/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΘΕΑΓΕΝΕΙΟ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάρκο Παπαζήση.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 768/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 21995/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 6-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. .... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα κα εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε δικηγόρος του κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 §2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 §2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης με την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επιβάλλεται στον νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα.
Δεν αντίκειται, συνεπώς στη συνταγματική αρχή της ισότητας και δεν αποκλείει στο νομοθέτη τη δυνατότητα διαφορετικής ρύθμισης περιπτώσεων που τελούν υπό διαφορετικές ή ειδικές συνθήκες, δηλαδή περιπτώσεων ανόμοιων, καθώς και όταν άλλος είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει τη μισθολογική κατάσταση μιας κατηγορίας υπαλλήλων από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων, αφού η ρύθμιση του πιο πάνω θέματος από τον ένα παράγοντα, μη δυναμένη να υπερβεί το πεδίο ισχύος της, δεν μπορεί να θεωρηθεί με την παράλειψη ρύθμισης του ίδιου θέματος άλλης κατηγορίας ως παραβιάζουσα την αρχή της ισότητας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99 (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρ. 14 §2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρ. 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ήδη δε στο ισχύον από 1.1.2004 μισθολογικό καθεστώς του Ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις".
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, μοναδική προϋπόθεση για τη χορήγηση της πιο πάνω μηνιαίας ειδικής παροχής, ύψους 88 ευρώ από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002, προς τους αναφερομένους σε αυτές υπαλλήλους ήταν η υπαγωγή τους στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς των Ν. 2470/1997 και 3205/2003, αδιακρίτως του φορέα, της φύσης, του είδους και των συνθηκών εργασίας.
Με το άρθρο 24 παρ. 2 του τελευταίου αυτού νόμου ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, ενώ με το άρθρο 28 παρ. 4 και πάλι ορίσθηκε ότι από της ενάρξεως ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή από 1.1.2004, καταργούνται το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του.
Στις διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ Α' του Ν. 3205/2003 (άρθρα 1 έως 28) που φέρει τον υπέρτιτλο "ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, ΝΠΔΔ ΚΑΙ ΟΤΑ", υπάγονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 αυτού οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι, α. του Δημοσίου, β. της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της Χώρας, γ.
των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) καθώς και δ. οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και μόνιμοι αγροτικοί ιατροί. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, δεν υπάγονται στις διατάξεις του Μέρους Α' του παρόντος νόμου, α. κατηγορίες πολιτικών υπαλλήλων που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και β.
λοιπές κατηγορίες υπαλλήλων και λειτουργών που αμείβονται με ειδικά μισθολόγια. Η τελευταία περίπτωση αναφέρεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων που περιλαμβάνονται στο ΜΕΡΟΣ Β' του νόμου αυτού "ΛΟΙΠΑ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΑ" (Κεφ. Β' - Θ'). Για αυτές τις κατηγορίες υπαλλήλων προβλέπεται ειδική κατά περίπτωση μισθολογική μεταχείριση, ενόψει του διαφορετικού τρόπου πρόσληψης, των εκτελουμένων από αυτούς καθηκόντων και της εν γένει υπηρεσιακής των κατάστασης.
Οι υπάλληλοι των κατηγοριών αυτών, επομένως, ως μη υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς των Ν. 2470/1997 και 3205/2003, Μέρος Α', δεν πληρούν τη μοναδική απαιτούμενη προϋπόθεση χορήγησης της μισθολογικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002. Όσον αφορά τους ιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), αυτοί περιλαμβάνονται στην κατηγορία των υπαλλήλων για τους οποίους ισχύει ειδικό μισθολόγιο, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" και ήδη με το Κεφ.
Γ' του Ν. 3205/2003, που φέρει τον τίτλο "ΙΑΤΡΟΙ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΥΓΕΙΑΣ", στα άρθρα 43-45 του οποίου ρυθμίζονται τα μισθολογικά θέματα των ιατρών του ΕΣΥ, ενώ εξαιρούνται από την υπαγωγή τους στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων εν γένει υπαλλήλων τόσο με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ' του Ν. 2470/1997 όσο και με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ.
β' του Ν. 3205/2003. Στους ιατρούς του ΕΣΥ περιλαμβάνονται και οι ειδικευόμενοι ιατροί, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν. 1397/1983, καθώς και το άρθρο 43 παρ. 1 περ. δ' του Ν. 3205/2003, η σχέση δε εργασίας που τους συνδέει με το Νοσοκομείο είναι ιδιωτικού δικαίου, κατ' άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 123/1975 (ΑΠ 1084/1998). Στα πλαίσια του διαμορφωθέντος με τις προαναφερθείσες διατάξεις για τους ιατρούς του ΕΣΥ ειδικού μισθολογίου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος η μη πρόβλεψη για τη χορήγηση και σε αυτούς της ένδικης μισθολογικής παροχής, αφού οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες εργάζονται και για τις οποίες ειδικώς αμείβονται, καθιστούν τη ρύθμιση αυτή συμβατή με τους ορισμούς του άρθρου 4 του Συντάγματος και δεν συνιστά άνιση δυσμενή μεταχείρισή τους έναντι των υπολοίπων ως άνω υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που λαμβάνουν την παροχή αυτή, διότι δεν πρόκειται για κατηγορίες προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων λειτουργών ως προς τη μισθολογική τους μεταχείριση και την υπηρεσιακή τους εν γένει κατάσταση (ΑΠ 1593/2009).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 560 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης και ενσωμάτωση των αιτιολογιών της τελευταίας σ' αυτήν (αναιρεσιβαλλομένη), ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ειδικευόμενος ιατρός στην ειδικότητα της Γαστρεντερολογίας από 23-3-2006.
Ότι υπαγόταν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, όπως καθιερώθηκε και ισχύει από 1.1.1984 και εντεύθεν με τον Ν. 1505/1984, από 1.1.1997 με τον Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 με τον Ν. 3205/2003 και δικαιούταν όλων των παροχών που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτούς ανεξάρτητα από το δικαίωμά του στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών που, λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους, δικαιολογημένα καταβάλλονται μόνο στους εργαζομένους των ΟΤΑ και στα υπαγόμενα σ' αυτούς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Το δικαίωμά τους δε αυτό είναι νόμιμο για το λόγο ότι η επίδικη παροχή (των 176 ευρώ) έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης και ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει , λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετωπίσεώς της, εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων.
Και ότι η μη χορήγηση της ως άνω μισθολογικής παροχής και στον αναιρεσίβλητο συνιστά αδικαιολόγητα άνιση μεταχείριση αυτού έναντι άλλων δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παράγραφος 1 και 22 παράγραφος 1 του Συντάγματος).
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε το αναιρεσείον να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.408 ευρώ, που αναλογεί στην ένδικη μισθολογική παροχή του χρονικού διαστήματος από 23-3-2005 έως 30-11-2006 δεν έσφαλε και απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 22 παράγραφος 1 του Συντάγματος και 14 παράγραφος 2 του Ν. 3016/2002, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε στην προκείμενη περίπτωση.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, ο αναιρεσίβλητος δεν πληροί τη μοναδική προϋπόθεση χορήγησης της ένδικης μισθολογικής παροχής, δηλαδή δεν υπάγεται στο ίδιο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς με τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που την έλαβαν και η μη χορήγηση της παροχής αυτής και στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος υπάγεται σε ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων λειτουργών με ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση, δεν ενέχει παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης έναντι των λοιπών ως άνω εργαζομένων.
Επομένως, ο από το άρθρο 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραπάνω αιτιάσεις, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 §3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 21995/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ