Supreme Court allows appeal against dismissal of prosecution for non-payment of bill of exchange due to error in identifying holder.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the prosecutor's appeal against a single-instance court's decision to dismiss criminal proceedings for non-payment of a bill of exchange. The lower court incorrectly dismissed the case because it identified a third-party endorsee as the sole legal holder, whereas the evidence showed the original company remained the primary holder via a specific endorsement clause. The court ruled that the lower court erred in interpreting the bill of exchange law and the relevant criminal statute, mandating a retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 79 of Law 5960/1933; Article 1 of Law 1325/1972; Article 4(1)(a) of Law 2408/1996; Article 22(1) of Law 2721/1999; Article 510(1)(th) of the Code of Criminal Procedure: The right to initiate criminal proceedings for non-payment of a bill of exchange belongs exclusively to the last legal holder, determined by the specific terms of endorsement, not by the order of endorsement series.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1501 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1501/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη, Πλαστήρα Αναστασάκη-Εισηγητή, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαϊου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί αναιρέσεως της 139512/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενη την..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Μονομελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή. Την αναίρεση της παραπάνω υπ' αριθμ. 139512/2005 απόφασης ζητάει ο αναιρεσείων-Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 204/7-12-2005 αίτησή του που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών Βασιλείου Λίτση, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 18/2006.
Αφού άκουσεΤον Αντεισαγγελέα που ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 «περί επιταγής», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.
η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά την ισχύ (από 4-6-1996) του Ν.2408/1996 με το άρθρο 4 παρ.1 περιπτ. Α του οποίου προστέθηκε στο άρθρο 79 του Ν.5960/1933 η παρ.5 κατά την οποία «η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε» η ποινική της δίωξη χωρίς μετά από έγκληση.
Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 22 του Ν.2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ.5, κατά το οποίο «για πράξεις που προβλέπονται στις παρ.1 και 2 του ιδίου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούνται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου» ενώ στην παρ.2 εδ.α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι «αν δήλωση που προβλέπεται στην παρ.1γ του άρθρου 4 του Ν.1408/1996 δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καθώς και σε περίπτωση ανάκληση της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά».
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δικαιούχος της έγκλησης μπορεί να είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή και όχι οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής, καθόσον ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι εκείνος της εμφανίσεως της επιταγής και η έγκληση χορηγείται στον παθόντα κομιστή που την εμφανίζει και διαπιστώνεται η αδυναμία ικανοποίησής του, λόγω της έλλειψης των διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη.
Η λύση αυτή συμπορεύεται με τη γενική διάταξη του άρθρου 118 παρ.1 ΠΚ που ορίζει ότι «το δικαίωμα της έγκλησης ανήκει στον άμεσα παθόντα από την αξιόποινη πράξη αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά με ειδική διάταξη». Ετσι στο εν λόγω έγκλημα αμέσως ζημιωθεί που δικαιούται και αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 ΑΚ, είναι μόνον ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεώς της και βεβαιώσεως της μη πληρωμής της (Ολομ.
ΑΠ 18/2004, 30/2003), ενώ από την πιο πάνω διάταξη της παρ.5 του Ν.5960/1933 δεν προκύπτει σαφής βούληση του νομοθέτη να επεκτείνει το δικαίωμα εγκλήσεως και στον εξ αναγωγής υπόχρεο προς πληρωμή, ο οποίος έγινε κομιστής της επιταγής αφού προηγουμένως της εξόφλησε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 23 του Ν.5960/1933 σύμφωνα με την οποία οσάκις η οπισθογράφηση περιέχει την μνεία «αξία εις κάλυψιν», «προς είσπραξιν», «κατά πληρεξουσιότητα», ή πάσαν άλλην μνείαν ενέχουσα απλήν εντολήν, ο κομιστής δύναται να ασκήσει πάντα τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα αλλά δεν δύναται να οπισθογραφήσει αυτήν ειμή λόγω πληρεξουσιότητας» συνάγεται ότι η λόγω πληρεξουσιότητος οπισθογράφηση (όπως είναι και η περιέχουσα τη ρήτρα «αξία προς είσπραξη») δεν επάγεται μεταβιβαστική ή εγγυητικά αποτελέσματα.
Ούτε η κυριότητα της επιταγής μεταβιβάζεται ούτε ο οπισθογράφος ευθύνεται. Απλώς ο δυνάμει οπισθογραφήσεως λόγω πληρεξουσιότητος κομιστής δύναται να ασκήσει τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα επ' ονόματι και δια λογαριασμό του οπισθογράφου, ο οποίος παραμένει τελευταίος νόμιμος κομιστής της επιταγής και συνεπώς αυτός δικαιούται να υποβάλει την έγκληση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθ. 204/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το δικαστήριο που την εξέδωσε δέχθηκε τα εξής: Από την εταιρεία με την επωνυμία «ψυκτικοί χώροι, Μονοπρόσωπη ΕΠΕ» υπεβλήθη έγκληση σε βάρος της ..., ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας «LYRA FROZEN S.A ΑΕ» για διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 79 του ν.5960/1933.
Από την εμπεριεχόμενη στη σχηματισθείσα δικογραφία και τεθείσα στην κρίση του δικαστηρίου φωτοτυπία του σώματος της επιταγής, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε κατά των επ' ακροατηρίου διαδικασία, απεδείχθη ότι η εγκαλούσα εταιρεία ήταν πρώτη οπισθογράφος σειράς οπισθογραφήσεων που ακολούθησαν, με τελευταίο κατά την εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή κομιστή τρίτο πρόσωπο, ονομαζόμενο ...
και επακολουθήσασα τη βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας με την επωνυμία «Ελληνική Τράπεζα» περί μη εξόφλησης του ποσού της επιταγής λόγω κλεισίματος του τηρούμενου και χρεούμενου από αυτήν λογαριασμού του εκδότη. Κατά συνέπεια η εγκαλούσα δεν είχε νόμιμο δικαίωμα να προβεί στην υποβολή της εγκλήσεως, η δε ασκηθείσα συνεπεία αυτής ποινική δίωξη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Στη συνέχεια το εν λόγω Δικαστήριο κήρυξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω ελλείψεως της εγκλήσεως εκ μέρους του δικαιουμένου ως αυτήν προσώπου-τελευταίου νόμιμου κομιστή της επιταγής, μολονότι από τη θεώρηση του σώματος της επιταγής αυτής (η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου) προκύπτει ότι η εγκαλούσα εταιρεία («ΨΥΚΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ-ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ»), προς την οποία είχε οπισθογραφήσει το πρώτον την επιταγή η εκδότρια εταιρεία (LYRA FROZEN SA) προέβη σε περαιτέρω οπισθογράφηση της επιταγής με τη ρήτρα «αξία προς είσπραξη» που έχει, κατά τα άνω, την έννοια της κατά πληρεξουσιότητα μεταβιβάσεως αυτής χωρίς μεταβιβαστικά και εγγυητικά αποτελέσματα και επομένως αυτή παρέμεινε κυρία και τελευταία νόμιμη κομίστρια της επιταγής αυτής, δικαιουμένη αυτή σε υποβολή της εγκλήσεως για την παράβαση εκ μέρους του εκδότη της διατάξης του άρθρου 79 του ν.5960/1933.
Με τη παραδοχές του αυτές το δικαστήριο που δίκασε εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε των ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του ν.5960/1933 σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ν.5325/1932. Επομένως ο λόγος της αναίρεσης (από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. θ΄ΚΠΔ) με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση αυτή είναι βάσιμος και πρέπει, κατ' αποδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 139512/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ