Supreme Court dismisses appeal for failure to state material facts in the writ of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by tenants against a First Instance Court decision adjusting rent. The tenants argued the appellate court erred in applying statutory rent adjustment rules, but the court found their appeal insufficient. The court ruled that the writ of appeal must explicitly state the material facts accepted by the lower court, not just the legal interpretation, to allow for a valid review of the substantive law application.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118 §4, 566 §1, 577 §3 and 578 of the Code of Civil Procedure; The writ of appeal must explicitly state the material facts accepted by the court of first instance, as the appeal's success depends on the correctness of the operative part derived from these facts, not merely the legal interpretation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1500 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1500/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Γ. του Ι., 2) Κ. Γ. του Ι., 3) Ξ. χας Ι. Γ., 4) Ε. Γ. του Ι. και 5) Μ. Γ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Λαζαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Σπανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5633/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2461/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-10-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 §4, 566 §1, 577 §3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια την οποία αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη, που φέρεται, ότι παραβιάσθηκε, και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.
Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 903/2019). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 901/2019, ΑΠ 968/2018, ΑΠ 1966/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).
Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 1305/2019, ΑΠ 1279/2019, ΑΠ 739/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διατεινόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 288 του ΑΚ για την αναπροσαρμογή (μείωση) του μισθώματος του μισθίου ακινήτου τους, το οποίο εκμίσθωσαν την αναιρεσίβλητη μισθώτρια, καθόσον εσφαλμένως έκρινε, ότι υφίστατο μόνιμη μεταβολή των συνθηκών, ότι υπήρξε ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, αλλά και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μόνιμης μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους μείωσης της μισθωτικής αξίας.
Οι λόγοι αυτοί είναι στο σύνολό τους απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι στον μεν 1ο λόγο ουδόλως διαλαμβάνονται οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ στον 4ο λόγο εκτίθεται αποσπασματική και επιλεκτική μόνο επιλογή των παραδοχών αυτών και όχι οι πλήρεις κρίσιμες αιτιολογίες, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την εφαρμογή του άρθρου 288 του ΑΚ.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 760/2020).
Τέλος, τα περιστατικά της παραδεκτής προβολής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος φέρεται, ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκε υπόψη, πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 243/2015). Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττουν την προσβαλλόμενη για παράβαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή, όπως εκθέτουν, το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα, ότι το ένδικο μίσθιο κατάστημα απέχει πέντε (5) περίπου οικοδομικά τετράγωνα από την πλατεία του πεζοδρόμου της Καλαμαριάς, ήτοι ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη και σε κάθε περίπτωση είναι παντελώς αναληθής.
Η αιτίαση αυτή δεν αφορά σε ισχυρισμό και εντεύθεν "πράγμα", αλλά πλήττει (απαραδέκτως) την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των αποδείξεων εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, με τον ίδιο λόγο υποστηρίζουν, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς των (αναιρεσειόντων) και δη α) ότι το μίσθιο εμπίπτει στη Ζώνη Α του κέντρου του Δήμου ...
και στον πεζόδρομο επί της ..., που είναι ο εμπορικότερος δρόμος του κέντρου του Δήμου, β) ότι το μίσθιο επισκευάσθηκε και ανακαινίσθηκε με δαπάνες των αναιρεσειόντων, καθόσον, παρότι η μίσθωση καταρτίσθηκε στις 5-10-2012, οπότε και παραδόθηκε το μίσθιο στη μισθώτρια, εντούτοις συμφωνήθηκε το μίσθωμα να καταβληθεί από την 1η-1-2013, έτσι ώστε οι εργασίες διαμόρφωσης του μισθίου έγιναν με τα δικά τους χρήματα, που αντιστοιχούν στα μισθώματα των μηνών Οκτωβρίου-Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2012, κατά τους οποίους της παραχώρησαν δωρεάν το μίσθιο, και γ) ότι λόγω της γωνιακής θέσης του μισθίου, υπάρχει δυνατότητα εγκατάστασης τουλάχιστον 80 καθισμάτων σε δύο δρόμους (Κομνηνών και Ιμέρας) και όχι μόνο 55 τραπεζοκαθισμάτων, όπως έκρινε η προσβαλλόμενη.
Ομοίως, οι αιτιάσεις αυτές δεν αναφέρονται σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά σε αιτιολογημένες αρνήσεις και επιχειρήματα των ιδίων, σχετικά με την κατά την άποψή τους μισθωτική αξία του μισθίου, που προσβάλλουν την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως απαράδεκτος ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα του αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Η διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 44 του π. δ/τος 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.
Έτσι, ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΟλΑΠ 3/2014, ΟλΑΠ 9/1997).
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 ΑΚ), ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι διαπλαστικό και, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές.
Αν, λοιπόν, πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, εφεξής ο συμβατικός όρος για το μίσθωμα (ήτοι η συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται, ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος.
Μετά από αυτά (δικαστική αναπροσαρμογή και, συνάμα, κατάλυση του συμβατικού όρου για το μίσθωμα), το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ/τος 34/1995, η δε απαιτούμενη από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής ετήσια προθεσμία αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής.
Εξάλλου, με τη δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται τα περιστατικά, πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση των συμφωνημένων. Αυτή καθ' εαυτή η προσφυγή στο δικαστήριο, εκ μέρους του ενός των συμβαλλόμενων μερών (ή και των δύο), δηλώνει με σαφήνεια τη θέληση του ενός (ή και των δύο) για μη τήρηση των συμφωνημένων.
Τελικά, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της συμβατικής σχέσης που έχει διαταραχθεί και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (ΟλΑΠ 3/2014, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 1257/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (ΚΠολΔ 106), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 138/2020, ΑΠ 871/2019, 1033/2018).
Οι αναιρεσείοντες με το τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με την ένδικη αγωγή, καθόσον επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία αναπροσαρμόσθηκε το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 2.400 ευρώ για τρία έτη από την 27-5-2014 έως την 26-5-2017, παρότι δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή αίτημα για τη χρονική διάρκεια της αιτούμενης αναπροσαρμογής του μισθώματος, ενώ όρισε ότι το μηνιαίο μίσθωμα θα παραμείνει αμετάβλητο, χωρίς τη συμφωνημένη με τη μισθωτική σύμβαση αναπροσαρμογή του μισθώματος.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης από 9-5-2014 αγωγής προκύπτει, ότι η ενάγουσα μισθώτρια, ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη σύμβαση μίσθωσης μεταξύ αυτής και των εναγομένων εκμισθωτών εξαετούς διάρκειας, με έναρξη την 1-1-2013 και λήξη στις 31-12-2018, και τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 288 του ΑΚ, ζήτησε την αναπροσαρμογή (μείωση) του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 1.800 ευρώ από την επίδοση της αγωγής και για το εφεξής διάστημα.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση αναπροσαρμόσθηκε το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 2.400 € από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και για μια τριετία, όπως είχε κριθεί και πρωτοδίκως, ήτοι για διάστημα μικρότερο της υπολειπόμενης συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, η οποία λήγει στις 31-12-2018. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, αλλά δέχθηκε εν μέρει το σχετικό αίτημα της αγωγής και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες εκμισθωτές είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για τη, μετά την κατά τα ανωτέρω δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος, εφεξής κατάργηση της συμφωνημένης με τη μισθωτική σύμβαση σταδιακής αναπροσαρμογής αυτού, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της 5633/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία δεν έχει τεθεί διάταξη για σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος.
Σε κάθε όμως περίπτωση, μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος από την επίδοση της αγωγής, επέρχεται μεν, συγχρόνως, κατάλυση του συμβατικού όρου για το μίσθωμα, εντούτοις έκτοτε εφαρμόζεται η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ/τος 34/1995, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη.
Συνακολούθως, πρέπει ο τρίτος λόγος αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.
ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2019 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 338/18-10-2019) για αναίρεση της 2461/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ