1501/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2006 οριστική του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/7/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 19/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1501/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την απόφαση αυτή δεν παράγεται δεδικασμένο για το ύψος των αποδοχών του προγενέστερου (1997-2001) της καταγγελίας χρονικού διαστήματος στο οποίο αναφέρεται η ένδικη αγωγή, ούτε για το αν ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε ή όχι κατά το κρίσιμο αυτό διάστημα πέραν του νομίμου ωραρίου.
Full text
Απόφαση 1501 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1501/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομορρύθμου εταιρίας υπό την επωνυμία "........Ο.Ε.", εδρεύουσας στα ....., όπως εκπροσωπείται κατά το νόμο, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2006 οριστική του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/7/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 19/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αγωγή του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης απολύσεως, δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, την ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως εργασίας και την ακυρότητα της καταγγελίας που προτάθηκε κατ' αντένσταση ή αποτέλεσε αυτοτελές αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής.
Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αγωγής για επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών προγενέστερου της καταγγελίας χρονικού διαστήματος, δε δεσμεύεται από την κρίση της προηγούμενης αποφάσεως ως προς το ύψος των αποδοχών αυτών διότι το εξ αυτής παραγόμενο δεδικασμένο δεν καλύπτει την αξίωση αυτή εφόσον δεν αποτέλεσε αντικείμενο της προηγούμενης δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, με την υπ' αριθμ. 261/2002 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συνδέουσας αυτόν με την αναιρεσίβλητη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και του επιδικάστηκαν αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 14-3-2001 έως 14-12-2001, οι οποίες υπολογίστηκαν με βάση συνολικό μηνιαίο μισθό εκ δραχμών 412.989, ενώ παράλληλα κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν απασχολήθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου.
Από την απόφαση αυτή δεν παράγεται δεδικασμένο για το ύψος των αποδοχών του προγενέστερου (1997-2001) της καταγγελίας χρονικού διαστήματος στο οποίο αναφέρεται η ένδικη αγωγή, ούτε για το αν ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε ή όχι κατά το κρίσιμο αυτό διάστημα πέραν του νομίμου ωραρίου.
Συνεπώς, το Εφετείο που δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε την περί δεδικασμένου ένσταση της αναιρεσείουσας, δε δέχτηκε παρά το νόμο τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, ο δε περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 16 και 19, αληθώς όμως μόνο από τον αριθμό 16, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με την από 30-4-96 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών, μηχανοδηγών και γεωτρυπανιστών και των βοηθών χειριστών εκσκαπτικών, γεωτρητικών, διατρητικών, φορτωτικών, κ.λ.π. μηχανημάτων Λατομείων Πέτρας και Χώματος όλης της χώρας", (πράξη καταθ. 28/10-5-96) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ.11451/19-6-96 Υ.Α (ΦΕΚ 568/16-7-96 τ.
Β), στην οποία υπάγονται και οι χειριστές αντλιών εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος, ορίζεται ότι οι βασικοί μισθοί των αδειούχων χειριστών, όπως διαμορφώνονται κάθε φορά, αυξάνονται με επίδομα τριετιών σε ποσοστό 10% για κάθε τριετία και μέχρι πέντε τριετίες.. Σαν χρόνος προϋπηρεσίας για την αναγνώριση των τριετιών των χειριστών υπολογίζεται ο χρόνος που διανύθηκε από την είσοδο στον κλάδο, δηλαδή από την απόκτηση αδείας χειριστού και δύο χρόνια προ της αποκτήσεως της αδείας με την ειδικότητα του βοηθού...(παράγρ.
Γ. 1). Στους χειριστές που χειρίζονται μηχανήματα με ιπποδύναμη μέχρι 100 ίππους καταβάλλεται επίδομα Υπευθυνότητας Βαρέων Μηχανημάτων εκ ποσοστού 5%. (παραγρ. Γ 4α) και στους χειριστές Αντλιών εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος (πρέσες μπετόν) που διακινούν - οδηγούν τα εν λόγω μηχανήματα στο οδικό δίκτυο και έχουν τα νόμιμα προσόντα προς τούτο (δηλαδή άδεια χειριστού και άδεια οδηγού Αυτοκινήτου) καταβάλλεται για κάθε ημέρα τέτοιας εργασίας, ανεξαρτήτως ωρών απασχολήσεως, επίδομα οδηγήσεως εκ ποσοστού 8% (παράγρ.
Γ 4δ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα επιδόματα υπευθυνότητας και οδηγήσεως, ως θεσπισθέντα για διαφορετικούς λόγους το καθένα, είναι αυτοτελή και κατά συνέπεια χορηγούνται αμφότερα στον εργαζόμενο που είναι συγχρόνως χειριστής της αντλίας εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος (πρέσας μπετόν) και οδηγός του μηχανήματος αυτού στο οδικό δίκτυο.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι ο ενάγων προσλήφθηκε στις 11-11-1996 από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως χειριστής μηχανήματος αντλήσεως σκυροδέματος, κατέχοντας σχετική προς τούτο άδεια και ότι αυτός, που είχε προϋπηρεσία 15 ετών κατά την πρόσληψή του εδικαιούτο, μεταξύ άλλων, ως προσαύξηση του βασικού του μισθού 50% για επίδομα πολυετίας, 5% για επίδομα υπευθυνότητας και 8% για επίδομα οδηγήσεως βαρέως οχήματος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως συνυπολόγισε τα εν λόγω επιδόματα για την εξεύρεση των συνολικών αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της από 30-4-1996 ΣΣΕ, διότι, εφόσον δέχτηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, ότι ο ενάγων είχε προϋπηρεσία 15 ετών (ήτοι 5 τριετίες), ήταν χειριστής μηχανήματος αντλήσεως ετοίμου σκυροδέματος και ότι οδηγούσε το μηχάνημα αυτό, εδικαιούτο πράγματι των ανωτέρω επιδομάτων.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα σ' αυτό ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 11710/20-3-84 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ 81 τ.Β΄), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-84 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό(συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της υπ' αριθμ. 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ.
Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983. Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα από 30-4-1996 ΣΣΕ παράγρ. Δ΄1 ορίζεται ότι η εργασία των υπαγομένων σ' αυτή εργαζομένων, ήτοι και των χειριστών αντλιών εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος, καθορίζεται σε 40 ώρες και σε πενθήμερο απασχολήσεως από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή και ότι για τον υπολογισμό της προσαυξήσεως για υπερεργασία και υπερωρία ισχύουν οι κοινές προς τούτο διατάξεις.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται α) ότι ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιήθηκε κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω ν. 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα από τις εννέα ώρες ημερησίως έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας (ΑΠ 418/2004).
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, χειριστής και οδηγός αντλίας εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος, εργαζόταν τις πέντε εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και το ωράριό του δεν ήταν κάθε ημέρα της ίδιας χρονικής διάρκειας, αλλά ανάλογο με τις ανάγκες προμήθειας των πελατών της επιχειρήσεως με σκυρόδεμα, αλλά και τις καιρικές συνθήκες (ιδιαίτερα το χειμώνα - καλοκαίρι), όταν οι θερμοκρασίες (ψύχος - καύσωνας) δεν ήταν κατάλληλες για τη ρίψη σκυροδέματος σε οικοδομές ή, τέλος, λόγω βροχοπτώσεων, οι οποίες στην Κέρκυρα είναι συχνό καιρικό φαινόμενο.
Λαμβανομένων δε υπόψη και των ημερών απουσίας του, κατ' έτος, λόγω ασθένειας (το καλοκαίρι του 2000 απουσίασε 3 μήνες λόγω τραυματισμού σε τροχαίο ατύχημα) ή της συνδικαλιστικής του δράσεως, εργαζόταν περίπου έντεκα ώρες ημερησίως (07.30 - 18.30). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως υπολόγισε την υπερεργασία και τις παράνομες υπερωρίες του ενάγοντος σε 8 και 7 ώρες αντίστοιχα την εβδομάδα, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι α) το χειμώνα και το καλοκαίρι, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών καθίστατο συχνά αδύνατη η ρίψη σκυροδέματος στις οικοδομές και β) το καλοκαίρι του έτους 2000 ο ενάγων απουσίασε λόγω τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα επί 3 μήνες και γ) απουσίαζε ορισμένες ημέρες κάθε χρόνο λόγω ασθένειας και συνδικαλιστικής δράσεως, προσδιορίζει την απασχόληση αυτού σε 11 ώρες την ημέρα σταθερά ήτοι 55 ώρες την εβδομάδα, χωρίς να εξηγεί με ποιο συλλογισμό κατέληξε στον αριθμό αυτόν ωρών εργασίας, και μάλιστα αδιακρίτως σε όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ώστε ο εν λόγω ημερήσιος χρόνος απασχολήσεως να προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα των ανωτέρω παραδοχών του.
Επιπλέον δε η διατύπωση "εργαζόταν περίπου έντεκα ώρες ημερησίως", έχει σαφώς την έννοια ότι το πόρισμα στο οποίο καταλήγει το δικαστήριο σχετικά με τις ώρες απασχολήσεως του ενάγοντος, δεν είναι αναμφίβολο, αφού οι ώρες αυτές μπορεί να ήταν λιγότερες ή ακόμη και περισσότερες. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτός συμπληρώνεται από τον εισηγητή, είναι βάσιμος.
Επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην επιδίκαση αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 227/2006 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαϊου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ